Ακίρα Κουροσάβα

Ακίρα Κουροσάβα: Η υπογραφή του Ιαπωνικού κινηματογράφου

Ίσως ο δημοφιλέστερος Ιάπωνας σκηνοθέτης στη Δύση, κορυφαίος σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Ακίρα Κουροσάβα θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς κινηματογραφιστές του 20ου αιώνα. Στην πολυετή καριέρα του, και με πάνω από 30 ταινίες στον ενεργητικό του,  ο Κουροσάβα απέσπασε έναν Χρυσό Λέοντα για την ταινία, δύο Χρυσούς Φοίνικες και ένα τιμητικό Όσκαρ το 1990.

Ακίρα Κουροσάβα

Η πρώιμη περίοδος

Γεννημένος στις 23 Μαρτίου 1910 στο Τοκιο ο Κουροσάβα, ήταν το τελευταίο από τα οκτώ παιδιά του Ισαμού (Isamu) και της Σίμα (Shima) Κουροσάβα. Τα πρώτα χρόνια είχε φιλοδοξίες να γίνει ζωγράφος αλλά παρά τις διακρίσεις που κέρδισε δεν έγινε δεκτός στην Ακαδημία Τεχνών. Το 1936, παρατάει το όνειρο όταν βλέπει μια αγγελία από το στούντιο PCL το οποίο ζητά βοηθό σκηνοθέτη. Ο Κουροσάβα απαντά και έτσι κάνει τα πρώτα του βήματα στον κινηματογράφο, δίπλα στον Γιαμαμότο Κατζίρο (Yamamoto Kajirô).

Το 1943 ο Κουροσάβα κάνει το ντεμπούτο του ως σκηνοθέτης και γύρισε την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο Sanshiro Sugata, σε δικό του σενάριο.

Το 1948, κυκλοφόρησε το Μεθυσμένος Άγγελος , το οποίο γνώρισε μεγάλη κριτική αναγνώριση, και εδραίωσε τον Κουροσάβα ως έναν από τους πιο σημαντικούς νέους σκηνοθέτες της Ιαπωνίας.

Το 1944 γύρισε τη δεύτερη ταινία του, Ichiban utsukushiku, μια ιστορία για γυναίκες που δουλεύουν σε ένα οπλοστάσιο. Αμέσως μετά, παντρεύτηκε την πρωταγωνίστρια της ταινίας, την Yaguchi Yoko. με την οποία δύο παιδιά, έναν γιο και μια κόρη.

Τον Αύγουστο του 1945, όταν η Ιαπωνία παραδόθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Κουροσάβα βρισκόταν στα γυρίσματα της ταινίας Tora no o fumu otokotachi (Αυτοί που πατούν στην ουρά της τίγρης).. Οι Συμμαχικές δυνάμεις κατοχής, ωστόσο, απαγόρευσαν την κυκλοφορία των περισσότερων ταινιών που αφορούσαν το φεουδαρχικό παρελθόν της Ιαπωνίας και αυτή η εξαιρετική κωμωδία κυκλοφόρησε μόλις το 1952.

akira kurosawa

Η διεθνής αναγνώριση

Το 1950 κυκλοφόρησε η ταινία που έκανε τον Κουροσάβα γνωστό σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν το Rashômon, το οποίο κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας του 1951 και το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Η ταινία έκανε τεράστια κριτική και εμπορική επιτυχία, και μέχρι σήμερα θεωρείται μια από τις καλύτερες όλων των εποχών. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μια ιαπωνική ταινία κέρδισε τόσο μεγάλη διεθνή αναγνώριση και οι ιαπωνικές ταινίες προσέλκυσαν πλέον τη σοβαρή προσοχή σε όλο τον κόσμο. Η επιτυχία της ταινίας έκανε τις δυτικές κινηματογραφικές αγορές στο να εστιάσουν για πρώτη φορά στα προϊόντα της ιαπωνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, κάτι το οποίο έφερε στο προσκήνιο και πολλούς άλλους Ιάπωνες σκηνοθέτες.

Βλέπουμε 7 ταινίες του Akira Kurosawa ελεύθερα στο διαδίκτυο

Οι περισσότερες από αυτές τις ταινίες εκτυλίσσονταν στην εποχή των Σαμουράι, και ως αποτέλεσμα, ο Κουροσάβα είναι πλέον γνωστός για τις “jidaigeki” ταινίες του (ο Ιαπωνικός όρος για ταινίες με Σαμουράι). Ανάμεσα σε αυτές τις ταινίες είναι τα: Γιοτζίμπο (1961), μια εξαιρετικά δημοφιλής ταινία δράσης η οποία έπειτα αποτέλεσε την βάση για το γουέστερν Για Μια Χούφτα Δολάρια, Σαντζούρο (1962), Ο Κοκκινογένης (1965), και Το Μυστικό Φρούριο (1958), το οποίο πολλοί θεωρούν ότι αποτέλεσε την βάση για την ταινία Star Wars.

Το επικό Shichinin no samurai (Seven Samurai) θεωρείται μια από τις πιο δημοφιλείς ταινίες του Κουροσάβα και επίσης η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του.

akira kurosawa

Ο δυτικός πολιτισμός στην Ιαπωνία

Ο Κουροσάβα μετέφερε στην μεγάλη οθόνη δυτικά πολιτισμικά πρότυπα, εντάσσοντας στην ιαπωνική πραγματικότητα συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι, ο Γκόρκι, και ο Σαίξπηρ. Το Hakuchi (1951) είναι η απόδοση του Κουροσάβα για τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι. Το 1957 μετέφερε στη μεγάλη οθόνη τον Υπόκοσμο του Γκόργκι, στην ταινία Donzoko. Ο Θρόνος του Αίματος, μεταφορά του Μάκμπεθ, το 1957, θεωρείται ως κορυφαία κινηματογραφική απόδοση, ενώ το επικό Ραν, βασισμένο στον Βασιλιά Ληρ, το 1985, επιβεβαίωσε την μεγάλη του σημασία του ως δημιουργού και του χάρισε έναν Χρυσό Φοίνικα.

Οι ταινίες του Κουροσάβα συνέβαλαν στυλιστικά ιαπωνικό κινηματογράφο, ο οποίος μέχρι τότε είχε ακολουθήσει μια νατουραλιστική τάση. Η βίαιη δράση των πιο εμπορικών έργων του άσκησε επίσης καθοριστική επιρροή.

akira kurosawa

Η ώριμη περίοδος

Το 1960 ο Κουροσάβα έφτιαξε τη δική του εταιρεία παραγωγής και πλέον έφτιαχνε μόνος του τις ταινίες του. Στη δεκαετία του 1960, ωστόσο, ο ιαπωνικός κινηματογράφος υπέπεσε σε οικονομική ύφεση και τα σχέδια του Κουροσάβα, στις περισσότερες περιπτώσεις, θεωρήθηκαν από τις κινηματογραφικές εταιρείες υπερβολικά ακριβά. Μετά από έξι χρόνια, ο Κουροσάβα κατάφερε επιτέλους να παρουσιάσει μια άλλη ταινία του, το Dodesukaden (1970, Dodeskaden). Το πρώτο του έγχρωμο έργο, μια κωμωδία φτωχών ανθρώπων που ζουν σε παραγκουπόλεις, επανέφερε μεγάλο μέρος από τη δυναμική των καλύτερων έργων του, αλλά απέτυχε οικονομικά.

Ο χαμηλός αριθμός ταινιών που έφτιαξε σε αυτήν την περίοδο της ζωής του δεν οφειλόταν σε έλλειψη δημιουργικότητας εκ μέρους του Κουροσάβα, άλλα σε ανικανότητα να βρει χρηματοδότηση, παρά το πόσο δημοφιλής και αξιοσέβαστος ήταν ως σκηνοθέτης. Αυτή η αδυναμία να χρηματοδοτήσει τα έργα του και ορισμένα θέματα υγείας οδήγησαν τον Κουροσάβα σε μια απόπειρα αυτοκτονίας στις 22 Δεκεμβρίου 1971. Ο σκηνοθέτης εν τέλει ανάρρωσε γρήγορα αλλά παρέμενε αβέβαιος για το αν θα έφτιαχνε ποτέ ξανά άλλη ταινία.  Η περίοδος της προσωπικής απελπισίας και της καλλιτεχνικής σιωπής που ακολούθησε τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 όταν ο Κουροσάβα γύρισε το Dersu Uzala (1975) στη Σιβηρία μετά από πρόσκληση της σοβιετικής κυβέρνησης. Αυτή η ιστορία ενός ερημίτη της Σιβηρίας κέρδισε ευρεία αναγνώριση Ήταν η μόνη μη-Ιαπωνική ταινία που ο Κουροσάβα σκηνοθέτησε. Η ταινία κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας και το Χρυσό Βραβείο στο Φεστιβάλ της Μόσχας.

Το 1985 ο Κουροσάβα παρουσιάζει την πρώτη του σαμουράι ταινία μετά από 14 χρόνια, το Καγκεμούσα (1980) ενώ το 1985 έκανε το Ραν. Και οι δύο αυτές ταινίες κέρδισαν τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών, προτάθηκαν για Όσκαρ και γνώρισαν διεθνή επιτυχία.

Το 1990, ο Κουροσάβα σκηνοθέτησε το σουρεαλιστικό φιλμ Όνειρα, και το 1991, σκηνοθέτησε την ταινία Ραψωδία τον Αύγουστο, με πρωταγωνιστή τον Ρίτσαρντ Γκήρ. Το 1993 κυκλοφόρησε η τελευταία ταινία του, Madadayo, που έλεγε την ιστορία ενός ηλικιωμένου καθηγητή. Ο επικείμενος θάνατος ήταν μεγάλο θέμα της ταινίας.

Ο Κουροσάβα πέθανε στις 6 Σεπτεμβρίου 1998, σε ηλικία 88 ετών, από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο.

akira kurosawa

Κληρονομιά

Οι ταινίες του Κουροσάβα συνεχίζουν να προκαλούν μεγάλο ενδιαφέρον στη Δύση. Αντιπροσωπεύουν έναν μοναδικό συνδυασμό στοιχείων της ιαπωνικής τέχνης – στη λεπτότητα του συναισθήματος και της φιλοσοφίας τους, τη λαμπρότητα της εικαστικής τους σύνθεσης και την απεικόνιση των σαμουράι και άλλων ιστορικών ιαπωνικών θεμάτων – με ξεκάθαρα δυτική αισθητική στη δράση και το δράμα και συχνή χρήση ιστοριών από δυτικές πηγές, τόσο από κλασικά λογοτεχνικά όσο και από δημοφιλή θρίλερ.

Διαβάστε επίσης:

Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ: Ο μετρ του σωματικού τρόμου