{ Θέατρo }

«Βαβυλωνία» από το ΚΘΒΕ κριτική

Πρεμιέρα στη Μονή Λαζαριστών από το ΚΘΒΕ - κριτική Παύλος Λεμοντζής


Κατηγορίες: Θέατρο

«Βαβυλωνία» από το ΚΘΒΕ κριτική

«Βαβυλωνία» από το ΚΘΒΕ στη Μονή Λαζαριστών στην Θεσσαλονίκη - κριτική παράστασης: Παύλος Λεμοντζής

«Μένε σπαλτς απόθεν εξέβες». Στα ελληνικά σημαίνει: «να μην ξεχάσεις από πού είσαι».  Ποντιακή διάλεκτος που σώζεται σήμερα, χάρις  στις  γενιές  των προσφύγων του Πόντου,  που την  κληροδοτούν στις νεότερες.
 
Η γλώσσα κρύβει κι ανάβει πάθη. Η δική μας, η νεοελληνική, πέρασε πολλά κι ακόμα και σήμερα  οι ειδικοί δεν συμφωνούν για τα κριτήρια που θα μπορούσαν να την τακτοποιήσουν σε διαλέκτους, γι΄ αυτό και ο όρος «ντοπιολαλιά» υιοθετήθηκε κι αφήνει ευχαριστημένους τους περισσότερους με την ασάφεια που τον χαρακτηρίζει. 
 
Αυτό το ανακάτεμα γλωσσικών ιδιωμάτων, ο Δημήτριος  Κ. Βυζάντιος το έκανε σάτιρα, το διακωμώδησε γενναία και το δημοσίευσε το 1836 ,σε μια ταραγμένη εποχή όπου η Ελλάδα θρηνούσε τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια (1831) και, κάτω από το προφανές, στηλίτευσε με έντεχνο τρόπο όλες τις κακοδαιμονίες μας και τις παθογένειες της φύτρας μας.

Αυτό που μας συγκινεί  στη θρυλική «Βαβυλωνία»  είναι ότι υπάρχει στ` αλήθεια  μια ασυνεννοησία, ως άξονας της υπόθεσης , μια σύγχυση  που συνεχίζεται  έως τις μέρες μας.Το έργο αναφέρεται σ' ένα επεισόδιο που έχει χαρακτήρα ληξιαρχικής πράξης γέννησης του κράτους. Διαδραματίζεται σε ξενοδοχείο και σε φυλακή. Αυτοί οι χώροι δεν είναι το σπίτι κανενός και ταυτόχρονα είναι όλων. Το κυρίως  δράμα  είναι ότι ντόπιοι δεν υπάρχουν. Καλούνται αυτοί οι παράταιροι  άνθρωποι να συνυπάρξουν. 
 
Το κείμενο είναι ευκαιρία για ενεργητική άσκηση ιστορικής μνήμης. Έχει να κάνει μ' ένα βαθύτερο στρώμα του ελληνικού καημού. Γι' αυτό η «Βαβυλωνία» ζει.
 
Μπορεί, σήμερα να έχουμε αφήσει στο περιθώριο τις διαλέκτους και τις ντοπιολαλιές, να μιλούμε την κοινή ελληνική, όμως η συνεννόηση μεταξύ μας είναι αρκετές φορές αδύνατη, ώστε κάνει το έργο  τραγελαφικά  επίκαιρο. Σαν να είμαστε όλοι μας  «χαμένοι στη μετάφραση».
 
Η ασυνεννοησία, η παρεξήγηση χωρίς εξήγηση, το κομφούζιο που κυριαρχεί στον νεοελληνικό βίο, το  «μαζί μιλούμε και χώρια καταλαβαίνουμε», το μαύρο και το άσπρο, το αλλού αντ? αλλού, κυριαρχούν στη δράση των πράξεων.

«Βαβυλωνία» - Η υπόθεση 

Το γλωσσικό χάος γίνεται η βάση για μια θεότρελη λαϊκή κωμωδία που προκαλεί, τουλάχιστον, θυμηδία, όσο ο ένας δεν καταλαβαίνει τον άλλο, αλλά και όσο αναπαριστά μια ολόκληρη εθνική ασυνεννοησία, που δυστυχώς κρατάει χρόνια. 
 
