Βιβλία. Πάντα υπάρχει μια λάθος φράση για να περιγράψεις μια σωστή ενέργεια

(Ζήλεψα τον τυπά που είχε αράξει στο γρασίδι στο πάρκο του Βασιλικού Θεάτρου και με προσκέφαλο το κράνος χανότανε στις σελίδες ενός βιβλίου. Ο καιρός ιδανικός…) Ένα βιβλίο που μ’ αρέσει θα με κάνει να ξενυχτίσω, να αργήσω στο ραντεβού, να κατέβω στην επόμενη στάση. Διαβάζω οπουδήποτε, οποτεδήποτε και επί παντός καιρού, από την παραλία, έως την αναμονή σε ένα νοσοκομείο. Αρκετές φορές αναρωτήθηκα «γιατί το κάνω;», «γιατί κάποιος διαβάζει;», τι μαλακία είναι αυτή που μας αναγκάζει να αγνοήσουμε μια ηλιόλουστη μέρα, μια θεσπέσια νύχτα, τον σύντροφό μας και να κλείσουμε αυτιά και μάτια στον παρόντα χρόνο, στη ζωή που κυλάει δίπλα μας.

Αν θέλω να είμαι δίκαιος, πρέπει να παραδεχτώ ότι στο χώρο του βιβλίου (όπως σχεδόν παντού) κυριαρχούν τα σκουπίδια. Τίτλοι με εξωγήινους πρωταγωνιστές τρελής δράσης, μπεστ σελερ, καφετζούδες, Αδόλφοι, ιστοριοκάπηλοι, αυθεντικοί ηλίθιοι φανατικοί και κυρίως σοβαροφανείς συγγραφείς καραδοκούν για να πλασάρουν το προϊόν βιβλίο. Επικίνδυνο σπορ η ανάγνωση. Από την άλλη, στα εκθετήρια που διατίθενται, ανάμεσα στα «αληθινά απόκρυφα μυστήρια» και την «τέχνη να χάνεις βάρος», ανακαλύπτεις τον Μαρκούζε και τον Σεφέρη και αν ψάξεις πίσω από τα «Πώς θα κάνω φίλους», «Πώς κάνει πιο λαμπερό τρίχωμα ο σκύλος σας», και «Τα τρίγωνα των Βερμούδων», θα βρεις Προυστ, Μαν, Φόκνερ, Μπόρχες. Τίτλοι αξιομνημόνευτοι, φιλόσοφοι, κορυφαίοι επιστήμονες, δοκίμια που είναι μικρά ευαγγέλια. Μικροί οδηγοί που ανοίγουν το νου, ορέγονται και αποκαλύπτουν και άλλα μονοπάτια.

Υπήρχε μια εποχή που έλεγα ότι διαβάζω μόνο «ποιοτικά βιβλία», που έχουν κάτι να δώσουν. Ήταν τα χρόνια τα άγουρα που ξεχείλιζαν από πιστεύω. Κουβαλώντας όλη την ελαφρότητα της ηλικίας, ματαιοδοξία και τσιμπλιασμένα μάτια που ορκίζονταν ότι έβλεπαν πεντακάθαρα. Τότε που αναζητούσαμε λύσεις σε προσωπικό επίπεδο. Με όποιον και να συνομιλούσαμε, δάσκαλος, φίλος, αντίπαλος, πάντα είχε ένα βιβλίο να μας συστήσει που θα υποστήριζε τα λεγόμενά του. Έτσι υπήρξαν βιβλία που έγιναν ευαγγέλια, διαμόρφωσαν, αναμόρφωσαν, παρότρυναν, αφόρισαν, καθοδήγησαν. Υπήρχε τότε «μια» αλήθεια. Υπήρχαν οι καλοί και οι κακοί. Το μαύρο και το άσπρο.

Υπήρχαμε και όλοι εμείς που νιώθαμε ότι ξεχωρίζαμε. Είχα μπει στο τριπάκι του «διαφορετικού». Ήμασταν σίγουροι ότι ένα βήμα παραπάνω το είχαμε κάνει. Διαβάζοντας «ποιοτικούς» συγγραφείς, θεωρούσαμε εαυτούς εφάμιλλης σοβαρότητας, ότι ήμασταν ανώτερου επιπέδου, σκεπτόμενοι, προβληματισμένοι αναγνώστες….

Είχαμε πέσει στην πιο κοινή αυταπάτη. Αυτή που βιώνουν όσοι έχουν διαβάσει μερικές εκατοντάδες τίτλους. Το πρώτο πράγμα που θέλεις να πιστεύεις είναι η ποιότητα και η σοβαρότητα που διαθέτεις. Η κοντόφθαλμη λογική του «είμαστε διαφορετικοί εμείς». Ξεκαθάρισα στα επόμενα χρόνια μια και καλή πως «διαβάζοντας δεν σημαίνει πως αποκτάς τα ανώτερα χαρακτηριστικά του συγγραφέα ή των προσώπων στα οποία αναφέρεται»…

Συγκλονίστηκα όταν διάβασα «…το πνεύμα δεν τρέφεται με μυθιστορήματα. Μπορεί να σου προσφέρουν κάποια ευχαρίστηση αλλά την πληρώνεις ακριβά. Είναι ικανά να καταστρέψουνε και τον καλύτερο χαρακτήρα. Σε μαθαίνουν να συμπάσχεις με κάθε καρυδιάς καρύδι. Κι από το πολύ πάρε δώσε αρχίζει να σ’ αρέσει. Διαλύεσαι μέσα στους ήρωες που προτιμάς. Καταλαβαίνεις όλες τις απόψεις. Παραδίνεσαι πρόθυμα σε ξένους σκοπούς και παύεις να βλέπεις τον δικό σου για πολύ καιρό. Τα μυθιστορήματα είναι μαχαίρια.» Ελίας Κανέτι.

Συνειδητοποίησα ότι το διάβασμα σε απομακρύνει, αρπάζει τη στιγμή, σου κλέβει το τώρα και επιπλέον μπορεί να τρέφει τις φαντασιώσεις σου. Επιδιώκουμε να αναταράξουμε τα συναισθήματα μας. Ανταλλάσουμε σε πολλές περιπτώσεις μια υποτιθεμένη γνώση με μια απραξία ελπίζοντας σε μια υπεραξία. Κάποτε θα ορκιζόμουν πως μια αόρατη δύναμη με τραβούσε. Είναι ο δικός σου χρόνος έλεγε, διέξοδος αποσυμφόρησης. Τα όρια που δεν θα παραβεί κανείς, μία τζούρα από ζωή που δεν ζήσαμε. Και από την άλλη βρίσκεσαι στην περιοχή που αναπνέεις, που χάνεσαι και αυτό το έχεις ανάγκη όπως η έρημος διψά για τους καταρράκτες του Νιαγάρα. Άπειροι χυμοί έτοιμοι να ξεχειλίσουν ξεκινούν ένα μαγικό ταξίδι.

Αν έχεις μπεις στο τριπάκι του αναγνώστη, πάντα θα υπάρχει το βιβλίο που θα σ’ ανεβάζει και θα επιμένεις μαζοχιστικά γιατί ανακάλυψες τουλάχιστον κάτι που ενώ σε κάνει ηδονικά λιώμα, παράλληλα δίνει ανάσες ζωής. Ανακάλυψα φράσεις, σελίδες ολόκληρες να μεταφράζουν σκέψεις που αδυνατούσα να βρω έναν εύγλωττο τρόπο να αναπτύξω. Βέβαια, υπήρξαν φορές που κυνικά δήλωσα ότι το έκανα για να περάσει η ώρα, όπως και υποστήριξα με πάθος το «διαβάζω και αυτή η ώρα είναι ο δικός μου χρόνος, τα όρια που δεν θέλω να εισέλθεις, να παραβείς, συγκάτοικε, ερωμένη, γείτονα… Βρίσκεσαι στην περιοχή που αναπνέω, που χάνομαι για λίγο από τα μάτια του κοινωνικού κλοιού».

Δεν ξέρω πότε, ούτε και πώς συνέβη, όταν επιτέλους κατανόησα ότι σε κάθε ερώτηση υπάρχουν περισσότερες από μία απαντήσεις, υπάρχουν πολλαπλές αλήθειες και διαδρομές που μπορείς να ακολουθήσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις βρήκα κομμάτια που εμπεριείχαν ψήγματα από τις αλήθειες μου, καταλήγοντας πως όταν πας να αιτιολογήσεις αυτό που αγαπάς, σχεδόν πάντα καταλήγεις να χρησιμοποιήσεις μια λάθος φράση για να περιγράψεις μια σωστή ενέργεια.

Σπύρος Σαρανταένας
ss@cityportal.gr

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως