{ CITY URBAN LIVING }

Γιάννης Βούρος (παράσταση «Sunset Limited»)


Γιάννης Βούρος (παράσταση «Sunset Limited»)

O Γιάννης Βούρος έδωσε συνέντευξη στον Σωτήρη Ζήκο, αρχισυντάκτη του περιοδικού CITY.
Συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Αλέκο Συσσοβίτη στην παράσταση του έργου «Sunset Limited» Κόρμακ Μακάρθυ που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και έρχεται στο θέατρο Αυλαία.

Πώς προέκυψε η επιλογή αυτού του έργου;
Ηθικός αυτουργός είναι ο Αλέκος. Μου πρωτοπαρουσίασε το έργο πριν δύο χρόνια. Γοητεύτηκα και από το έργο και από τους ρόλους, ήμουν όμως ιδιαίτερα πιεσμένος τότε και ομολογώ πως είχα αρχίσει να σκέφτομαι επηρεασμένος από διάφορα γεγονότα την σταδιακή απαγκίστρωσή μου από το σανίδι. Επομένως η πρώτη μου αντίδραση ήταν από επιφυλακτική έως αρνητική. Το περασμένο καλοκαίρι ο Αλέκος επανήλθε και αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα -καλλιτεχνικό και εμπορικό- μάλλον σωστά επέμεινε και με έπεισε.
 
Ποιο είναι το στόρι και τα πρόσωπα του έργου;
Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με την αντιπαράθεση δύο κοσμοθεωριών. Αυτόν της πίστης για ένα καλύτερο μέλλον που εκφράζεται μέσα από τη θεωρία και τις πράξεις ενός πρώην κατάδικου και της μηδενιστικής και της απορριπτικής θέσης ενός καθηγητή Πανεπιστημίου που πρεσβεύει πως ό,τι και να κάνει ο άνθρωπος για να φτιάξει τον κόσμο καταλήγει πάντα στο να τον κάνει χειρότερο.

Εσύ ποιον ρόλο ερμηνεύεις και πώς είναι ως χαρακτήρας;
Τον καθηγητή ερμηνεύω. Έναν μοναχικό καβαλάρη της ζωής που δεν ελπίζει πια σε τίποτα -ιδίως στη θεωρία περί ύπαρξης Θεού- αλλά τώρα πια ούτε και στη γνώση και τις αξίες του Πολιτισμού. Πράγματα όπως τα βιβλία, η μουσική, το θέατρο που τον κρατούσαν μέχρι σήμερα σε επαφή και σύνδεση με τον κόσμο έχουν πια καταρρεύσει γύρω του. Άρα η μόνη διέξοδος γι’ αυτόν είναι η εθελουσία έξοδός του από τη ζωή. Ελπίζω να μην θεωρηθεί ύβρις αν τον παρομοίαζα με τον καθηγητή Λιαντίνη.

Υπάρχει κάποια ιδιαιτερότητα στην σκηνοθετική προσέγγιση της Άσπας Καλλιάνη; Ήταν επιλογή μια γυναίκα να σκηνοθετεί ένα έργο για δύο αντρικούς ρόλους;
Ο Αλέκος μου πρότεινε γνωρίζοντας τη σκηνοθετική μου ματιά και από άλλες δουλειές ν αναλάβω και τη σκηνοθεσία του έργου. Πέρα από την δυσκολία του εγχειρήματος -να σκηνοθετείς ουσιαστικά ένα έργο δύο ηθοποιών και τον εαυτό σου- προανέφερα πως δεν αισθανόμουν και στην καλύτερη, δημιουργικά πάντα εννοώντας, περίοδο της ζωής μου. Επομένως θεώρησα τίμιο να αρνηθώ και να προτείνω ένα σπουδαίο άτομο όπως είναι η Άσπα Καλλιάνη. Τη γνωρίζω αρκετά χρόνια , υπήρξε πολύτιμη βοηθός μου, αισθάνομαι πως ανήκουμε στην ίδια “φυλή” και οι σπουδές της στο εξωτερικό αποτελούν για μένα μια επιπλέον εγγύηση για το αποτέλεσμα της δουλειάς της. Πρέπει να σας πω ότι μετά από 32 χρόνια στο χώρο δικαιούμαι να στοιχηματίζω για τη αισθητική σφραγίδα των σκηνοθεσιών που θα αναλαμβάνει από δω και πέρα η Άσπα αλλά και την πρωτοπόρα προσέγγιση στον τομέα που αφορά τη διδασκαλία των ηθοποιών. Η Άσπα σκηνοθετεί ψυχές και όχι φωνές.