Ένας  Ανατολίτης, ένας  Μωραΐτης, ένας Χιώτης, ένας Κρητικός, ένας Αρβανίτης, ένας Κύπριος κι ένας λογιότατος από την Κω, μαθαίνουν το νέο της καταστροφής της αρμάδας του Ιμπραήμ (1827) στο Ναύπλιο και  αποφασίζουν να γιορτάσουν το ευχάριστο γεγονός με ένα γλέντι στη λοκάντα του Χιώτη μισέ Μπαστιά. 
 
Πάνω στον πατριωτικό τους  ενθουσιασμό  ανακατεύουν συμπεριφορές, ρέει και το κρασί άφθονο, κι ο αψύς Αρβανίτης, ο οποίος δεν καταλαβαίνει τον γλωσσικό ιδιωματισμό του Κρητικού, αντιλαμβάνεται λανθασμένα πως ο τελευταίος κάπου τον έχει προσβάλλει και τονλαβώνει με πιστολιά. Φτάνει η αστυνομία, γίνονται ανακρίσεις από τον Επτανήσιο αστυνόμο Διονύσιο Φάντε που, παρά την ανακριτική του  πείρα,  δεν  καταφέρνει να εξακριβώσει αν ο τραυματισμός του Κρητικού είναι  «κάζο π ε ν σ ά τ ο»  (εκ προμελέτης) ή  «α τ σ ι ν τ έ ν τε»  (τυχαίο), επειδή ούτε αυτός καταλαβαίνει το γλωσσικό ιδίωμα των μαρτύρων ούτε οι μάρτυρες το δικό του. Αποτέλεσμα, η φυλάκιση όλων. Στην τελευταία πράξηελευθερώνονται οι κρατούμενοι και η κωμωδία κλείνει με γιορταστικούς χορούς και τραγούδια.

Το έργο ανέβηκε στο ΚΘΒΕ και στις περιόδους  1993- 1994 στο αρχαίο θέατρο Φιλίππων σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου  και 2009- 2010 στο Βασιλικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη.  Η «Βαβυλωνία»,  όπως σημειώνει ο Σπύρος Ευαγγελάτος, «είναι για το θέατρο ό,τι τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη για την πεζογραφία μας: το λαβωμένο ηρωικό  παρόν της γενιάς των αγωνιστών του ?21. Δεν θα μπορούσε να γεννηθεί κάτω από άλλες συνθήκες»

Η  «Βαβυλωνία»  τυπώθηκε για πρώτη φορά στο Ναύπλιο το 1836, παίχτηκε αμέσως στην Αθήνα από «επαγγελματικό» θίασο, ξανατυπώθηκε στην «οριστική», κατά τον συγγραφέα της, μορφή το 1840 στην Αθήνα, παίχτηκε και ξαναπαίχτηκε αδιάλειπτα από επαγγελματικούς και ερασιτεχνικούς θιάσους (ακόμη και έξω από τα ελληνικά σύνορα), τυπώθηκε και ανατυπώθηκε σε λαϊκές και «φροντισμένες» εκδόσεις ως τις μέρες μας, κατ? επανάληψη διδάχτηκε σε όλη την Ελλάδα, «γυρίστηκε» ταινία, παρουσιάστηκε στο ραδιόφωνο, άρα, με δυο λόγια,  είναι ένα έργο ολοζώντανο.

