Αόρατες πόλεις

«Να πίνεις το τσάι σου / καθώς τελειώνει η ζωή σου / όπως οι ήρωες του Τσέχωφ». Κάπως τέτοια έλεγε ο Αργύρης Χιόνης, σε ένα ποιητικό μεσημέρι στην οδό Μαυρομιχάλη στην Αθήνα στο χώρο των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Ο κόσμος ήταν συνωστισμένος πάνω στο πεζοδρόμιο, δίπλα και πάνω σε τάβλες όπου βρίσκονταν ακουμπισμένα ένα καλάθι με κουλούρια και μιντονάκια με το κρασί της παρέας. Στο βάθος ξεχώριζε μόνο ο μπερές του ποιητή. Ρωτάω έναν από τους ανθρώπους που μου κρύβουν τη θέα τι συμβαίνει. «Δεν είναι προεκλογική συγκέντρωση» μου απαντά. Κάτι με εμποδίζει απ’ το να φανώ αγενής: είναι η φωνή του εκδότη που σχόλασε το αναγνωστικό κομμάτι της εκδήλωσης και κήρυξε την έναρξη του «κλασικού μεσημεριού του Σαββάτου», με τόνο εφάμιλλο του «ας αρχίσουν οι χοροί».


Στην πόλη όπου περνάω τον καιρό μου -τον τελευταίο καιρό, ακόμα και μια τέτοια συγκυρία γίνεται αφορμή για διασκέδαση. Οι ποιητές γίνονται ατραξιόν στον κραταιό μύθο του Athens by night. Γίνονται εργαλεία του ευτελούς σπορ του «celebrity spotting», που λένε, ενασχόλησης τουριστών και μονίμων κατοίκων των Αθηνών. Γωνίες και τραπέζια σε μπαρ και καφέ αποκτούν υπεραξία γιατί είναι στέκια καλλιτεχνών (με και χωρίς εισαγωγικά). Κάποια επιφάνεια πίσω από την μπάρα καλύπτεται από φωτογραφίες ανθρώπων με μάτια αλκοολικά και χαμόγελα μεθυσμένα. Στην πόλη όπου περνούσα κάποτε τον περισσότερο καιρό μου, τέτοιοι τύποι λογίζονται ως αποδημητικά πουλιά: «ο Τάδε που κατέβηκε τότε στην Αθήνα, θα είναι εδώ σε λίγο και για λίγο».
Στη (μεγαλού)πολη όπου πληρώνω τους λογαριασμούς μου, όλοι έχουν κατέβει για δουλειά. («Αν έχεις δουλειά, καλά είσαι.») Κι έτσι όσοι μπορούν, δουλεύουν πολύ, από εδώ κι από εκεί, όσο χρειάζεται για να συμπληρώσουν το 15άωρο. Αν οι ρυθμοί κοπάσουν έστω και λίγο, τους ζώνουν τα φίδια. Αν είσαι άνεργος στην Αθήνα, βρίσκεσαι εκτός σχεδίου πόλεως. Αν μείνεις άνεργος στη Σαλονίκη, επιβεβαιώνεις τη γνωστή ιστορία. Στην πόλη όπου βρίσκεται το πατρικό μου, ακούς ακόμη παρέες να μιλούν για την «πρωτεύουσα», εξυμνώντας ή δαιμονοποιώντας την κατά περίπτωση, αξιοποιώντας μια σειρά στερεοτύπων, σαν να γράφουν έκθεση δημοτικού για το τι προτιμούν στις διακοπές τους -βουνό ή θάλασσα;


Κάθε πόλη συντηρεί ασφαλώς τη δική του αντίληψη περί χρόνου, που κυλά μόνο πολύ αργά ή γρήγορα. Παρά τη φιλολογία για την αξία του «τι συμβαίνει τώρα», που συντηρείται κυρίως από free press που κάθε εβδομάδα αναζητούν τη «νέα», ανερχόμενη γειτονιά, με άλλα λόγια νέο διαφημιστικό στόχο, η απόπειρα εξύμνησης του παρόντος δεν πετυχαίνει. Η νοσταλγία για ένα απροσδιόριστο παρελθόν δεσπόζει στη δημόσια ζωή. Τα ραντεβού δίνονται «στο παλιό ΙΚΑ», η μόδα στις βιτρίνες επιτάσσει το «vintage» απ’ την ντουλάπα της γιαγιάς, οι κατά τόπους καλλιτεχνικές ομάδες κάνουν αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν, οι κομπιουτεράκηδες περιφέρουν το παλιό τους hardware σαν να επρόκειτο για αντίκες. Η νοσταλγία γίνεται εξαιρετικά βραχυπρόθεσμη. («Θεέ μου, πόσο καλύτερα ήταν τα πράγματα το Σεπτέμβριο!») Αντιμετωπίζοντας ως παρελθόν ακόμα και κάτι που δεν έχει πάρει για τα καλά μπρος, αναφωνούμε: «ε, κι αυτό, για πόσο καιρό θ’ αντέξει;». Οι πόλεις μας, πόλεις των φαντασμάτων.


Από την άλλη, πώς να υπάρξει «τώρα», όταν δεν υπάρχει καν το «εδώ»; («Όχι πια εδώ.» – «αλλά πού;».) Οι μισοί Θεσσαλονικείς θέλουν να βρεθούν στην Αθήνα, οι μισοί Αθηναίοι θέλουν να βρεθούν στο εξωτερικό, οι μισοί κάτοικοι εξωτερικού θέλουν να γυρίσουν στην Ελλάδα, οι μισοί από όλους αυτούς το καταφέρνουν και μετακινούνται και μετά ξαναλλάζει η πασιέντζα, κάτι δεν πάει καλά και το αποτέλεσμα μοιάζει με παιδικό παιχνίδι, πότε νομίζουν πως παίζουν κρυφτό και πότε κυνηγητό, ή μάλλον μουσικές καρέκλες -όταν τελειώσει η μουσική, κάπου πρέπει να καθίσεις («When the music’s over / turn out the lights»). Στο μεσοδιάστημα των μετακινήσεων, οι πολίτες αυτής της χώρας φροντίζουν να φτιάχνουν τη δική τους θεωρία για το τι συμβαίνει στον κόσμο, ένα μεγάλο, φιλόδοξο, αόριστο σχήμα που μπορεί να εξηγεί τα πάντα (αλλά τα πάντα), με λόγια περιττά και ποιητικά για κάτι που βρίσκεται εκεί έξω, μακριά και πέρα από μας. Η παρατήρηση είναι περιττή για όσους θέλουν να επινοήσουν την πραγματικότητα που τους εξυπηρετεί.


Στην πόλη όπου περπατώ τη μέρα (όταν ο λύκος δεν είναι εδώ) έρχομαι αντιμέτωπη με εκρήξεις πληροφοριών -για όσα ήταν, είναι και θα είναι.
Την πόλη που σκέφτομαι καμιά φορά τις νύχτες, τη χάνω στο σκοτάδι, βλέπω μόνο τα θολά της περιθώρια και τη γεμίζω με όσα οι άλλοι έχουν χρόνο να δουν μόνο στον ύπνο τους.


Γκέλυ Μαδεμλή

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως