{ CITY URBAN LIVING }

Θωμάς Κοροβίνης («Ο γύρος του θανάτου»)


Θωμάς Κοροβίνης («Ο γύρος του θανάτου»)

Ο Θωμάς Κοροβίνης, σε πλήρη λογοτεχνική δημιουργική δραστηριότητα, μιλά στον Xρήστο Mιχαλέρη και το περιοδικό CITY για το θεατρικό ανέβασμα του βιβλίου του «Ο γύρος του θανάτου» στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, την κυκλοφορία του μυθιστορήματος της ζωής του, το «’55», καθώς και την μουσική συνεργασία του με την Λιζέτα Καλημέρη, στο «Αγγελόπλασμα» του, με «τραγούδια του άφατου πόνου».

Τι σου είναι περισσότερο ενδιαφέρον στην υπόθεση του «Γύρου του θανάτου»;
Η υπόθεση, αν τη δει κανείς απλώς ως μια ενδιαφέρουσα ιστορία σε μια μαύρη ζοφερή εποχή μέσα στον τόπο και στον χρόνο, το ενδιαφέρον της είναι μεν σημαντικό, αλλά μικραίνει, αν δεν το συσχετίσεις με μια διαχρονικότητα, τρόπος του λέγειν ή τουλάχιστον με το σήμερα. Αν το συσχετίσουμε με αυτά που τραβάμε σήμερα, κι έχοντας υπόψη τη διαπίστωση ότι ο χρόνος που δούλεψε από τη σύλληψη του Παγκρατίδη, τη δολοφονία του Λαμπράκη και την εκτέλεση του το 1968 μεσούσης της χούντας, με ένα μεγάλο διάλειμμα της μεταπολίτευσης που έβαλε φτερά στα όνειρα μας και νομίσαμε ότι θα ζήσουμε μιαν άλλη Ελλάδα, την ωραιότερη του κόσμου, ήρθε μια ωραιότατη διάψευση - ήταν τελικά ένα διάλειμμα αυταπάτης, παρ’ όλο που τα πράγματα έδειχναν πως όλα είχαν κατοχυρωθεί, ότι η χώρα πέρασε σε μια ποιοτική αναβάθμιση, ότι υπήρχε μια αγωνιστικότητα, την οποία θα ακολουθούσαν πολλοί και θα «έπαιρναν τα όνειρα εκδίκηση», που λέει και ο Ελύτης.
 
Που είναι η ουσία στις ομοιότητες της σημερινής εποχής με την εποχή του Παγκρατίδη;
Η αποκαρδιωτική αίσθηση που έχουμε σήμερα είναι ότι ο χρόνος υπογείως μασκαρεμένος, συνδέεται με ένα σκηνικό διαφορετικό, αλλά με την ίδια ουσία, με τον ίδιο πυρήνα, μ’ εκείνα τα ζοφερά χρόνια, που έρχονται πάλι, γιατί η απάτη, η κακία, ο υφέρπων φασισμός, ένα κράτος που είχε εναγκαλιστεί το παρακράτος χωρίς να το αφήσει να φαίνεται, επανήλθε. Όσο αυτό αρχίζει να δείχνει τα δόντια του, γιατί δεν έχει αντιστάσεις - ο λαός είχε ήδη ενδώσει σε πάρα πολλά κι άρχισε να χάνει την ταυτότητα του, σε σημάδια καθολικής αλλοτρίωσης. Έτσι φαίνεται να επανέρχονται τα πράγματα, αλλά στην πραγματικότητα δεν έφυγαν ποτέ από τη θέση τους. Και αυτό είναι και το χειρότερο… Στεναχωριόμαστε που το διαπιστώνουμε… Οι πιο υποψιασμένοι άνθρωποι ξέρανε.. ήταν επιφυλακτικοί, σκεπτόμενοι, αλλά ήταν οι λιγότεροι, και οι λιγότερο ενδοτικοί, αυτοί που δεν κατέβασαν βρακιά. Στην ουσία, δηλαδή, δεν με απασχολούσε η υπόθεση Παγκρατίδη, ως ένα παιδί μοιραίο, σακατεμένο, ξεσκισμένο από όλους, σε μια εποχή φαρισαϊσμού της μετεμφυλιακής χοντροκομμένης Δεξιάς. Στο πρόσωπο του εκφράζεται η περιφρόνηση των άλλων, από τους πιο λαϊκούς έως τους επιφανείς οι οποίοι και εκείνοι συνενοχικώς καθένας με τον δικό του τρόπο, συνδιαμορφώνουν το πρόσωπο μιας εποχής της δεκαετίας του ’50 και του ’60. Το ζητούμενο το δικό μου ήταν, με αφορμή αυτήν τη φοβερή πηγή που εμένα με έκαιγε να δικαιώσω αυτό το μοιραίο παιδί, ήταν να δείξω να αποκαλύψω μέσω της λογοτεχνίας μιαν ολόκληρη εποχή με τα πρόσωπα, τους μηχανισμούς, την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων, το ανθρωποκυνηγητό, την ανθρωποφαγητότητα, τον φόβο που ήταν διάσπαρτος παντού σε όλα τα σπίτια, και ο φόβος του «δράκου», αλλά και ο φόβος της εξουσίας κυρίως, στην οποία εκεί ήταν κρυμμένοι οι μεγάλοι δράκοι που έπαιρναν κεφάλια κατά το νόμο.