Ο συγγραφέας της «Βαβυλωνία» Δημήτριος Κ. Βυζάντιος (Χατζηασλάνης)

Δημήτριος Κ. Βυζάντιος (Χατζηασλάνης) - (Κωνσταντινούπολη, περ.1790 - Πάτρα, 1853).
Θεατρικός συγγραφέας και αγιογράφος. Μεγάλωσε, σπούδασε και διδάχτηκε την τέχνη του αγιογράφου στην Κωνσταντινούπολη. Από το 1812 εργάστηκε ως διερμηνέας στην υπηρεσία του μπέη της Τύνιδας και τον Μάιο του 1821 ήρθε στην Πελοπόννησο για να πάρει μέρος στον Αγώνα. Υπηρέτησε σε διάφορες διοικητικές θέσεις (γραμματέας του Εγκληματικού Κριτηρίου, διευθυντής της επί των Πολεμικών Γραμματείας, έπαρχος, γραμματέας νομαρχίας κλπ). Το 1838 διαφώνησε με την κυβέρνηση και παραιτήθηκε. Την τελευταία περίοδο της ζωής του ο Βυζάντιος εργάστηκε, για λόγους βιοποριστικούς, ως αγιογράφος. Έργα του σώζονται σε εκκλησίες του Ναυπλίου, της Καλαμάτας και στον Άγιο Ανδρέα της Πάτρας.
 
Το 1836  δημοσίευσε στο Ναύπλιο τη «Βαβυλωνία», μια τετράπρακτη κωμωδία που έμελλε να κατακτήσει ξεχωριστή θέση στο δραματολόγιο του ελληνικού θεάτρου. Ακολούθησαν «Ο Σινάνης» (1838), η «Γυναικοκρατία» (1841) και «Ο Κόλαξ», που δημοσιεύτηκε το 1856 μετά τον θάνατο του συγγραφέα. Στο μεταξύ, το 1840, είχε τυπωθεί η δεύτερη γραφή της Βαβυλωνίας, σε πέντε πράξεις, με προσθήκες και αλλαγές που είχε κάνει ο συγγραφέας μετά την πρώτη παράστασή της (1837).

«Βαβυλωνία» - Η παράσταση του ΚΘΒΕ

-«Σακίν» χρειαζόμαστε «βοκαβολάριο» ανά χείρας για να «ακροτζερίσουμε» «εζαταμέντε»
το «ζακόνι»;
(Μήπως χρειαζόμαστε λεξικό ανά χείρας για να εννοήσουμε με ακρίβεια το ιδίωμα;)
-«Όσκε» είναι η «ρισπόστα»
(Όχι είναι η απάντηση)
Αφού η «ζεναάτη» του TAKIS ORO PICOLLO που «σιντζιλλάρει» τη MESSINSCENA θα βάνει «περφεταμέντε» «ταμάμ» ούλα τα «τέρμινα» επί σκηνής
(Αφού η Τέχνη του Τάκη Χρυσικάκου που σφραγίζει τη σκηνοθεσία θα βάλει εντελώς σωστά όλες τις λέξεις επί σκηνής)
Επιτέλους ας συνεννοηθούμε(!!!)
 
Ευρηματικό σημείωμα- προϊδέαση.  Τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου που έγραψε ο Δημήτριος Κ. Βυζάντιος επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης Τάκης  Χρυσικάκος, ο οποίος βασίστηκε πάνω στις δύο εκδοχές του έργου (1836 και 1840) με στόχο να δημιουργήσει το υλικό εκείνο που θα αναδείξει την ιδιαίτερη σκηνοθετική του ματιά.
 
Η καινοτομία του είναι ότι ακολουθεί τη δεύτερη γραφή του Βυζάντιου με κάποιες προσθήκες, αλλά με την κινηματογραφική ακολουθία της πρώτης.   Διευθύνει τη ροή ο φωτισμός, ενώ όλοι οι χώροι, στους οποίους εξελίσσεται η ιστορία,  είναι επί σκηνής.

Το τέχνασμα της λεκτικής παρεξήγησης, της ασυμφωνίας μεταξύ σημασιολογικής χρήσης και ερμηνείας από τις δύο πλευρές της επικοινωνίας, ανήκει στις πολύ παλαιές τεχνικές και στρατηγικές της πρόκλησης γέλιου. 

