Οι περισσότεροι μεγαλώσαμε ακούγοντας το «μάθε τέχνη κι άστηνε». Η Αρετή Μακρολειβαδίτη το μεταβόλισε, όπως λέει και η ίδια, ανάποδα. Τελείωσε το Πολυτεχνείο, πήρε μεταπτυχιακό στη Χημική Μηχανική από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο που άγγιζε τα λέιζερ και τη σκέδαση του φωτός, και δεν δούλεψε ποτέ ως μηχανικός. Στις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις επέστρεφε κυρίως για τη θεατρική ομάδα.
Από τη σκέδαση του φωτός στη σκηνή
- Είναι ιδρυτικό μέλος του Θεάτρου εΦ, της ομάδας και εταιρείας θεάτρου που τρέχει μέχρι σήμερα με φίλους και συνεργάτες, και του synthpunk συγκροτήματος «ΡΕΥΜΑ 102».
- Σπούδασε πιάνο, φωνητική, κλασικό τραγούδι και θεωρία της μουσικής στο Θερμαϊκό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Μελέτησε μονωδία με την Άννα Παπαγιαννάκη και από το 2018 συνεχίζει με τη Φιόνα Λαμπρίδη. Είναι σοπράνο και βρίσκεται στη Β΄ Ανωτέρα Μονωδίας.
- Εκπαιδεύτηκε εκτενώς στο σωματικό θέατρο δίπλα σε δασκάλους όπως οι Γιωργής Σφυρής, Αλίκη Δουρμάζερ, John Britton, Gregorio Amicuzi κ.α.
- Από το 2017 παίζει σε πλήθος παραγωγών παιδικού θεάτρου και μιούζικαλ, ανάμεσά τους «Ένα βήμα τη φορά The Musical», «Οι μουσικοί της Βρέμης», «MIRACULOUS» και «Σι Σου Ντο».
- Από το 2021 διδάσκει υποκριτική και σωματικό θέατρο σε παιδιά και εφήβους.
- Στα χρόνια της πανδημίας σχεδίασε μια δική της μέθοδο online improv comedy, τη δίδαξε σε σεμινάρια και την έβγαλε στη σκηνή μέσα από διαδικτυακές παραστάσεις στο YouTube.
- Το 2022 ο μονόλογος «Καθετί το Υπέροχο», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Χατζηθεοδοσίου, κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Μονολόγου του Θεάτρου Εύπολις και το 2023 παρουσιάστηκε στο 1ο ThessFringe Festival.
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1991, δουλεύει επαγγελματικά στην πόλη από το 2015. Δηλώνει «πολύ Θεσσαλονικιά», κυκλοφορεί πάντα πεζή και, όσο κι αν παραπονιέται για τα διπλοπαρκαρισμένα και τις ανηφόρες, λέει ότι έχει ένα δικό της σχοινί που την κρατάει εδώ.
«Στον κύριο Τζέι» είναι το πρώτο έργο που γράφει και σκηνοθετεί. Γεννήθηκε μετά από μια απώλεια και ξεκίνησε ως αφιέρωμα, γι’ αυτό και ο τίτλος μοιάζει με επιστολή. Η Αρετή το χαρακτηρίζει παραμύθι για μεγάλους, σουρεαλιστικό, με στοιχεία παραλόγου. Η παράσταση ανεβαίνει από 30 Οκτωβρίου στο Θέατρο Τ: «Στον κύριο Τζέι» στο Θέατρο Τ.
Αρετή Μακρολειβαδίτη: «Γράφω για να καταλαβαίνω και εγώ τη ζωή καλύτερα» | Συνέντευξη
- Είναι το πρώτο έργο που γράφεις και σκηνοθετείς. Από πού ξεκίνησε; Ποια στιγμή, ποιο πρόσωπο ή ποια εμπειρία σε έσπρωξε να το γράψεις και τι θέλεις να πεις μέσα από αυτό;
Όντως είναι το πρώτο έργο που γράφω και σκηνοθετώ, όμως γράφω κείμενα, μικρά και μεγάλα, αρκετά χρόνια, με έμπνευση που αντλείται από την καθημερινή ζωή, την αστική ζωή, τις αποτυχίες, τις χαρές, όχι κάτι εξεζητημένο, όχι απαραίτητα κάτι τυπικά “ποιητικό”. Γράφω για να καταλαβαίνω και εγώ τη ζωή καλύτερα.
