{ CITY URBAN LIVING }

Δημήτρης Δημητριάδης (Θέατρο, ποίηση, πεζογραφία, μετάφραση)


Δημήτρης Δημητριάδης (Θέατρο, ποίηση, πεζογραφία, μετάφραση)

Ο Δημήτρης Δημητριάδης έδωσε συνέντευξη στην Νατάσα Χολιβάτου και το περιοδικό CITY. Από τις σπουδαιότερες πνευματικές προσωπικότητες της χώρας, με σημαντική αναγνώριση και εκτός των συνόρων, μιλά για το έργο του, για τη συγγραφή και τη λογοτεχνία.

Αλήθεια πώς ξεκίνησε η βαθύτερη σχέση σας με το βιβλίο και τη γραφή;
Δεν υπήρχε επίγνωση του πράγματος στην αρχή καθόλου. Ήταν σχετικό με μια ασυνείδητη κατάσταση και επειδή γινόταν στο πλαίσιο του σχολείου και των μαθημάτων, δεν πήγαινε πιο πέρα από αυτό... Αλλά ήδη από το δημοτικό με τις εκθέσεις και τις αντιδράσεις που προκαλούσαν κάποια πράγματα που έγραφα, κάτι εισέπραττα. Σαν να με ξεχώριζαν σ' αυτό, σαν να μην ήταν απλώς μια καλή έκθεση μόνο, σαν να είχε κάτι περισσότερο από αυτό, από ένα καλογραμμένο κείμενο. Αυτό κράτησε αρκετά χρόνια κι ακόμα και στο γυμνάσιο συνεχίστηκε. Ήταν αντιδράσεις που έβρισκαν έναν αντίκτυπο μέσα μου. Δεν ήταν σαν ένας απλός έπαινος ως μαθητής, αλλά δεν είχα καμία επίγνωση του πράγματος, απλώς το ευχαριστιόμουν. Στο γυμνάσιο με έβγαζαν οι καθηγητές και διάβαζα την έκθεση μου μπροστά σε όλους. Έπειτα στο Δημοτικό, είχαν έναν χοντρό βιβλίο που περνούσαν οι καλές εκθέσεις που διακρίνονταν και είχαν περάσει και οι δικές μου εκθέσεις εκεί μέσα. Και μετά αυτό συνεχίστηκε και μέχρι τα μέσα των σπουδών μου στο τότε γυμνάσιο και μετά βέβαια αυτό έγινε σιγά-σιγά αντιληπτό και συνειδητό, με το που άρχισα να διαβάζω πια λογοτεχνία. Μέχρι τα 13 - 14 δεν διάβαζα και πολύ, δεν είχα ακόμα ανακαλύψει συγγραφείς, βιβλία, και τα ανακάλυψα όταν κάποιος συμμαθητής μου στο γυμνάσιο μου είπε ότι υπάρχει η δανειστική βιβλιοθήκη του Δήμου. Και για μένα ήταν σαν να άνοιξε ένας κόσμος που δεν τον ήξερα από πριν και από 'κει άρχισα να δανείζομαι βιβλία και άρχισε μια σχέση άλλη η οποία έφερε και μια συνειδητοποίηση και μέχρι τα 15 - 16 είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ και να προχωρώ και περισσότερο. Μαζί με τη λογοτεχνία, είχα ανακαλύψει και το θέατρο μέσω των ραδιοφωνικών εκπομπών που γινόντουσαν και ήταν πάρα πολύ χρήσιμο, γιατί πραγματικά ήταν ένας τρόπος που δημιουργούσε μια οικειότητα με αυτό το είδος, ήταν σαν να γινόταν μες στο σπίτι σου, άσε που το ακούγαμε και με όλη την οικογένεια, καθόμασταν Κυριακή και Τετάρτη και έτσι γνώρισα πολλά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας από κει μέσα, και σιγά-σιγά άρχισα να θέλω να κάνω κι εγώ κάτι αντίστοιχο κι έτσι άρχισα να γράφω. Αν υπάρχει ένα πρώτο κείμενο που έγραψα, ήταν θέατρο, πρέπει να το έγραψα 15 - 16 χρονών. Ίσως επειδή με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο αυτό το πράγμα, γιατί ήταν η εποχή των αμερικανών συγγραφέων που ήταν πολύ διάσημοι και παίζονταν πάρα πολύ στην Ελλάδα και έκανα απομιμήσεις των έργων αυτών, ήθελα πολύ να τους φτάσω. Ήταν μια ανάγκη μεγάλη να γίνω σαν αυτούς επειδή τους θαύμαζα πάρα πολύ... Μετά έγινε πιο συνειδητό όλο το πράγμα, παρόλα αυτά, έδωσα στο Πανεπιστήμιο, πέρασα και στη Νομική και στη Φιλοσοφική, πήγα στη Νομική και ήταν τεράστια η πλήξη που βίωνα, απίστευτη ανία! Η μεγάλη συνειδητοποίηση έγινε όταν πήρα την υποτροφία πια για το εξωτερικό, για τις Βρυξέλλες και πήγα σε αυτή τη σχολή θεάτρου και κινηματογράφου. Εκεί μπήκα κατευθείαν στο θέμα... Ακόμα όμως ήθελα κι άλλα πράγματα, με ενδιέφερε και η σκηνοθεσία και ο κινηματόγραφος, ήταν όλα σε μια μεικτή κατάσταση αλλά σιγά-σιγά μέσα σε όλα αυτά επικρατούσε το γράψιμο, η γραφή, η δραματουργία, η οποία εκδηλώθηκε μέσα στο πλαίσιο της σχολής τότε, όπου στο πλαίσιο ενός μαθήματος για τη θεατρική γραφή έγραψα το πρώτο μου θεατρικό έργο την «Η τιμή της ανταρσίας στη μαύρη αγορά». Και μετά αυτό είχε τη συνέχεια που είχε, το θεωρούσα αυτονόητο ότι αυτός είναι ο προορισμός μου και ποτέ δεν αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε να κάνω κάτι άλλο.

Παραβρίσκεστε στις πρόβες των έργων σας;
Έχω φτάσει στο σημείο να μη θέλω πια να είμαι παρών, να θέλω να απουσιάζω, γιατί και στη Γαλλία όταν παρεβρέθηκα σε πρόβες, είδα ότι οι ηθοποιοί βλέπουν λίγο τον συγγραφέα σαν κάποιον που τους προκαλεί δέος, δεν κάνει πολύ καλό αυτό... Ή θα είσαι μέσα σε μια σκηνοθεσία και θα την παρακολουθείς βήμα προς βήμα και θα είσαι συμμέτοχος σε αυτό, ή το να πηγαίνεις πού και πού, να λες δυο τρία πράγματα και να φεύγεις, νομίζω δεν έχει νόημα. Εγώ θέλω να αφήνω τον σκηνοθέτη ελεύθερο και ανεξάρτητο να κάνει τη δουλειά του. Προσωπικά, εμένα με ενδιαφέρει το τι θα βγει από την ανάγνωση που θα κάνει ένας άλλος ενός δικού μου κειμένου. Έχω πολλή περιέργεια και μεγάλο ενδιαφέρον να δω τι θα βγει πέρα από αυτά που σκέφτομαι εγώ και τα οποία δεν εξαντλούν το έργο και πολλές φορές ανακαλύπτω και πράγματα που είναι πιο σημαντικά από αυτά που έχω σκεφτεί εγώ. Άρα είναι μια κατάσταση που δεν πρέπει κανείς καθόλου να την περιορίσει και να την εποπτεύσει αλλά να την αφήσει να λειτουργήσει μόνη της. Άλλωστε ένα έργο διαβάζεται με διάφορους τρόπους από διάφορους ανθρώπους, δεν επιβάλλεται μόνο μια ανάγνωση.

Από πού πηγάζει κυρίως η δημιουργικότητά σας;
Είναι μια διαδικασία τρομερά επίπονη και λυτρωτική συγχρόνως. Γίνεται μια φόρτιση και πρέπει να σου πω ότι πάντα το γράψιμο έπεται μιας περιόδου μεγάλης φόρτισης. Δηλαδή μια περίοδος που μπορεί να είναι φορτισμένη από πολλά αρνητικά πράγματα, προσωπικά προβλήματα, γεγονότα...

Είτε από χαρά είτε από λύπη;
Κυρίως το δεύτερο. Η λύπη είναι πιο φορτιστική. Με την έννοια ότι η χαρά είναι εξωστρεφής, ενώ η λύπη είναι περισσότερο προς τα μέσα. Και συνήθως την λύπη τη βιώνουμε μόνοι μας, αντίθετα με τη χαρά την οποία τη μοιραζόμαστε και η οποία τελικά δεν χρειάζεται και να εκφραστεί με άλλους τρόπους. Τώρα, να γράψεις ένα θεατρικό έργο επειδή είσαι χαρούμενος, δεν ξέρω να υπάρχει τέτοιο πράγμα, αλλά το να γράψεις ένα έργο επειδή είσαι λυπημένος, για παράδειγμα -ή μπορεί να είσαι και χειρότερα ακόμα!- είναι μια εσωτερική κατάσταση που σε πνίγει και σε οδηγεί εκεί. Βέβαια τα ζητήματα και τα θέματα που επιλέγω, είναι άμεσα συνδεδεμένα με αυτό που με απασχολεί. Δεν επιλέγω ένα ζήτημα που είναι έξω από μένα. Άλλωστε ό,τι έχω γράψει, και τα περισσότερα έργα μου είναι και ανέκδοτα, το έχω γράψει και χωρίς να έχω καμία δέσμευση εξωτερική είτε με πρόσωπα είτε με άλλα πράγματα.

Θέατρο, ποίηση, πεζογραφία, μετάφραση. Σας εκφράζει κάποιο είδος περισσότερο;
Κατά περιόδους το καθένα παίρνει τη σημασία του εις βάρος των άλλων λίγο. Δηλαδή κατά καιρούς είμαι πολύ δοσμένος στο θέατρο, μετά υπάρχει μια ανάγκη για ποιητική έκφραση και μόνο, αμιγώς. Βέβαια το θέατρο κυριαρχεί κατά περιόδους πολύ περισσότερο. Αλλά, ξέρεις, το θέατρο είναι ένα μεικτό είδος δηλαδή είναι και ποίηση για να μη πω ότι είναι κυρίως ποίηση, οπότε η σύλληψη, η γραφή ενός έργου θεατρικού μπορεί να σε γεμίσει, να σε ικανοποιήσει και να μπορείς να εκφρασθείς με όλα τα είδη εκεί μέσα, ακόμα και με το δοκίμιο, γιατί λειτουργείς με πολύ συνολικό τρόπο γράφοντας ένα θεατρικό έργο.

Ποιες ταινίες παίζουν αυτή την εβδομάδας στους κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης

 
:
Κατηγορίες: Συνεντεύξεις Πρόσωπα


TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


  Διαβάστε τα τελευταία νέα του Cityportal