{ CITY URBAN LIVING }

Αμάντα Μιχαλοπούλου (μυθιστόρημα «Πώς να κρυφτείς»)

 

Κατηγορίες: Συνεντεύξεις Πρόσωπα

Αμάντα Μιχαλοπούλου (μυθιστόρημα «Πώς να κρυφτείς»)



Σαν άλλο αποδημητικό (;) πουλί που μόλις επέστρεψε στην Ελλάδα από το Βερολίνο  στο τελευταίο της μυθιστόρημα «Πώς να κρυφτείς» (εκδ. Καστανιώτη) παρουσιάζει την πορεία ενός ανθρώπου που αναζητά την ταυτότητά του καθώς κινείται κι αυτός παλινδρομικά ανάμεσα σε χώρες, χώρους και χρόνους. Η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου έδωσε συνέντευξη στην Γκέλυ Μαδεμλή και το περιοδικό CITY.

Το τελευταίο βιβλίο σας είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα σας. Πώς συνδέεται αυτό με το ότι ο κεντρικός χαρακτήρας του μεγαλώνει, έστω και εκ περιτροπής, με δύο οικογένειες;
Μερικές φορές η λογοτεχνία στρέφει πρωθύστερα την προσοχή μας σ’ ένα θέμα που θα μάς απασχολήσει και στη ζωή. Έχασα τον πατέρα μου, ενώ είχα ήδη αρχίσει να γράφω αυτό το βιβλίο. Το θέμα της πατρότητας, που ήδη με απασχολούσε, απέκτησε ξαφνικά ακόμη μεγαλύτερο βάθος και δραματικότητα.

Τι εξυπηρετεί η αλλαγή της οπτικής γωνίας της αφήγησης από κεφάλαιο σε κεφάλαιο;
Κυρίως εξυπηρετεί το γεγονός ότι ο κεντρικός μου ήρωας, ο Στέφανος, είναι πολύ εσωστρεφής και δύσκολα εκδηλώνει τις σκέψεις του, οπότε μιλούν οι άλλοι γι’ αυτόν. Η αδερφή του, μια μαθήτρια ερωτευμένη μαζί του, η γυναίκα του, ο απαγωγέας του. Αλλά η πολυπρόσωπη αφήγηση είναι επίσης πολύ διασκεδαστική, δημιουργική και δημοκρατική, επειδή μαθαίνουμε να αντικρίζουμε τον κόσμο μέσα από τις ερμηνείες διαφορετικών αφηγητών. Ως συγγραφέα μ’ ενδιαφέρουν πολύ οι διαφορετικές αφηγηματικές θερμοκρασίες.

Το εξώφυλλο του βιβλίου έχει κάτι ειρωνικό: Πίσω από τα γράμματα του τίτλου εκτείνεται ένα άδειο δωμάτιο. Πώς και πού λοιπόν να κρυφτείς, σε ένα άδειο δωμάτιο! Πρόκειται για μια δική μου καταχρηστική ανάγνωση ή η φωτογραφία αυτή από το βερολινέζικο δωμάτιο / «Berliner Zimmer» έχει τη δική της ιστορία;
Η φωτογραφία είναι πράγματι ειρωνική, μεταδίδει κι εκείνη το κεντρικό νόημα του βιβλίου, ότι δηλαδή δεν γίνεται να κρύβεσαι απ’ αόριστον. Είναι μια φωτογραφία που αγαπώ ιδιαίτερα: απεικονίζει ένα εγκαταλελειμμένο γραφείο του Πανεπιστημίου Χούμπολτ, στο ανατολικό Βερολίνο, έχει τα χρώματα και τα υλικά της δεκαετίας του 70, όπου διαδραματίζεται ένα κομβικό σημείο του μυθιστορήματός μου, και φέρνει μαζί της και τον αέρα της Ιστορίας.

Ο σύζυγός σας αναλαμβάνει να στριμώξει στο φωτογραφικό κάδρο πράγματα που συχνά δεν έχουν ύλη, ενώ εσείς καλείστε να διαλέξετε λέξεις για να αποδώσετε στοιχεία και του υλικού κόσμου. Μπαίνετε ποτέ στη διαδικασία να αλλάξετε θέσεις και ρόλους;
Εκείνος ναι, γράφει και συνδέει συχνά τις εικόνες του με λέξεις. Εγώ όχι. Στις καλύτερες στιγμές συνεργαζόμαστε για να εκφράσουμε με παραπληρωματικό τρόπο μια ιστορία, όπως για παράδειγμα στο κοινό μας βιβλίο «Η Χήνα» μια ανασύσταση της οικογενειακής ιστορίας με δικά μου κείμενα και δικές του φωτογραφίες και σκίτσα.

«Οι ακίνδυνοι άνθρωποι γράφουν επικίνδυνα βιβλία» γράφετε στο διήγημα «Η πιο ωραία στιγμή». Υπάρχουν βιβλία που μπορούν να θεωρηθούν επικίνδυνα; Και πάλι στο ίδιο διήγημα, η νεαρή δημοσιογράφος αναφέρεται ίσως σε εσάς την ίδια;
Ναι, υπάρχει έντονα αυτοβιογραφικό υπόβαθρο στο διήγημα που αναφέρετε. Είναι ένα διήγημα που προέκυψε άμεσα από την εμπειρία μου ως δημοσιογράφου, από τις δεκάδες συνεντεύξεις μου με συγγραφείς στην εφημερίδα Καθημερινή, στη δεκαετία του 90 κυρίως. Σκεφτόμουν τότε ότι ενώ ένιωθα συγγραφέας μέσα μου, για εκείνους παρέμενα εντελώς ακίνδυνη, μια δημοσιογράφος του πολιτιστικού. Αυτό που δεν ήξεραν ήταν ότι παρακολουθούσα τις εκφράσεις του προσώπου τους και δημιουργούσα ήδη από τότε μια πινακοθήκη χαρακτήρων. Ήταν το μυστικό μου.

Πολύ συχνά αναπτύσσετε την ιστορία μερικών ελληνικών οικογενειών σε σχέση με την εκάστοτε ιστορική συγκυρία: μπορεί κανείς να καταλάβει περισσότερα πράγματα για την ελληνική ιστορία αν σταθεί στον τρόπο δομής και λειτουργίας αυτών των οικογενειών;
Ελπίζω πως ναι. Η ελληνική οικογένεια είναι καθρέφτης του τρόπου που λειτουργεί ο ευρύτερος κοινωνικός ιστός. Οι εξουσιαστικές σχέσεις, το κρύψιμο των προβλημάτων κάτω απ’ το χαλί, το βόλεμα των παιδιών στο Δημόσιο- όλες οι παθογένειες της ελληνικής οικογένειας αντικατοπτρίζονται στην κοινωνία.

Συχνά χρησιμοποιείτε και τη φράση: «Έκλεισε τη στρόφιγγα [της σκέψης]». Σε ποιο βαθμό γίνεται αυτό σκοπίμως; Υπάρχει ευκρινώς ο υπαινιγμός πως η σκέψη, κατ' επέκτασιν και η συγγραφική δημιουργία, είναι κάτι ρέον -του οποίου την κυκλοφορία μπορούμε να ελέγξουμε;
Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της συγγραφής. Ότι ο κάθε συγγραφέας μπορεί να δώσει σε μια ιστορία τη δική του κατεύθυνση, ακολουθώντας τις εμμονές του, αλλάζοντας τη ροή της στρόφιγγας.

Αρθρογραφούσατε για χρόνια στο κυριακάτικο της Καθημερινής. Άλλαζε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζατε την πράξη της γραφής;
Το χρονογράφημα βασίζεται σε ένα κοινό παρόν που απασχολεί τα μέλη μιας κοινότητας κι είναι αναλώσιμο- μπορεί να μην έχει νόημα σε δύο  χρόνια. Το στοίχημα του μυθιστορήματος είναι να επιβιώσει ως μυθοπλαστική διαπραγμάτευση μιας εποχής. Είναι δύο διαφορετικές λειτουργίες, κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, απλώς μεταχειρίζονται διαφορετικούς κώδικες.

Τα βιβλία σας  έχουν μεταφραστεί και σε άλλες γλώσσες. Είχατε εποπτεία αυτών των μεταφράσεων;
Μόνο στις γλώσσες που μιλάω. Γενικά η μετάφραση είναι μια πράξη εμπιστοσύνης…

Το Βερολίνο δεν είναι πόλη, αλλά κατάσταση, αναφέρετε και πάλι στο «Πώς να κρυφτείς». Τι είναι αυτό που προσδίδει σε αυτό το αστικό περιβάλλον αυτή την ιδιότητα; Υπάρχει κάτι που να σας λείπει από αυτή την «κατάσταση», από το Βερολίνο;
Η «κατάσταση» του Βερολίνου σχετίζεται άμεσα με την ιδιαιτερότητα αυτής της πόλης. Είναι ένα νησί μέσα στη Γερμανία, ένας τόπος που προσηλυτίζει εύκολα ανθρώπους κάθε λογής οι οποίοι δεν ανήκουν ή δεν θέλουν ν’ ανήκουν. Στην αρχή μοιάζει με άσκηση δημοκρατίας, αλλά είναι μια πόλη με αργούς ρυθμούς που χρειάζεται μεγάλη εσωτερική πειθαρχία. Αλλιώς μπορεί πολύ εύκολα να απορροφηθείς από την πολλή… δημοκρατία, που είναι και μια μορφή ευκολίας, και να περιδιαβαίνεις το Βερολίνο σαν ένα άδειο ιδανικό σκηνικό. Ξεχνάς κάπως τους στόχους σου, άγεσαι και φέρεσαι από το ρυθμό της πόλης. Φυσικά και μού λείπει η ευκολία του Βερολίνου, το dolce far niente, αλλά προσωπικά ήθελα να περάσω σε μια νέα κατάσταση. Και η σημερινή Ελλάδα είναι για μένα νέα, ενδιαφέρουσα και γεμάτη εκπλήξεις…







TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ___