{ CITY URBAN LIVING }

Κώστας Θεοδώρου


Κώστας Θεοδώρου

Κάθε Τετάρτη βράδυ, σχεδόν ανελλιπώς κατά τη διάρκεια της λεγόμενης καλλιτεχνικής σαιζόν, προσκαλεί το κοινό να παρακολουθήσει χωρίς εισιτήριο τις Ανοιχτές Πρόβες, όπου ο ίδιος συνομιλεί μουσικά με κάποιον φίλο (και πάντα εξαίρετο δεξιοτέχνη σε ένα όργανο) προσκεκλημένο. Ο Κώστας Θεοδώρου έδωσε συνέντευξη στο Σωτήρη Ζήκο, αρχισυντάκτη του περιοδικού CITY.

Για θύμησέ μου πότε ξεκίνησαν οι Πρόβες στο Μικρό Θέατρο, τι χαρακτήρα έχουν και πώς εξελίχθηκαν μέχρι τώρα στο χρόνο;
Οι πρόβες ξεκίνησαν τον Δεκέμβρη του 2005. Ήταν μια πολύ παλιά επιθυμία που πραγματοποιήθηκε. Φανταζόμουν έναν χώρο όπου μουσικοί, χορευτές, ηθοποιοί, ζωγράφοι, ποιητές, φωτογράφοι, κινηματογραφιστές και κάθε είδους αρτίστες, θα μπορούν να δοκιμάζουν συνεργασίες επί σκηνής και ενώπιον κοινού, να αυτοσχεδιάζουν ελεύθερα ή επάνω σε δεδομένα έργα ή φόρμες. Το κάθε έργο σε κάθε του εκτέλεση παίρνει και άλλη μορφή. Κάθε που εκτελείται είναι μια ακόμη πρόβα. Έτσι παραμένει ζωντανό και ζωντανό είναι κάτι που βρίσκετε σε εξέλιξη. Πιστεύω πως ποτέ δεν θα είμαστε έτοιμοι αλλά, μπορούμε να βρισκόμαστε σε ετοιμότητα, για οτιδήποτε, είτε στην τέχνη είτε στη ζωή, που αυτή κι αν είναι τέχνη ελεύθερου αυτοσχεδιασμού!

Είχα την αίσθηση την τελευταία σαιζόν πως οι Πρόβες γίνονταν σχεδόν ανελλιπώς κάθε Τετάρτη. Δεν έφυγες καθόλου για συναυλίες με άλλα σχήματα στο εξωτερικό;
Πάνω κάτω έτσι ήταν. Η πρόβα γίνεται στη μέση της εβδομάδας, κάθε Τετάρτη. Τα φεστιβάλ στο εξωτερικό, ιδιαιτέρως την χειμερινή περίοδο συνήθως γίνονται Πέμπτη με Κυριακή.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε και ο δίσκος σου, με τίτλο «Ρουσίλβο». Τι σημαίνει Ρουσίλβο και τι είναι αυτός ο δίσκος; Τι περιέχει;
Χμμμ... Ρουσίλβο είναι η ονομασία του χωριού της μητέρας μου, που μετονομάστηκε σε Ξανθόγεια, όπως μετονομάστηκαν και όλα τα χωριά της περιοχής. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην Έδεσσα και την Φλώρινα στο Καϊμάκτσαλαν. Εκεί έχω ζήσει πολλά σημαντικά γεγονότα της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας. Από το 1986 έπαψε να κατοικείται κατόπιν μακροχρόνιου κοινωνικού αποκλεισμού. Δίχως ηλεκτρικό, τηλέφωνο, συγκοινωνία και άλλες βασικές παροχές... μόνο το νερό άφθονο και με τις στάμνες απ’ το Κλάντνιτς... Λοιπόν το «Ρουσίλβο» είναι ένα αφιέρωμα και συνάμα ένας θρήνος για μια ποίηση που χάνεται, αν δεχτούμε, όπως λένε του κόσμου οι σοφοί, πως κάθε γλώσσα ή ακόμη και η κάθε λέξη από μόνη της είναι ποίηση. Η όλη εργασία περιέχει 10 δικά μου κομμάτια, ενώ παρεμβάλλονται και επιτόπιες ηχογραφήσεις των πάλαι ποτέ κατοίκων του χωριού οι οποίοι, πότε τραγουδούν και πότε εξιστορούν τον πόνο τους, πότε στην παλιά και πότε στην καινούργια γλώσσα, όσοι από αυτούς κατάφεραν να την μάθουν.

Είναι «βαλκανικό» ή τζαζ;
Εδεσσαϊκή τζαζ, όπως κεράσια Βοδενών!

Μου σύστησες να τον ακούσω ολόκληρο τον δίσκο ως ενιαίο έργο… Γιατί;
Υπάρχει λόγος. Στήθηκε με την μορφή αφηγήματος (αρχή - μέση - τέλος) κάτι σαν τραγωδία με είσοδο, στάσιμα, χορικά, κομμό, επεισόδια, επίλογο, έξοδο. Γι’ αυτό και δεν πωλείται download στο διαδίκτυο. Επίσης, όλο το έργο είναι το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας (μετά τον «Νόστο» Λύρα, 1999) και από μόνο του είναι ένα τρίπτυχο, με ήχο, κείμενα και φωτογραφίες που βρίσκονται στο 24σέλιδο ένθετο της έκδοσης.

Το άκουσα ολόκληρο, αλλά γύρισα ξανά και ξανά στο «Μίρκα», που για μένα είναι ένα τραγούδι δίχως λόγια, μου μιλάει στη ντούσα μου… Άσε που μου ’ρχεται να σηκωθώ και να το χορέψω επί τόπου.
Η Ντούσα-Ψυχή, υπάρχει και λειτουργεί αυθαίρετα. Αλίμονο σ’ αυτόν που δεν υποκλίνεται στις επιθυμίες της. Από τότε που θυμάμαι, κάθε φορά που αναφέρεται το όνομα της Μίρκας της δασκάλας από το Ρουσίλβο, τα βλέμματα των συντοπιτών μου αλλάζουν, πέφτει βαριά σιωπή, ένδειξη πένθους για ένα πρόσωπο που αγαπήθηκε πολύ. Το 2006 βρέθηκα σε μια συνάντηση υπερήλικων απ’ το Ρουσίλβο και όταν έβαλα να ακούσουν το κομμάτι της Μίρκας, αυτό δηλαδή που ακούς κι εσύ τώρα, κάποιες από τις γερόντισσες άρχισαν να κλαίνε και να μοιρολογάνε, οι δε γέροντες μου ζήτησαν να κλείσω αμέσως τη μουσική γιατί δεν άντεχαν την συγκίνηση. Σε ανάλογη ψυχική κατάσταση, προ δεκαετίας, έγραψα το τραγούδι της Μίρκας και μια και είσαι κι εσύ από τη Φλώρινα και πάνω κάτω μέλος της ίδιας κοινωνικής ομάδας, καταλαβαίνω γιατί ακούς ξανά και ξανά το ίδιο τραγούδι.

Πόσο ήταν το αρχικό υλικό που ηχογραφήθηκε και σε πόσο κατέληξες τελικά και με ποια κριτήρια;
Με το πέρας της ηχογράφησης τον Απρίλη του 2004 που έγινε ζωντανά στο «Αγροτικόν» στη Θεσσαλονίκη, το υλικό έφτανε περί τα 100 λεπτά. Προστέθηκαν οι επιτόπιες ηχογραφήσεις από το χωριό, αλλά και από την Έδεσσα και το σύνολο ήταν πια ογκώδες. Μετά  δούλεψα περισσότερο σαν σκηνοθέτης και, βάζοντας στην άκρη αρκετό υλικό έφτασα τα 52 λεπτά συνεχούς αφήγησης έτσι ώστε να είναι δυνατή η εξ ολόκληρου ακρόαση.

Ποιοι μουσικοί συμμετέχουν στο δίσκο;
Ότι κι αν πω για τους φίλους μουσικούς που τόσο γενναιόδωρα κατέθεσαν την ψυχή τους θα είναι λίγο. Επιγραμματικά μόνο τους αναφέρω και με την ευκαιρία θέλω να τους ευχαριστήσω άλλη μια φορά: Τάκης Φαραζής, Κυριάκος Ταπάκης, Δήμος Δημητριάδης, Παντελής Στόικος, Αντώνης Ανδρέου, Κώστας Αναστασιάδης, Λιζέτα Καλημέρη και Μάρθα Μαυροειδή σε εκπληκτικές ερμηνείες, το φωνητικό κουρτέτο Camea: Lada Kantardjieva soprano, Elena Ginina soprano, Elitsa Dankova mezzo και Irina Gotcheva alto. Ιδιαίτερη τιμή για το έργο, θα έλεγα η σημαντικότερη παρουσία, η μπάμπα Σλάβα Πόπφα Ευδοξία Γεωργίου γεννημένη το 1927 όπου εκτός από τις αφηγήσεις της, ερμηνεύει μοναδικά, τρία τραγούδια στην παλιά γλώσσα και ένα στην καινούρια.

Μου είχες μιλήσει γι’ αυτό το έργο πριν κάποια χρόνια, αλλά άργησε να κυκλοφορήσει σε δίσκο. Γιατί;
Ναι, όπως είπα και πριν, η μουσική ήταν έτοιμη από το 2004 και το σύνολο της δουλειάς το 2006. Μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια μέχρι να εκδοθεί στις 9 του Μάρτη φέτος. Οι λόγοι ήταν πολλοί. Ο βασικότερος είναι πως μου ήταν δύσκολο να διαπραγματευτώ το υλικό και ιδιαίτερα τις ηχογραφήσεις απ’ το χωριό. Πώς μπορεί κανείς να παραχωρήσει τα δικαιώματα μιας αληθινής ιστορίας σε μια απρόσωπη εταιρία σούπερ μάρκετ; Όχι πως δεν προσπάθησα, όμως η άσκηση εξουσίας με έκανε έξαλλο, μάλωσα και έκλεισα πόρτες. Υπήρξαν και πιθανότητες στο εξωτερικό, όμως ήθελα τουλάχιστον η πρώτη έκδοση να γίνει εντός των συνόρων και μάλιστα στη Σαλονίκη. Υπήρχε και το οικονομικό. Ποιος θα πληρώσει την παραγωγή, το ποσό ήταν μεγάλο. Πάνω σ’ αυτό το αδιέξοδο και με πολύ περισυλλογή, πρότεινα στον Κώστα Δεσποινιάδη, συγγραφέα και εκδότη βιβλίων, να φιλοξενήσει το «Ρουσίλβο» στις εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ κρατώντας την ετικέτα παραγωγής της zen einai productions, μιας εταιρίας άνευ χαρτοφυλακίου που έχει στο ενεργητικό της 87 ανοικτές πρόβες με ελεύθερη είσοδο. Είχα διαβάσει τα βιβλία του και θαύμασα τη δουλειά του . Δέχτηκε και είμαι ευτυχής που έχω να κάνω με ένα τέτοιο πρόσωπο και όχι με εξουσία. Όσο για το οικονομικό, το έλυσα βγάζοντας στο σφυρί ένα εξαιρετικό παλιό κοντραμπάσο με το οποίο, την τελευταία δεκαπενταετία, ηχογραφώ στην εγχώρια και όχι μόνο, δισκογραφία.

Τριγυρίζεις ακόμα σε εκείνον τον ρημαγμένο τόπο, τα Ξανθόγεια της Πέλλας, και πραγματικά και νοερά;
Ναι, περπατάω πολύ συχνά τις πέτρες του χωριού. Όπως θα είδες και στο ένθετο, τις  φωτογραφίες στον ρημαγμένο τόπο τις υπογράφω εγώ και καλύπτουν μια περίοδο από το 1993 ως το 2009. Στο εξώφυλλο ποζάρει το σπίτι μας το 2005.  Έχω τους συγγενείς μου στην περιοχή, όσοι τουλάχιστον παρέμειναν εντός των συνόρων. Οι υπόλοιποι διάσπαρτοι σε Καναδά, Αμερική, Αργεντινή, Αυστραλία, Βέλγιο, Γερμανία, Βουλγαρία, πρώην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Χάρη των ταξιδιών για συναυλίες την τελευταία 15ετία τους επισκέπτομαι συχνά και με τις εξιστορήσεις τους και τα τραγούδια στη μη

 




TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