{ CITY URBAN LIVING }

Σταύρος Ζαφειρίου (ποιητής)


Σταύρος Ζαφειρίου (ποιητής)

Ποιητής που ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη και από το 1983 έχει εκδώσει εννέα ποιητικές συλλογές, δύο πεζά, τρία παραμύθια και τώρα κυκλοφόρησε το έργο του «Ενοχικόν» με υπότιτλο «Ο μονόλογος ενός δράστη» (εκδόσεις Νεφέλη) για το οποίο έγινε και η συζήτηση με τον αρχισυντάκτη του περιοδικού CITY, Σωτήρη Ζήκου.

Τι λέει αυτό το κείμενο; Ποιος μιλάει; Από ποια εποχή; Για ποια ενοχή;

 Όπως δηλώνει και ο τίτλος «Ενοχικόν», το κείμενο μιλά ή φιλοδοξεί να μιλήσει για την ενοχή. Την ενοχή όμως όχι μονάχα ως αίσθημα αλλά και ως πράξη. Η αλήθεια είναι ότι θέλησα να μείνω μακριά από νομικές, κοινωνιολογικές ή θρησκευτικές προσεγγίσεις, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μου στην ανθρώπινη φύση και στην, βιολογικά, τραγική της μοίρα. Η πρόκληση βέβαια ήταν, ένα τέτοιο θέμα που τοποθετείται μεταξύ επιστήμης και ηθικής, να μπορέσει να γίνει ποίηση. Αυτό είναι κάτι που μένει να κριθεί. 
Είναι σαφές πως η χρήση της λέξης «μονόλογος» στον υπότιτλο, προϋποθέτει έναν αφηγητή σε πρώτο πρόσωπο, ένα Εγώ, το οποίο κατέχει αυθαίρετα την ελευθερία να κινείται σε όλους τους γραμματικούς χρόνους, από τον παρατατικό και τον αόριστο μέχρι τον μέλλοντα, σαρώνοντας, με τον τρόπο αυτό όλες τις εποχές.
Η ενοχή ως αίσθημα δεν προϋποθέτει την αγάπη; όταν πράξαμε ό,τι δεν έπρεπε ή δεν πράξαμε ό,τι έπρεπε, απέναντι σε ένα πρόσωπο αγαπημένο; Θα έλεγα πως πρόκειται μάλλον για ένα αίσθημα εγωιστικό. Όταν νιώθουμε ενοχές για κάτι που πράξαμε ή δεν πράξαμε, η μοναδική προϋπόθεση είναι ο εαυτός μας. Με αυτόν ερχόμαστε σε αντιπαράθεση, και τούτη ακριβώς η διαλεκτική σχέση, τούτη η πάλη με τις δικές μας αντιθέσεις είναι που κάνει πολυσήμαντη και ενδιαφέρουσα την ανθρώπινη φύση μας. Σκεφτείτε πόσο ακίνητη θα ήταν η ιστορία της ανθρωπότητας, αν οι ενοχές μας ήταν μονάχα αποτέλεσμα της αγάπης μας για τους άλλους και αν οι τύψεις μας έβαζαν φρένο στις υπαρξιακές μας αντιφάσεις.

Οι τίτλοι κάθε μέρους ποια σχέση έχουν με αυτό που ακολουθεί;
Οι τίτλοι άλλοτε σχολιάζουν και άλλοτε υπονομεύουν τα κεφάλαιά τους. Επειδή μία από τις παραμέτρους του κειμένου είναι η φύση της γλώσσας και της λογοτεχνίας, και επειδή από θέση έχω μια διάθεση ειρωνείας και αμφισβήτησης απέναντι σε όλους αυτούς που μας βασανίζουν με θεωρητικούς βερμπαλισμούς, διατυπώνοντας αφορισμούς κενούς περιεχομένου, γι’ αυτό και ορισμένοι από τους τίτλους, όπως το difficiles nugae (δύσκολες φλυαρίες) λόγου χάριν, ή το scribitur ad narrandum (γράφεται χάριν διηγήσεως) επιχειρούν να αναιρέσουν την όποια σοβαρότητα του κειμένου, δημιουργώ-ντας ένα παιχνίδι, το οποίο ούτως ή άλλως γενικεύεται με τη χρήση των λα-τινικών εκφράσεων σε όλους τους τίτλους.

Οι σκηνικές οδηγίες της αρχής προς τι; Υπάρχει απεύθυνση θεατρική;
Στο ΙΧ μέρος υπάρχει σίγουρα, εξαιρετική, αλλά στα άλλα μέρη; Η μορφή του μονολόγου που έχει όλο το βιβλίο, υποδηλώνει ήδη τις προθέσεις μου, τις οποίες και θέλησα να ενισχύσω με κάποιες στοιχειώδεις σκηνικές οδηγίες, ενσωματωμένες εντούτοις στο σώμα του κειμένου. Θέλω να πως ότι οι οδηγίες αυτές, όπου υπάρχουν, με τη δομή και το ύφος τους αποτελούν αναπόσπαστα μέρη των παραγράφων και απευθύνονται άμεσα σε ένα υποθετικό κοινό, λειτουργώντας ως αποστροφές του λόγου. Άλλωστε, ας μη μας διαφεύγει ότι ολόκληρο το «Ενοχικόν» ανήκει στα υβριδικά κείμενα, όπου η σύμπλεξη διαφόρων και διαφορετικών μορφών λόγου, μεταξύ των οποίων και ο θεατρικός, δημιουργεί ένα είδος δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί.

Ο λόγος αυτός είναι προς ανάγνωση ή προς ακρόαση;
Διότι οι προτάσεις έχουν ρυθμό που σε πάει και σε παρασέρνει, αλλά νοηματικά πρέ-πει να επιστρέφεις για να πιάσεις τον ειρμό. Έτσι κι αλλιώς και η κατά μόνας ανάγνωση είναι μια εσωτερική ακρόαση. Με την ίδια ευκολία ή δυσκολία που μπορούμε να αναγνώσουμε ένα θεατρικό κείμενο, φαντάζομαι ότι μπορούμε να ακούσουμε και ένα ποιητικό. Γιατί, παρόλο που μιλώ για μικτό λόγο, μέσα μου θέλω να είναι ποιητικός, στον βαθμό που έχω  το δικαίωμα να χαρακτηρίζω ποίηση τα γραπτά μου.

Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν όντως «διαβάζοντας ακατάπαυστα τις σελίδες του Κάφκα»; Γιατί;
Επειδή ο Κάφκα είναι ο ποιητής της ενοχής; Ο Κάφκα είναι σίγουρα η πιο ιδιάζουσα και ενδεχομένως η πιο ενδιαφέρουσα ευρωπαϊκή λογοτεχνική μορφή του 20ου αιώνα. Σκεφτείτε ότι τα μυθιστορήματά του έμειναν όλα ημιτελή και εντούτοις θεωρούνται ολοκληρωμένα αριστουργήματα. Αυτή η έννοια του ημιτελούς, της αδυναμίας του συγγραφέα τους δηλαδή να οδηγήσει την πλοκή τους σε κάποια λύση, κάτι που είχε να κάνει με τις εσωτερικές του αντινομίες, τους δισταγμούς και τις παλινδρομήσεις του, υπήρξε το έναυσμα του ενδιαφέροντός μου γι’ αυτόν. Έχω όντως περάσει αμέτρητες ώρες διαβάζοντας τις σελίδες του Κάφκα, έχω κρατήσει σημειώσεις επί σημειώσεων, όχι βεβαίως καθώς έγραφα το «Ενοχικόν», αλλά στη διάρκεια εικοσιπέντε τουλάχιστον χρόνων, όταν και διάβασα τον «Πύργο» για πρώτη φορά. Έκτοτε ο Κάφκα αποτελεί μια στα-θερή εμμονή μου και εμφανίζεται στα γραπτά μου συχνά, όχι ως ποιητής της ενοχής, αλλά ως Κάφκα και κύριος Κ., ως διχασμός και πάλη ανάμεσα σε δύο εαυτούς.

Υπάρχει κάποια σχέση επιρροής με τον πρώτο ποιητικό μονόλογο (μάλλον αυτόματης γραφής) που είναι το «Μια εποχή στην κόλαση» του Ρεμπώ;
Πρέπει να πω ότι ο Ρεμπώ, σαν μέγεθος διάνοιας με τρομάζει. Είναι ασύλληπτο για έναν ποιητή να έχει ολοκληρώσει το έργο του στα είκοσί του χρόνια και τούτο το έργο να είναι κανόνας και σημείο αναφοράς. Με την έννοια αυτή ο Ρεμπώ έχει επηρεάσει, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ολόκληρη τη σύγχρονη ποίηση. Ωστόσο, ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε απ’ τον νου μου, καθώς έγραφα το βιβλίο μου. Είχα όμως στον νου μου διαρ-κώς, εκτός από τον Κάφκα, τον Χάινερ Μύλλερ και τον Τόμας Μπέρνχαρντ.

Τι αναιρεί εντέλει τον κίνδυνο όλο αυτό το έργο να εκληφθεί ως «μιμήσεις ύφους, δάνειες σκέψεις και λογοκλοπές» ή «ανέξοδες ρητορικές και θεωρίες»;
Μα το ίδιο το έργο φαντάζομαι. Το οποίο στο σύνολό του είναι ένα τέχνασμα, ένα παιχνίδι με τη γλώσσα και με τις έννοιες, ένας εμπαιγμός των ανέξοδων ρητορικών. Η ιδέα της αναίρεσης είναι παρούσα διαρκώς. Ακόμη και το εύρημα, κυρίως αυτό, του χαμένου χειρογράφου αναιρείται από την πρώτη μέχρι την τελευταία αράδα. Άλλωστε όλη η λογοτεχνία είναι ένα τέχνασμα, και το λέω αυτό όχι απαξιωτικά, μα με την πλήρη ευθύνη του συγγραφέα. Η τέχνη τέχνας κατεργάζεται για να μπορέσει να επιτελέσει τον ρόλο της. Το γράφω εξάλλου και σε κάποιο σημείο «πως χρειάζομαι τα ψέματα για να επιβιώσω απ’ την αλήθεια».

Υπάρχει κάποιο έρμα/έρεισμα αυτού του έργου με την πόλη που ζεις;

Παρότι η πόλη δεν κατονομάζεται, προσδιορίζεται εντούτοις από κάποια κομβικά της σημεία, όπως η παραλία, το λιμάνι ή το Μέγαρο Μουσικής. Αν και αυτά δεν έχουν καμιά μυθοπλαστική σημασία, έχουν ωστόσο κάποια χρηστική σκοπιμότητα. Εκείνο που ήθελα να καταδείξω είναι ένα αστικό τοπίο, ένα δομικό περιβάλλον κατάλληλο να φιλοξενήσει τον μικροαστό ήρωά μου. Προτίμησα λοιπόν να κινηθώ σε ένα χώρο που γνωρίζω καλά και που αποτελεί μέρος της ψυχοσύνθεσής μου, γιατί, ας μην ξεχνάμε ότι η σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του είναι αμφίδρομη και καθοριστική και για τους δυο. Θέλω να πως ότι ακόμη και σε εκείνες τις δουλειές μου όπου η πόλη είναι απούσα, η πόλη μου είναι εκεί, και αν δεν την περιγράφω εγώ με περιγράφει εκείνη.

 




TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