Είχες άποψη για τη θεατρική μεταφορά του έργου;
Επειδή από την αρχή όταν ενδιαφέρθηκε ο Μαστοράκης, χάρηκα πολύ γιατί είναι ένας από τους πιο ανατρεπτικούς και ενδιαφέροντες σκηνοθέτες στο πανελλήνιο, επομένως πήγε σε χέρια άξιου, υποψιασμένου, πεπειραμένου και πολιτικοποιημένου και ρηξικέλευθου. Απ’ ότι είδα στην παράσταση στις γενικές πρόβες, βλέπω ότι πήρε πάνω του και ορισμένες πτυχές της ιστορίας, τις ανέπτυξε και διαπιστώθηκε από τις πρώτες αντιδράσεις του κόσμου, ότι βρίσκεται σε μια πολύ μεγάλη ταραχή και συγκίνηση, ξεσφίγγεται μέσα από κάποιες ρωγμές γέλιου, μέσα από έναν πικρό σαρκασμό, ιδίως από τα πρόσωπα της τραγουδίστριας και του τραβεστί. Από μένα έχει φύγει το έργο, παραδίδοντας το στον κόσμο, η ευθύνη ανήκει πλέον στο Νίκο Μαστοράκη.

Η περίεργη εποχή μας σε τι προκαλεί περισσότερο την έμπνευση σου; Σε ένα βιβλίο, σε μια μουσική, σε στίχους ή σε κάτι άλλο νέο;
Θέλω να πιστεύω ότι κάνω πράγματα ιδιαίτερα, κάνω έναν δικό μου πολιτισμό, δικά μου ανοίγματα και θέλω να είναι χρήσιμα τα πράγματα που κάνω, όχι απλά η καριέρα, να αγλαΐζουν, να κάνουν τις ψυχές τους να γεμίζουν. Βασικά είναι ο Λόγος πάντα, και τα άλλα διανθίζουν

Τα μουσικά σου με τη Λιζέτα Καλημέρη πώς πηγαίνουν;
Ανάμεσα στον «Γύρο του θανάτου» και το «’55» - το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής μου, που βγήκε πριν τρεις μήνες και αναφέρεται στον διωγμό των ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη με τα Σεπτεμβριανά το 1955, κυκλοφόρησα μια σύντομη νουβέλα το «Αγγελόκρουσμα – Η τελευταία νύχτα του Μεγαλέξανδρου», όπου κάνω λογοτεχνικό ήρωα τον Παπαδιαμάντη να αφηγείται την τελευταία νύχτα της ζωής του. Αυτό το κείμενο μαζί με την λατρευτή μου συνεργάτιδα Λιζέτα Καλημέρη, το παρουσιάζουμε στο «Ξέφωτο» στις 24 Απριλίου, όπου ερμηνεύοντας το κείμενο, ψέλνουμε, τραγουδάμε δημοτικά τραγούδια που υπάρχουν μέσα στο κείμενο και σκορπίζουμε μέσα στην ανάγνωση, αλλά και μετά από αυτήν, που κορυφώνεται η συναυλία, τριάντα τραγούδια του άφατου πόνου, υψηλού δραματικού κρεσέντο. Είναι πολύ ζωντανή ιδέα, μιλάει για την πορεία προς το θάνατο, φέρνοντας σου κάθαρση.

Τον κόσμο πώς τον βλέπεις με όλα αυτά που συμβαίνουν;
Αφού φτιάξανε ένα νέο είδος ανθρώπου τώρα. Βλέπω ότι υπάρχει κόσμος ακόμα, δείχνει αδυναμία και καταλαβαίνει. Εγώ αυξάνω τον κόσμο μου, σε δύσκολη εποχή, αλλά μειώνονται οι θιασώτες μιας παλιάς ποιότητας που κρατιόταν. Τα παιδιά τώρα είναι αλλού και η όλη κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη, βλέπεις τι γίνεται και με τις πρόβες, δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε, αλλά αυτά είναι τα ενδημικά προβλήματα των κρατικών θεάτρων…

Συνεχίζοντας ακατάπαυστα να περπατάς και να αφουγκράζεσαι τις μυρωδιές της πόλης, πώς τη βλέπεις τη Θεσσαλονίκη;
Η Θεσσαλονίκη έχει παραμπαγιατίνει, αλλά επειδή η λατρεία μας είναι μεγάλη, όταν ένα πράγμα το αγαπάς πολύ, μπορείς να το στρώσεις. Οι συμπολίτες μας, που έπρεπε από πολύ πιο νωρίς να ανατρέψουν το προγενέστερο στάτους και σήμερα η πόλη δείχνει να κοιμάται σαν «κοιμισμένη βασιλοπούλα». Θέλει δουλειά πολύ. Και με τον πρώην δήμαρχο στη φυλακή, να επιβεβαιώνει τον παροιμιώδη λόγο: «της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες». Αν και πλέον τον κλαίνε και οι προλετάριοι στο Καπάνι… «Μας φάγανε τον δήμαρχο μας…». Τι χαΐρι τι περιμένεις από ένα λαό που λέει κάτι τέτοια ακόμα…
 
info:
«Ο γύρος του θανάτου» στο Βασιλικό Θέατρο
και
Θωμάς Κοροβίνης και Λιζέτα Καλημέρη στη Μουσική σκηνή «Ξέφωτο»
Λυκούργου 1-3, Λαδάδικα, Τ: 23140 15911
Τετάρτη 24 Απριλίου
Ώρα έναρξης: 21:00

 
Cityportal Team:

  Διαβάστε τα τελευταία νέα του Cityportal