Άλκη Ζέη με τίτλο «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο». Απόσπασμα

Άλκη Ζέη με τίτλο «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο». Απόσπασμα

Και πάλι το 1943, μια σημαντική χρονιά, εγώ στο πανεπιστήμιο πια, κι ήρθε ένας άλλος ήλιος να φωτίσει τα άγουρα νιάτα μας και το σκοτάδι της Κατοχής.
Τον Φεβρουάριο ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ.
 
Εκείνο το πρωί του Φλεβάρη η μαμά έβαλε το παλτό της Παπαστεφάνου, πήρε μια μεγάλη αλλά κομψή τσάντα κι ετοιμάστηκε να βγει. Μπορεί οι αυγουλούδες να μην ερχόντανε πια στο σπίτι, αλλά η μαμά έπειτα από κάθε επίσκεψη της Διδώς, έβαζε την επομένη τα καλά της κι έβγαινε έξω. Αναρωτιόμουνα αν η Λενούλα είχε πει στον Γκάτσο γι? αυτές τις «βόλτες».
 
Εγώ κάθε φορά αγωνιούσα να τη δω να μπαίνει σπίτι. Εκείνη όμως γύριζε τόσο ήρεμη λες και είχε πάει επίσκεψη σε καμιά φιληνάδα της. Κρεμούσε το παλτό της στην ντουλάπα μέσα σε μια υφασμάτινη θήκη, έβγαζε τις γόβες με τις αγκράφες κι έβαζε κάτι παπούτσια με χαμηλά τακούνια που φορούσε μόνο μέσα στο σπίτι –δεν της άρεσε να φοράει παντόφλες– κι έτρεχε στην κουζίνα να αποτελειώσει το φαγητό που το είχε αρχίσει πριν φύγει για να ναι έτοιμο όταν επέστρεφε ο μπαμπάς.
 
Η Λενούλα είχε κι αυτή βγει να πάει στον «Ίκαρο» και μετά στου Λουμίδη. Δεν θυμάμαι γιατί το πανεπιστήμιο ήτανε πάλι κλειστό. Κόντευε να τελειώσει ο Φλεβάρης και το δεύτερο εξάμηνο δεν έλεγε ν αρχίσει. Είχα γραφτεί κι εγώ στη Φιλοσοφική. Τότε αρκούσε να έχεις πάνω από οχτώ στα κύρια μαθήματα της σχολής που διάλεγες και έμπαινες στο πανεπιστήμιο.
 
Σαν βολίδα μπήκε στο σπίτι η Ζωρζ. Δεν την περίμενα. Εκείνη βέβαια μπορούσε να εμφανιστεί ξαφνικά και πάντα είχε κάτι συγκλονιστικό να ανακοινώσει. Ήτανε αναψοκοκκινισμένη. Μ άρπαξε από τη μέση και μ έφερε βόλτες.
 
– Έγινε, έγινε αυτό που περιμέναμε. Η ΕΠΟΝ.
 
Κι ύστερα, έτσι όπως έκανε πάντα όταν ενθουσιαζότανε –και πότε δεν ενθουσιαζότανε, είτε φλερτ ήτανε αυτό είτε παράσταση είτε… επανάσταση– τα έλεγε τόσο απανωτά και τόσο μπερδεμένα που δεν έβγαζες άκρη.
 
– Σιγά σιγά, της λέω, να καταλάβω.
 
Πήγαμε και καθίσαμε στο κρεβάτι μου κι αφού είδα κι έπαθα να τη σταματήσω να χοροπηδάει, άρχισε να μου λέει πως έπρεπε εγώ κι η Λενούλα να λείψουμε ένα ολόκληρο βράδυ από το σπίτι.
Γινόντανε στην Κατοχή πάρτι ολονύχτια γιατί οι Γερμανοί επέτρεπαν την κυκλοφορία πότε ως τις εννιά και πότε ως τις δέκα το βράδυ. Έτσι μαζευόντανε παρέες σε κάποιο σπίτι που ήτανε διαθέσιμο και περνούσαν όλη τη νύχτα χορεύοντας, διαβάζοντας ποιήματα, φλερτάροντας. Τα ξέραμε μόνο από διηγήσεις γιατί για μας ήτανε ο απαγορευμένος παράδεισος.
 
– Τώρα, ξεκαθαρίζει η Ζωρζ, θα μαζευτούμε σ ένα σπίτι αλλά πια δεν θα είναι μόνο για διασκέδαση. Και θα χορέψουμε βέβαια και θ ακούσουμε ποιήματα, αλλά θα οργανωθούμε στην ΕΠΟΝ. Της είπαν να ειδοποιήσει και μένα και τη Λενούλα κι άλλες συμμαθήτριες που τις είχε εμπιστοσύνη –αυτό το τόνισε–, που τις είχε εμπιστοσύνη. Δεν τη ρώτησα βέβαια ποιος της μίλησε, όμως τη Ζωρζ την πίστευα.
– Φυσικά, μου λέει, ούτε Γκάτσος ούτε Γιώργος. Αυτοί είναι μεγάλοι. Κι εμείς θα είμαστε μόνο νεολαία.
 