Το έργο “Στον κύριο Τζέι” προέκυψε από την ανάγκη να μιλήσω για το αίσθημα της αποπροσωποποίησης, τόσο σαν διαταραχή αντίληψης εν γένει, όσο και σαν συναίσθημα, στην αλληγορία επάνω του να μεγαλώνει κανείς, ημερολογιακά, αναπόφευκτα, χωρίς όμως να έχει προλάβει να κάνει όλα όσα ήθελε, να βρεθεί εκεί που θα ήθελε, να συνομιλήσει με όλους όσους θα ήθελε. Είναι ένα έργο που γεννήθηκε μετά από μία απώλεια που είχα, και ξεκίνησε ως αφιέρωμα, εξ ου και το όνομα του έργου, που είναι σαν επιστολή, όμως συνεχίζοντας να το γράφω και προχωρώντας στην παράσταση, προέκυψαν πολλά ακόμα νοήματα και κατευθύνσεις.
- Έχεις μεταπτυχιακό στη Χημική Μηχανική, οπότε ξέρεις ότι δύο στοιχεία που συναντιούνται μπορεί να ενωθούν σε κάτι σταθερό, να εκραγούν ή το ισχυρότερο να εκτοπίσει το άλλο. Τι αντίδραση προκάλεσε μέσα σου η συνάντηση της συγγραφέα με τη σκηνοθέτρια;
Το μεταπτυχιακό μου, πέρα από τα χημικά στοιχεία, είχε να κάνει και με laser και σκέδαση φωτός. Το σκεδαζόμενο φως έχει διαφορετική συχνότητα από το προσπίπτον φως. Βασίζεται στην αλληλεπίδραση του φωτός με τους χημικούς δεσμούς μέσα σε ένα υλικό.
Αυτή ήταν πάνω κάτω και η συνύπαρξη του κειμένου με την σκηνοθεσία. Το κείμενο βασίζεται σε εικόνες, ακόμα και τα πιο γρήγορά του σημεία δημιουργούν εικόνες, και περνώντας το μέσα από το πρίσμα του σκηνοθέτη, μεταβάλλεται σε μία παράσταση με διαφορετικές, πολύ διακριτές κορυφές, που οι διαδρομές του κειμένου καταδεικνύουν, σαν τις κορυφές του φάσματος με τις μοριακές δονήσεις.
Τουλάχιστον έτσι τα βλέπει το μυαλό μου.
Και γι’αυτό ακριβώς δεν συνέχισα τα ακαδημαϊκά επιτεύγματα.
[Καθώς αναζητάμε την πραγματικότητα, καλούμε και τους θεατές να την αναζητήσουν, με όλες τους τις αισθήσεις.]
- Η Λ. κρύβει ότι «νιώθει σαν χαρακτήρας από ταινία με κακές κριτικές». Αν η παράσταση ήταν αυτή η ταινία, πώς θα τη χαρακτήριζες; Μαύρη κωμωδία, ψυχολογικό θρίλερ, επιστημονική φαντασία, παραμύθι για μεγάλους, ντοκιμαντέρ ή κάτι άλλο; Και ποιο από αυτά υπερέχει; Πες μας τι να περιμένει όποιος καθίσει στην πλατεία του Θεάτρου Τ.
Μάλλον θα ήταν ένα παραμύθι για μεγάλους, κάπως σουρεαλιστικό κιόλας, με στοιχεία παραλόγου! Όσο για τις κακές κριτικές, αυτό είναι σχόλιο όσον αφορά στο ότι πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας επειδή οριζόμαστε από αυτά που οι άλλοι λένε και πιστεύουν για εμάς, οπότε ίσως ήταν ταινία διαθέσιμη αυστηρά χωρίς υπότιτλους! Θα μπορούσε επίσης να είναι και ταινία mockumentary, αυτό που η κάμερα ακολουθεί τους χαρακτήρες εν γνώσει τους, και αυτοί κάνουν σχολιασμό ανά στιγμές για τα τεκταινόμενα ή τους υπόλοιπους!
Η πρωταγωνίστρια του μονολόγου συνεχώς πασχίζει να επικοινωνήσει με τον “κύριο Τζέι”, ο οποίος είναι σκοπίμως αόρατος. Ο κύριος Τζέι αλλάζει κατεύθυνση και υπόσταση όσο η πρωταγωνίστρια αλλάζει βιώματα και “κορυφές” ζωής, όσο κολυμπάει ανάμεσα σε ορόσημα που κάποιοι (ποιοι;) όρισαν ως σημαντικά, μέχρι να βρει τη δική της “φωλιά”, τα δικά της πατήματα. Όλα αυτά μέσα από ένα πολύ -θα χρησιμοποιήσω ξένη ορολογία- relatable πρίσμα, ιδιαίτερα για την γενιά των millenials (oops, I did it again), των τωρινών 30+ ατόμων δηλαδή.
Ο θεατής θα παρακολουθήσει μια παράσταση, η οποία ίσως και να έχει ήδη ξεκινήσει από πριν έρθει ο ίδιος στο θέατρο. Καθώς αναζητάμε την πραγματικότητα, καλούμε και τους θεατές να την αναζητήσουν, με όλες τους τις αισθήσεις.
Και στην πλατεία του θεάτρου Τ, μπορεί ήδη στη θέση σου να κάθεται ο κύριος Τζέι!
- Η λέξη «μάλλον» επανέρχεται στο κείμενο σαν ρεφρέν. Το έργο εκτυλίσσεται σε ένα σπίτι, μάλλον. Οι διαταραχές δεν κρατούν για πάντα, μάλλον. Πώς σκηνοθετείς μια λέξη αμφιβολίας; Με ποια μέσα, φως, χώρο, ρυθμό ή σώμα, κάνεις τον θεατή να μην είναι βέβαιος για αυτό που βλέπει;
Το έργο έχει σαν κύριο άξονα την αποκόλληση του εαυτού από το ό,τι θεωρούμε πραγματικό, ξεκινά από την αποπροσωποποίηση, την αίσθηση ότι υπάρχεις χωρίς να “είσαι”. Έτσι το “μάλλον”, που φαίνεται και στον σκηνικό χώρο, που μοιάζει με σπίτι, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας “μη-τόπος”, είναι μια άβολη, αλλά χρήσιμη αρχή. Φέρνουμε το “μάλλον” στο μάτι από την αρχή της παράστασης, και η Λένια, μέσα από τις δράσεις και το κείμενο, αλλά και την μουσική, που έρχεται και φεύγει σαν soundtrack των σκέψεών της, σκηνοθετούν μία ταλάντωση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, εξ’ου και το επαναλαμβανόμενο “μάλλον”.
Δεν έχει, συνεπώς, να κάνει με την αβεβαιότητα του θεατή ως προς αυτό που παρακολουθεί, αλλά με την αβεβαιότητα του χαρακτήρα αν όντως υπάρχει, αν όντως έχει ζήσει όλα αυτά ή αν παρακολουθεί μια παράσταση μέσα στην παράσταση. Είναι σαν να αλλάζει το πρίσμα μέσα στον θεατρικό χρόνο, και όλα αυτά μέσα στην σύμβαση του έργου!
Κάπου εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον μουσικό και ηθοποιό Χρήστο Παπαδόπουλο και το μουσικό σχήμα Eli and the Portraits. Στην παράσταση ακούγονται δύο υπέροχα κομμάτια τους, τα “Letter to a love that should have lasted long” και “O Breath”. Τα τραγούδια αυτά περιγράφουν και συνοψίζουν τα συναισθήματα και τις μεταβάσεις του χαρακτήρα καλύτερα από οποιεσδήποτε πεζές λέξεις. Και γι’αυτο θα τους είμαστε ευγνώμονες για τη συνεργασία! Αξίζει να τους ακούσει κανείς, το πρώτο τους ολοκληρωμένο album, “The jungle within”, μιλάει και αυτό συμβολικά για τiς εσωτερικές μας συγκρούσεις, μέσα από folk μουσικές και storytelling!
[…επί σκηνής οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς και σε κατάσταση ετοιμότητας, γιατί οι στιγμές χάνονται και το κοινό καταλαβαίνει!]