Στην παράσταση του ΚΘΒΕ το αστείο έγκειται, όπως συμβαίνει  συνήθως στις στρατηγικές του γέλιου, σε μια παράβαση ή παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, όπου παραβιάζεται  ο  άγραφος κανόνας  της  δραματογραφίας, δηλαδή  όλοι οι σκηνικοί χαρακτήρες κατέχουν τον κώδικα της επικοινωνίας, γραμματική, σύνταξη, λεξιλόγιο και σημασιολογία της γλώσσας, στην οποία είναι γραμμένο το έργο και την  χρησιμοποιεί ο πολιτισμός στον οποίο ανήκουν.
 
Συνεπώς, η σημασιολογική παρεξήγηση είναι μια από τις τεχνικές  της  προσωρινής διακοπής της ομαλής επικοινωνιακής ροής που οδηγεί σε αναβολές, οδηγεί  στην πυροδότηση ψεύτικων υποψιών, προβληματισμών, πράξεων, ως και  σε μια ένταση- ας πούμε σασπένς-  στον θεατή. 

Δεδομένων των δυσχερειών που επιβάλλει η χρονική  περίοδος που διανύουμε, όσον αφορά  στα οικονομικά  και στη  λειτουργία γενικότερα ( κίνηση, μέτρα προστασίας, κατανάλωση χρόνου), η  προετοιμασία, οι πρόβες, όλα όσα προηγούνται της παράστασης υπέστησαν μεγάλη ταλαιπωρία, αλλά η επιμονή, η υπομονή, η ανάγκη να κρατηθεί ζωντανός  ο κρατικός φορέας  πολιτισμού, κατόρθωσαν να στήσουν τη «Βαβυλωνία» εν μέσω πανδημίας στη σκηνή «Σωκράτης  Καραντινός»  κι αυτό είναι  επίτευγμα  άξιο  συγχαρητηρίων προς κάθε  κατεύθυνση.  Διοίκηση  και  έμψυχο δυναμικό.

Αντιλαμβάνεται  ο θεατής  ότι ο  Χρυσικάκος  προσπάθησε να δει το έργο μέσα από τα μάτια του Βυζάντιου. Έκανε μια διασκευή μελετώντας τις θεματικές τού συγγραφέα, την καλλιτεχνική του νοημοσύνη , αλλά  ασχολήθηκε και με την έρευνα γύρω από το θέατρο σκιών, η οποία  φαίνεται να βρίσκει την εφαρμογή της στην παράσταση, αφού η κίνηση παραπέμπει στη λαϊκή αυτή  τέχνη. Ο εξαιρετικός  Θανάσης  Ραφτόπουλος  αναδεικνύει  ερμηνευτικά και  κινησιολογικά   το εύρημα, συνεπικουρούμενος  από την ανάλογη μουσική.

H γιορτή, το γλέντι, η μέθη και οι επιπτώσεις της οδηγούν στην υπέρβαση, στην ύβρη, στην τιμωρία και στην κάθαρση, όπως συμβαίνει στο αρχαίο δράμα. Το έργο έχει δομή που είναι πραγματικά το πρότυπο της δραματουργίας, όπως διαπιστώνει ο μελετημένος θεατής.

Τα σκηνικά περιορίζονται  στα απαραίτητα  χρηστικά αντικείμενα: σκεύη  ταβέρνας,  ξύλινα καθίσματα,  κάθετες  ράγες  -  κάγκελα φυλακής και στο  φόντο  ένας τεράστιος  χάρτη ς  της πάλαι  ποτέ Βυζαντινής δόξας ( δάνειο από την παράσταση του Κώστα Τσιάνου, στο Θέατρο της Δευτέρας - 2015 - ΕΡΤ) και με χρώματατων φώτων, ως εικαστική τοποθέτηση επί σκηνής.  Τα κοστούμια,από τον Σάββα Πασχαλίδη, στο πνεύμα του λαϊκού εξπρεσιονισμού που στόχευσε ο σκηνοθέτης. Εννοώ το ιδιαίτερο θεατρικό ύφος,  που όταν αποδίδεται συνοπτικά σαν στυλιζάρισμα ορισμένων εκφραστικών μέσων, αλλά και φορεσιάς,  προσδιορίζει και το πριμιτίβ  λαϊκό στοιχείο.

Η  μουσική του Δημήτρη Λάγιου ντύνει την παράσταση, όπως ακριβώς έκανε και το 1989, όταν ο Τάκης Χρυσικάκος  είχε τότε μερίδιο συνεργασίας. Μάλιστα, η τωρινή παράσταση είναι αφιερωμένη στον  πρόωρα  χαμένο  μουσικοσυνθέτη.

Η διανομή έχει ενδιαφέρον. Όλος ο θίασος  μάς προσφέρει φιλότιμα το «διά ταύτα». Ότι το  έργο βασίζεται σε μια αντίφαση. Αφενός μεν οι συνδαιτυμόνες  που υποδύονται ξεχωριστούς τύπους  ενώνονται  υπό  τα χαρμόσυνα νέα της απελευθέρωσης και επιθυμούν να εκφράσουν τον ενθουσιασμό τους ομοιογενώς  κι αφετέρου  η «ασυνεννοησία» τους  δημιουργεί δυσκολίες στο να το καταφέρουν.  

Οι καλοί  ηθοποιοί του ΚΘΒΕ  συμβάλλουν - ο καθένας  με  τον τρόπο του - στην  ιλαρή ατμόσφαιρα και  στην τέρψη  του θεατή. Είναι όμως  δίκαιο  να αναφέρω ότι ο  αξιόλογος ηθοποιός  Κοσμάς Ζαχάρωφ δεν  ακολουθεί  τη μουσική ντοπιολαλιά του  Κεφαλλονίτη αστυνόμου που υποδύεται, παρότι προφέρει ολόκληρες φράσεις  μαστορικά, δίχως  σημεία στίξης.  Θα ήθελα και μια κάποια προφορά  που να δίνει στόχο Κύπριου συνδαιτυμόνα από τον Βασίλη Παπαδόπουλο, το ίδιο και από τον Ανατολίτη Τάκη Χρυσικάκο. Και οι δυο ικανοί στη  διεκπεραίωση των ρόλων, αλλά με ένα «σερσέμη» ή «μπουνταλά» ανατολίτης  δε γίνεσαι, ούτε η «Αμμόχωστος»  σε χρίζει  Κύπριο. 

Επειδή, όπως προείπα, οι δυσκολίες  του όλου  εγχειρήματος αποτέλεσαν  σοβαρή  τροχοπέδη στην εύρυθμη λειτουργία του συνόλου και στην κατάλληλη εκπαίδευση, η  εν λόγω παράσταση συνιστά  μια  επιτυχημένη  δουλειά. Ασφαλώς,  ο θεατής έχει πολλές  ευκαιρίες  να θαυμάσει την απόδοση των τόσο ιδιαίτερων  χαρακτήρων  απ?  όλους  τους  εξαίρετους  ηθοποιούς  του  ΚΘΒΕ.  Ο Νικόλας Μαραγκόπουλος  πλάθει, για παράδειγμα, έναν έξοχο  λογιότατο  και μεταβάλλει  έναν άχαρο ρόλο σε  αβανταδόρικο. Ο Κωνσταντίνος  Χατζησάββας, μάλιστα, καταφέρνει να φέρει την κρητική προφορά στη σκηνή και την κρητική λεβεντιά στον χορό, ενώ ο έμπειρος Αλέξανδρος Μούκανος  γεμίζει τη «λοκάντα» με το πληθωρικό του ταλέντο ως αψύς  Αρβανίτης. Σαφώς, τα εύσημα σε όλους τους συντελεστές. Δούλεψαν  για  ένα  θετικό αποτέλεσμα και το εισπράξαμε.

Πρόκειται για μια ευφρόσυνη παράσταση που, αν σκεφτούμε τις συνθήκες υπό τις οποίες ετοιμάστηκε και παρουσιάζεται, της αξίζουν οι έπαινοι.
Δείτε την!
 
Να σημειώσω ότι τηρούνται ευλαβικά  όλα τα προβλεπόμενα μέτρα  προστασίας του κοινού.
 
 
cityportal.gr/ «Βαβυλωνία» από το ΚΘΒΕ κριτική Παύλος Λεμοντζής
 
 
 





 



TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