Τα φλερτ της ήτανε πάντα συνομήλικοί της για να μην πω και πιο μικροί και της φαινότανε παράξενο που ο Γιώργος ήτανε… πολύ μεγάλος – με περνούσε δέκα χρόνια και τη Λενούλα ο Γκάτσος δεκαπέντε. Εμείς τους συνομηλίκους μας τους θεωρούσαμε παιδάκια.
 
Δεν ξέρω γιατί μου έχουν φύγει από τη μνήμη τα φλερτ της Ζωρζ στην Κατοχή. Ποιος ξέρει γιατί… Ενώ τα μετά, μέχρι και… τον Μαρσέλ, τα θυμάμαι με όλες τις λεπτομέρειες.
 
Λοιπόν, ούτε λίγο ούτε πολύ, έπρεπε να λείψουμε από το σπίτι ένα ολόκληρο βράδυ. Δέκα Αξελούς να είχα, δεν θα κατέβαζαν ιδέα· ποια δικαιολογία να βρούμε στον μπαμπά. Την ιδέα, και τι ιδέα, την κατέβασε η Λενούλα. Το ίδιο κιόλας βράδυ, την ώρα που τρώγαμε. Άρχισε μια ιστορία πως η κυρία Άννα, η φίλη της μαμάς, αυτή που της πήγαμε τη Λίντα, τρέφει κότες στο μπαλκόνι της. Αποφάσισε να σφάξει μια και, μεθαύριο το βράδυ, μας κάλεσε να φάμε με τα παιδιά της την κότα, και να μείνουμε εκεί. Έχει δυο ράντζα, θα τα βάλει στο δωμάτιο των παιδιών που θα χαρούνε πολύ να κοιμηθούμε μαζί τους. Το έλεγε έτσι, αδιάφορα, χωρίς να ζητάει άδεια και να περιμένει τον μπαμπά να απαντήσει. Εκείνος άκουσε για την κότα και ενδιαφέρθηκε.
 
– Και γιατί δεν σας καλεί μεσημέρι;
– Γιατί ο άντρας της γυρίζει αργά, τα παιδιά τρώνε μόνα τους νωρίς και θέλει για την κότα να καθίσουν όλοι μαζί στο τραπέζι.
– Τότε να πάτε, λέει ο μπαμπάς. Έχω ξεχάσει πόσο καιρό έχετε να φάτε κότα.
– Α, καλά, θα δούμε ως μεθαύριο, έκανε η Λενούλα δήθεν αδιάφορα, μπορεί και να αλλάξει γνώμη.
– Ελπίζω να μην αλλάξει, είπε η μαμά που μπήκε αμέσως στο νόημα. Θα συνεννοηθώ αύριο μαζί της.
 
Μεθαύριο! Είχαμε ραντεβού με τη Ζωρζ στη στάση του Μουσείου για να μας πάει στο σπίτι που μας περίμεναν. Καθένας έπρεπε να πάει και κάτι φαγώσιμο, ό,τι μπορούσε. Η μαμά μάς είχε φτιάξει κεφτέδες από φλούδι πατάτας. Μας άρεσαν τόσο που λέγαμε κι όταν τελειώσει η Κατοχή εμείς θα τρώμε κεφτέδες από φλούδια. Δεν ξαναφάγαμε ποτέ. Εκείνο το βράδυ όμως στο πάρτι δεν έμεινε ούτε ψίχουλο.
 
Το σπίτι ήτανε διώροφο νεοκλασικό. Μας έβαλαν σ ένα μεγάλο σαλόνι. Τα έπιπλα ήτανε τραβηγμένα στην άκρη και τα χαλιά μαζεμένα ρολό. Σ έναν μακρόστενο μπουφέ ακουμπούσε καθένας ό,τι έφερνε: μαύρη σταφίδα, φουντούκια, ένα είδος παστέλι και διάφορα μαυριδερά κομμάτια που δεν ήξερες αν είναι γλυκά ή αλμυρά. Θα ήταν καμιά δεκαπενταριά αγόρια και κορίτσια. Τα κορίτσια τα περισσότερα τα ξέραμε. Ήταν κι από τα δύο μας σχολεία. Όταν φτάσαμε, μερικά ζευγάρια χόρευαν. Ένα μεγάλο πιάνο ήτανε σε μια άκρη κι ένας αδύνατος νεαρούλης μ ένα μακρύ καρό κασκόλ έπαιζε πιάνο όλο το βράδυ. Απέξω, χωρίς παρτιτούρες.