Επειδή ξέρουμε ότι το κοινό που βλέπει θέατρο στην Ελλάδα, είναι στην πλειονότητά του γυναικείο, πώς αντιμετώπισε μια κόντρα «ζωής και θανάτου» μεταξύ ανδρών;
Μα το έργο αφορά την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν ξεχωρίζει ικανότητες και μειονεκτήματα αρσενικού και θηλυκού. Δεν θα μπορούσε να σταθεί ένα τέτοιο έργο αν έμπαινε στη λογική της διελκυστίνδας και της αντιπαράθεσης μεταξύ του ανδρικού και του γυναικείου φύλου. Η ψυχή, το μυστήριο της ύπαρξης, τα αιώνια ερωτηματικά, οι πανανθρώπινες, πανάρχαιες αξίες περί “ευ ζην' και “ευ θνήσκειν” δεν έχουν φύλο. Κι όταν στο τέλος της παράστασης στο καμαρίνι έρχονται να μας ευχαριστήσουν με βουρκωμένα από λύτρωση μάτια «γι’ αυτό που είδαν» καταλαβαίνεις πως κάτι καλό συνέβη λίγο πριν, εκεί στα σκοτάδια της αίθουσας.

Πότε γράφτηκε αυτό έργο και πόσο «επίκαιρο» μπορεί να είναι σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση γύρω μας;
Το έργο γράφτηκε πριν 6-7 χρόνια και είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Όταν βλέπεις να καταρρέουν όλα γύρω σου, να χάνονται περιουσίες αλλά και να τσαλακώνονται ψυχές και συνειδήσεις, το μόνο που σου μένει είναι να στραφείς στον διπλανό σου, για μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα χέρι, ένα χαμόγελο. Η ανθρώπινη επαφή και οι φιλίες που μπορεί να γεννηθούν αυτήν την περίοδο -όπως άλλωστε και στο έργο για το οποίο συζητάμε- θα είναι διαχρονικές και ειλικρινείς. Γιατί θα είναι αφτιασίδωτες, και δεν θα έχουν την ανάγκη του “δήθεν”.

Γιατί νομίζετε ότι δεν υπάρχουν ελληνικά έργα που να εκφράζουν αυτά που συμβαίνουν γύρω μας σήμερα;
Θα υπάρξουν. Επαναπαυμένοι ήμασταν όλοι. Στο εύκολο, το εύπεπτο, το γρήγορο. Το θέαμα στην υπηρεσία της κατανάλωσης δεν απαιτούσε βάθος, δεν επεξεργαζόταν βασανιστικά ερωτηματικά και δεν ζητούσε απαντήσεις. Μεγάλος αριθμός έργων -γιατί υπήρχαν και εξαιρέσεις- εξυπηρετούσαν την έννοια του εφήμερου. Όμως επειδή υπάρχουν εξαιρετικοί νέοι συγγραφείς και γενικά καλλιτέχνες, πιστεύω πως πολύ σύντομα -ήδη φέτος έχουμε τα πρώτα δείγματα- θα χειροκροτήσουμε αξιόλογα δρώμενα επί σκηνής.

Πώς βλέπεις γενικά τα θεατρικά πράγματα στην Ελλάδα αυτήν την εποχή της κρίσης;
Ε, όταν έρχεται το φιρμάνι από το Δήμο της Αθήνας που θέλει να προχωρήσει στο κλείσιμο 36 θεάτρων επειδή δεν πληρούν προυποθέσεις ενός Μεταξικού νόμου του 1937 δεν μπορείς να είσαι και ιδιαίτερα αισιόδοξος. Από την άλλη χαίρομαι που βλέπω να γεννιούνται θεατρικές ομάδες από το τίποτα και να προσπαθούν να εκφραστούν πάση θυσία. Θα πρότεινα συνένωση δυνάμεων στο βαθμό που ενδιαφέρει τους πρωταγωνιστές και θιασάρχες και εξωστρέφεια. Επικοινωνία χρειάζεται το θέατρο στην Ελλάδα με το εξωτερικό κι αυτό είναι ευθύνη των αρμόδιων Υπουργείων. Αρχής γενομένης από το Εθνικό Θέατρο της χώρας.

info:
«Sunset Limited» στο θέατρο Αυλαία

 
Cityportal Team:

  Διαβάστε τα τελευταία νέα του Cityportal