- Όπως διαβάζουμε στο σημείωμα της παράστασης γράφεις ότι η αποπροσωποποίηση και η αποπραγματοποίηση «κάνουν την πραγματικότητα να μοιάζει με σουρεαλιστικό όνειρο και τον εαυτό με κάτι άτσαλα σκηνοθετημένο». Εσύ έχεις κάνει επάγγελμα το να υποδύεσαι και να σκηνοθετείς. Είναι η σκηνή ο μόνος τόπος όπου το αίσθημα του ψεύτικου γίνεται ασφαλές, επειδή εκεί όλοι συμφωνούμε ότι παίζουμε; Ή υπάρχουν βράδια που το θέατρο σε απομακρύνει ακόμη περισσότερο από τον εαυτό σου;
Είναι αλήθεια ότι το έχω θέσει κάπως ρομαντικά το όλο θέμα της αποπροσωποποίησης στο σκηνοθετικό σημείωμα, και αυτό έχει γίνει για να συνάδει με τον αλληγορικό χαρακτήρα της παράστασης. Η αλήθεια είναι ότι όντως αυτές οι διαταραχές κάνουν το άτομο να νιώθει ότι όλα όσα ζει δεν είναι αληθινά και ότι ακόμα και το γεγονός ότι του συμβαίνει όλο αυτό, δεν είναι αλήθεια. Αυτές οι καταστάσεις μπερδεύουν έντονα όποιον τις βιώνει και αυτό μπορεί να συμβεί κάλλιστα και εν ώρα παράστασης, πρόβας, σκηνικής δουλειάς οποιουδήποτε είδους, οπότε μπορεί να είμαστε στην σύμβαση του θεάτρου, ότι τώρα, όπως είπατε, συμφωνούμε ότι παίζουμε, αλλά να υπάρχει και η άλλη κατάσταση που υπαγορεύει εντελώς διαφορετικά λόγια!
Σε γενικότερο πλαίσιο, δεν θα έλεγα ότι το θέατρο ενέχει απαραίτητα κάτι το ψεύτικο, αλλά μια νοερή συμφωνία μεταξύ κοινού και ηθοποιών ότι τώρα θα φύγουμε για λίγο από τον πραγματικό χρόνο και θα ζήσουμε λίγο διαφορετικά, επί σκηνής οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς και σε κατάσταση ετοιμότητας, γιατί οι στιγμές χάνονται και το κοινό καταλαβαίνει! Συνεπώς ναι μεν είναι πιο ανακουφιστικό το ότι έχουμε να κάνουμε με μια παράσταση, και όχι με την ζωή στον έξω κόσμο, όπου είμαστε ανά πάσα στιγμή εκτεθειμένοι σε πολλά, αλλά και στο θέατρο είμαστε σε μια συνεχή ετοιμότητα, σε πεπερασμένα όρια μεν, και αυτό ενέχει την ασφάλεια του ηθοποιού, μέσα στην ανασφάλεια της δημιουργίας του εκάστοτε χαρακτήρα/ρόλου.
Νομίζω, τέλος, ότι το θέατρο, εμένα τουλάχιστον, με έχει φέρει πιο κοντά στον εαυτό μου από ο,τιδήποτε άλλο έχω κάνει. Η διαδικασία του να μάθω πώς κινείται ένα άλλο σώμα, ένα άλλο πλάσμα, ένας άλλος χαρακτήρας, οι ιστορίες που καλούμαι να αφηγηθώ μέσα από τον εκάστοτε ρόλο, περνάει μέσα από το δικό μου σώμα, και μαθαίνω, μαθαίνοντας! Το θέατρο για μένα ήταν, είναι και ελπίζω να συνεχίσει να είναι μάθημα ζωής και τρόπος να παίρνω θέση στα γεγονότα.
[…μεταβόλισα το “μάθε τέχνη κι άστηνε”, μόνο που στην περίπτωσή μου έγινε το αντίθετο!]
- Η Λ. έχει χορέψει ακόμη μια φορά τη χορογραφία της ζωής, όχι απαραίτητα της δικής της. Στη δική σου διαδρομή, ποια βήματα σού είχαν δείξει οι άλλοι και ποια έστησες μόνη σου; Και πόσο σου κόστισε να αλλάξεις πορεία και να ακολουθήσεις τα δικά σου;
Η Λ κινείται στον έξω κόσμο σαν κουρδισμένη, κάνοντας αυτά που κάνουν οι κανονικοί άνθρωποι. Μπαίνει, βγαίνει από μαγαζιά και λεωφορεία, παρακολουθεί μαθήματα, βγαίνει έξω, πληρώνει λογαριασμούς, στρώνει τραπέζι, ξεπαρκάρει.
Κάπου μέσα σε όλα αυτά, προσπαθώντας να μην διαφέρει, να μην καταλάβει κιόλας κανείς τι άλλο συμβαίνει πέρα από την τυπική συμπεριφορά, χάνεται. Φέρει τον σώμα της σαν άδειο σκαρί, καταρρέοντας μέσα στον ίδιο της τον εαυτό φτάνοντας σπίτι. Σπίτι, καταφύγιο; Σπίτι, μοναδικός τόπος που μπορεί να είναι όπως θέλει, άρα οριακά αναγκαστική προσφυγη;
Όλα αυτά είναι πολύ συχνές καταστάσεις, είτε κάποιος ακολουθεί τις επιλογές του, είτε είναι δέσμιος “λάθος” επιλογών.
Μεγαλώνοντας ήθελα πάντα να ασχοληθώ με τον χώρο των παραστατικών τεχνών και της συγγραφής, όμως από κάποια περίεργη τύχη στην αρχή και από αδυναμία χαρακτήρα μεταγενέστερα, κατέληξα να τελειώνω το Πολυτεχνείο και παράλληλα να κάνω θέατρο σε ομάδες σωματικού θεάτρου και όχι μόνο, έχοντας ιδρύσει μαζί με τους πολύτιμους φίλους και συνεργάτες μου το Θέατρο εΦ, την ομάδα και εταιρεία θεάτρου που μέχρι και σήμερα τρέχουμε.
Αν είχα το θάρρος να ακολουθήσω νωρίτερα τον δρόμο που φώναζε το κεφάλι μου όσο ήμουν μικρότερη ότι θέλω να κάνω, θα είχα αφήσει το Πολυτεχνείο στο τρίτο έτος και θα ασχολούμουν πολύ πιο εντατικά με το θέατρο από πολύ νωρίτερα. Όμως αυτό δεν έγινε, και έτσι συνέχισα με τις αγαπημένες μου ομάδες, που ειλικρινά χωρίς αυτές δεν θα ήμουν εδώ που είμαι τώρα, ούτε φυσικά θα είχα αρχίσει να γράφω και να παράγω με αυτό τον τρόπο.
Χρονικά, και όσον αφορά την μετέπειτα επαγγελματική ενασχόλησή μου με το θέατρο, αλλά και σαν ζωτικό χρόνο, μου κόστισε πολύ το να τελειώσω τις σπουδές μου, να κάνω (ποιος ξέρει γιατί) και ένα μεταπτυχιακό, και μετά να κυνηγήσω επαγγελματικά το θέατρο, μέσα και έξω από το Θέατρο εΦ. Επηρεάστηκα αρκετά από τον πανεπιστημιακό και οικογενειακό περίγυρο, χωρίς ποτέ να είναι πιεστικοί, ειδικά οι δεύτεροι, αλλά κάπως μεταβόλισα το “μάθε τέχνη κι άστηνε”, μόνο που στην περίπτωσή μου έγινε το αντίθετο!
Το Πολυτεχνείο επ ουδενί δεν ήταν για μένα, έμενα κυρίως λόγω της θεατρικής ομάδας που μου έδινε λόγο να επιστρέφω στις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις!
Θα ήθελα να είχα ξεκινήσει νωρίτερα το θέατρο, δε θα έλεγα ότι άλλαξα ποτέ πορεία, εξάλλου δεν δούλεψα ποτέ ως μηχανικός.
Όμως θέλει να το θέλεις πολύ για να δουλέψεις μόνο στο θέατρο. Μένει να δούμε τι έχει από δω και πέρα.
