{ Βιβλία }

Χόρχε Μπουκάι: Ο δρόμος των δακρύων - Απόσπασμα


Χόρχε Μπουκάι:  Ο δρόμος των δακρύων - Απόσπασμα

Η Αλληγορία της Άμαξας
 
Όπως κοιτάζω αφηρημένος δεξιά, με τρομάζει ξαφνικά μια απότομη κίνηση της άμαξας.
Σκύβω έξω και βλέπω ότι έχουμε ανέβει στο πεζοδρόμιο.
Φωνάζω στον αμαξά να προσέχει, κι αυτός αμέσως ξανά­ μπαίνει στο πεζοδρόμιο.
Δεν καταλαβαίνω πώς αφαιρέθηκε τόσο πολύ και δεν είδε ότι ξέφυγε από την πορεία του. Φαίνεται πως γέρασε.
Γυρίζω το κεφάλι αριστερά να κάνω νόημα στον συνταξιδιώτη­ μου να μην ανησυχεί γιατί είναι όλα εντάξει... αλλά δεν τον βλέπω πουθενά!
Ταράζομαι.
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει ποτέ εώς τώρα.
Δεν έχου­με ξαναχαθεί στον δρόμο.
Από την πρώτη μας συνάντηση, δεν έχουμε χωρίσει λε­πτό.
Ήταν μια σιωπηρή συμφωνία.
Σταμάταγε ο ένας. σταμάταγε κι ο άλλος.
Βιαζόταν ο ένας, πήγαινε γρηγορότερα κι ο άλλος.
Παίρναμε μαζί τη στροφή, αν ο ένας από τους δύο ήθελε να στρίψει.
Μα τώρα, χάθηκε. Ξαφνικά, έγινε άφαντος.
Μάταια βγάζω το κεφάλι και κοιτάζω τον δρόμο δεξιά και αριστερά. Δεν φαίνεται πουθενά.
Ρωτάω τον αμαξά, κι αυτός ομολογεί πως εδώ και λίγη ώρα τον είχε πάρει ο ύπνος στη θέση του.
Μου δικαιολογεί­ται ότι πολλές φορές ο ένας από τους δύο αμαξάδες κοιμάται λιγάκι και αφήνει τον άλλον να προσέχει τον δρόμο.
Ήταν φορές που και τα άλογα ακόμη σταματούσαν να πηγαίνουν με τον δικό τους ρυθμό και ακολουθούσαν τον ρυθμό των αλόγων της διπλανής άμαξας.
Ήμαστε σαν δύο άτομα που τα οδηγούσε η ίδια επιθυμία, σαν δύο πρόσωπα με ένα μυαλό, σαν δύο άνθρωποι σε ένα σώμα κι έξαφνα, μοναξιά, σιωπή, αμηχανία...
Να έπαθε κάποιο ατύχημα την ώρα που εγώ, αφηρημένος, δεν κοιτούσα προς το μέρος του; Μήπως πήραν τα άλογα λάθος δρόμο, αφού και τους δύο αμαξάδες τους πήρε ο ύπνος...
Μπορεί, όμως, και να προχώρησε η δική του άμαξα χωρίς να αντιληφθεί ο αμαξάς του την απουσία μας, και να συνέχι­ζαν τώρα την πορεία τους προπορευόμενοι.
Βγάζω το κεφάλι μου απ το παραθυράκι άλλη μια φορά και φωνάζω: «Εεειιιϋ!» 
Περιμένω λίγα δευτερόλεπτα και ξαναφωνάζω στον έρημο δρόμο:«Γειάαααϋ!»
Και ξανά, ακόμα μια φορά; «Πού είσαι;;;» Καμία απάντηση.
Θα έπρεπε άραγε να γυρίσω πίσω... ή μήπως να μείνω ακίνητος εδώ που είμαι και να τον
πε­ριμένω... ή να πω, καλύτερα, στον αμαξά να τρέξει για να τον προ- φτάσουμε;
Πάει πολύς καιρός που δεν μου ήταν πρόβλημα αυτές οι απο­φάσεις.
Είχα αποφασίσει, εκεί και τότε, να είμαι δίπλα του και να τον ακολουθώ όπου μας έβγαζε ο δρόμος.
Τώρα όμως... Ο φόβος μήπως χάθηκε και η ανησυχία πως μπορεί κάτι να έπαθε όλο και υποχωρούν, και στη θέση τους εμφανίζεται ένα συναίσθημα διαφορετικό.
Και αν αποφάσισε να μη συνεχίσει μαζί μου;
Μετά από λίγο συνειδητοποιώ πως όσο και να περιμένω, δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει. Πάντως, όχι στο μέρος αυτό.
Οι επιλογές μου είναι να συνέχισω ή να μείνω εδώ και να πεθάνω».
Να πεθάνω. Με ερεθίζει αυτή η ιδέα. 
Ξεζεύω τα άλογα και ζητάω απότον αμαξά να κατέβει. Μας κοιτάζω: την άμαξα, τον αμαξά, τα άλογα, εμένα τον ίδιο...
Έτσι αισθάνομαι: διχασμένος, χαμένος, συντρίμμια. Αλλού οι σκέψεις μου. αλλού τα συναισθήματά μου, αλ­λού το σώμα, αλλού η ψυχή μου. Και το μυαλό μου, η συνεί­δηση του εαυτού μου καθηλωμένα εκεί... 
Σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω τον δρόμο μπροστά. Από εδώ που βρίσκομαι, το τοπίο μοιάζει βαλτότοπος.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, το έδαφος γίνεται έλος.
Εκατοντάδες έλη και λάσπες — όλα δείχνουν πως το μονο­πάτι είναι ολισθηρό και επικίνδυνο... Δεν είναι η βροχή που μούσκεψε το χώμα.
Είναι τα δάκρυα όσων πέρασαν κάποτε από αυτόν τον δρόμο ενώ θρηνούσαν μιαν απώλεια.
Το ίδιο και τα δικά μου, νομίζω... σύντομα θα μουσκέψουν το μονοπάτι...
 

 
Cityportal Team:

  Διαβάστε τα τελευταία νέα του Cityportal