[Η απώλεια ήταν μια αφορμή για να ξεκινήσω]
Η ηρωίδα λέγεται Λ., όπως το αρχικό της ερμηνεύτριας. Σύμπτωση ή επιλογή; Η Λένια μιλά σε έναν συνομιλητή που δεν βλέπουμε. Πού βρίσκεται ο κύριος Τζέι πάνω στη σκηνή; Yπάρχουν στιγμές που γινόμαστε εμείς οι θεατές, ο κύριος Τζέι; Και εσύ, όταν έγραφες, ήταν πιο εύκολο να πεις την αλήθεια σε κάποιον που ήξερες πως απουσιάζει;
Η ηρωίδα θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε από εμάς, δεν της είχα δώσει όνομα, γιατί όλα αυτά που συμβαίνουν επί σκηνής είναι καθολικά, τα έχουμε λίγο πολύ ζήσει, και η Λένια το ίδιο θα σας πει, αν την ρωτήσετε, θαρρώ. Την ονομάσαμε Λ., λοιπόν, χαριν συντομίας. Βέβαια η Λένια είναι εκείνη που έδωσε υπόσταση στις λέξεις και νόημα ύπαρξης στο έργο, οπότε δεν θα μπορούσα να δώσω άλλο αρχικό γράμμα στον χαρακτήρα πια!
Ο κύριος Τζέι, όπως και η πραγματικότητα, υπάρχει, χωρίς να φαίνεται. Έτσι όπως θα θέλαμε, σε μια κρίση αποπροσωποποίησης, να μας πιάσει κάποιος από τον ώμο και να μας πει “εδώ είμαι, εδώ είσαι και εσύ, όλα θα πάνε καλά, το’χεις”, έτσι στην αρχή αναζητούμε τον “κύριο Τζέι” στα γνώριμα αντικείμενα και στην άλλη άκρη της γραμμής του τηλεφώνου, στην αρχή είναι αναγκαστική σχεδόν η αναζήτηση της χειροπιαστής πραγματικότητας.
Οι θεατές παρακολουθούν και αρχίζουν ταυτόχρονα να αναζητούν τον δικό τους “κύριο Τζέι”, να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, τον “τότε” και τον “τώρα”, να συγχωρέσει και να προχωρήσει, χωρίς μοιρολατρια, χωρίς περιττές δικαιολογίες. Ίσως η Λένια τους κοιτάξει με νόημα, ίσως αναζητήσει τον κύριο Τζέι της μαζί τους, ίσως πάλι γελάσουμε όλοι μαζί με όλα αυτά που αφήσαμε πίσω.
Η απώλεια ήταν μια αφορμή για να ξεκινήσω. Αρχικά για να γεμίσει ο κενός χρόνος, όμως μετά συνέχισε γεμίζοντας πολύ περισσότερα κενά από ότι νόμιζα.
Όσο έγραφα, από κάποια στιγμή και μετά σταμάτησα να μιλάω σε αυτούς που απουσιάζουν και άρχισα να μιλάω σε όλα αυτά τα άτομα που η ίδια υπήρξα μεγαλώνοντας. Σε όλες αυτές τις εκδοχές του εαυτού που με κοιτούσαν ακόμα και περίμεναν από εμένα, την μεγάλη, εξηγήσεις. Και σε όλες εκείνες τις εκδοχές των γνωστών και άγνωστών μου ανθρώπων, που δεν πρόλαβαν να κάνουν εκείνα που θέλανε και τώρα νιώθουν ότι άργησαν. Και για όλες εκείνες τις φορές που ήθελα να τρέξω σπίτι μου γιατι ένιωθα ότι ο κόσμος γύρω ήταν τεράστιος και ψεύτικος, ή εγώ παρατηρούσα τον εαυτό μου απέξω, χωρίς να μπορώ να με πιάσω.
Γιατί κι εγώ η ίδια, σε πολλά μου βιώματα, δεν ήμουν παρούσα. Και νόμιζα ότι αυτό είναι το κανονικό. Και τώρα ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για όλα αυτά. Όχι για μένα, αλλά για όλα εκείνα που συλλογικά, αλλά καθένας μόνος του, έχουμε ζήσει.
[…είμαι πολύ Θεσσαλονικιά και δεν θα άλλαζα με τίποτα την Άνω Πόλη…]
- «Πού πήγε η βαρύτητα;» ρωτά η Λ. Ας υποθέσουμε λοιπόν πως η βαρύτητα θα χανόταν για ένα απόγευμα στη Θεσσαλονίκη. Εσύ ποιο κομμάτι της πόλης θα άφηνες ευχαρίστως να πετάξει στο διάστημα και ποιο θα έδενες με σχοινί για να μη χαθεί;
Μου δημιουργήσατε πολύ ωραίες εικόνες με αυτή την ερώτηση.
Βέβαια πρώτο και καλύτερο θα έστελνα στο διάστημα τον ΟΑΣΘ, και θα τον χαιρετούσα με ενθουσιασμό.
Θα έδενα μικρά σχοινιά σε όλα εκείνα τα χαλασμένα και μικρά πεζοδρόμια, με την ελπίδα να πάρουν μαζί τους και τα αυτοκίνητα που είναι παρκαρισμένα επάνω, και όλα αυτά τα διαμερίσματα και τους χώρους στο κέντρο, που ήταν σπίτια και στούντιο για συγκροτήματα και μπαρ και τόσα άλλα, και έγιναν airbnb.
Όσο για το τι θα ήθελα να μείνει..αρκετά μέρη, είμαι πολύ Θεσσαλονικιά και δεν θα άλλαζα με τίποτα την Άνω Πόλη, την Νέα Παραλία, τα στενά πάνω από το Μικρού Μήκους και το Pierrot le Fou, τα στενάκια πάνω από την Κασσάνδρου και την ανοιχτωσιά της Πυλαίας. Τα κάθετα στενάκια στα Άνω Λαδάδικα και όλα εκείνα τα μαγαζιά με τους ανθρώπους που μας κάνουν να νιώθουμε ότι έχουμε ακόμα λόγους να μένουμε εδώ.
Κυκλοφορώ στην πόλη πάντα πεζή και όσο κι αν συχνά παραπονιέμαι για την κακή συγκοινωνία και όλα τα παρκαρισμένα, τα διπλοπαρκαρισμένα και τις ανηφόρες, έχω και εγώ ένα δικό μου σχοινί που με κρατάει εδώ, το οποίο κατεβαίνει από το διάστημα!
- Αφιερώνεις την παράσταση «σε ανθρώπους και ιδέες που δεν είναι πια εδώ, αλλά σμίλεψαν το πρόσωπο που έχουμε». Αν μπορούσες να κρατήσεις μια άδεια θέση στην πλατεία για έναν από αυτούς, εκτός από τον κύριο Τζέι, ποιος θα καθόταν εκεί; Και τι θα ήθελες να του πεις όταν ανάψουν τα φώτα στο τέλος;
Ναι, το έργο είναι αφιερωμένο σε όλα όσα μας έφεραν εδώ, δηλαδή στον τωρινό εαυτό.
Το έργο κλείνει το μάτι στο παρελθόν, το κοιτάζει με μια παιγνιώδη ματιά, χωρίς να αγνοεί τα όσα συνέβησαν.
Περπατάμε όπως επιλέγει το δικό μας σώμα. Και αν λείπει η βαρύτητα, αν νιώθουμε ότι είμαστε αστροναύτες σε ξένο πλανήτη, και πάλι θα προχωρήσουμε. Ακόμα κι αν χρειαστεί να ψάξουμε λίγο παραπάνω. Απλοϊκό ίσως, μερικές φορές όμως τόσο ακατόρθωτο, όσο και το να φτάσεις στο φεγγάρι με αθλητικά.
Δεν θα ήθελα να κρατήσω μια άδεια θέση στην πλατεία για κανέναν, θα ήθελα το θέατρο να γεμίσει! Να έχουμε περισσότερες φωνές για να συζητήσουμε μετά, να διαπραγματευτούμε, να γνωριστούμε!
Όσο για την συμβολική θέση του κυρίου Τζέι…ξέρει αυτός. Και βλέπει, χωρίς να χρειάζεται να καθίσει στην πλατεία.
Δεν έχω να του πω κάτι, πέρα από ευχαριστώ.
Τα υπόλοιπα θα τα δείτε στη σκηνή από 30/10.

