Είδαμε την Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου στο 63ο ΦΚΘ

Σκέψεις για την ταινία Αναπαράσταση του Θ. Αγγελόπουλου στο 63ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. | Γράφει η Αγγέλα Μάντζιου

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022. Τιμητική εκδήλωση αφιέρωμα αναφοράς στον Θ. Αγγελόπουλο.
Προβολή της πρώτης ταινίας του σκηνοθέτη, Αναπαράσταση(1970).

Στην κατάμεστη αίθουσα στο Ολύμπιον, ύστερα από τον τυπικό πρόλογο καλωσορίσματος, προλογισμού της ταινίας από τους υπεύθυνους του φεστιβάλ, κλήθηκε να μιλήσει για την ταινία του Θ. Α., η προσκεκλημένη, σύζυγος του σκηνοθέτη, Φ. Οικονομοπούλου, η οποία ήταν και παραγωγός σε πολλές ταινίες του. Απευθύνθηκε στο κοινό των θεατών ευγενικά, εμφανώς συγκινημένη και αναφέρθηκε στην αφορμή έμπνευσης της ταινίας, στο χιούμορ του σκηνοθέτη και στις συνθήκες κινηματογράφησης, παραγωγής και δημιουργίας, της εποχής του 1970, μιλώντας για ένα σινεμά «χειροποίητο». Το λόγια της, αν και σύντομα, ήταν μεστά και καίρια. Το κοινό χειροκρότησε θερμά.

Ακολούθησε η μετάφραση στα Αγγλικά και εκδηλώθηκαν κάποιες αντιδράσεις στο άκουσμα του ονόματος τράπεζας- χορηγού του φεστιβάλ, υπογραμμίζοντας την λαϊκή πίεση-οργή εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και υπό το βάρος σχετικών αποκαλύψεων…

Ύστερα έσβησαν τα φώτα και αφεθήκαμε στην μαγεία των εικόνων του μεγάλου σκηνοθέτη.

Αναπαράσταση:

Το πλάνο ανοίγει σε ένα ορεινό χιονισμένο τοπίο. Φαίνεται ο δρόμος και δίνονται οι πρώτες πληροφορίες της ανθρωπογεωγραφίας και του πολιτισμικού στίγματος του τόπου που βρισκόμαστε και των κατοίκων του, σχολιάζοντας την φθίνουσα πορεία του πληθυσμού της περιοχής (Ήπειρος, επαρχία Τύμφης Νομός Ιωαννίνων, αριθμός κατοίκων κατά την απογραφή του 1939 και του 1965 (1250 και 85 κάτοικοι αντίστοιχα), στοιχεία παραπομπής σε ένα σινεμά- ντοκουμέντο που υπογραμμίζει ένα οικονομικό-κοινωνικό-πολιτικό ζήτημα, αυτό της ελάττωσης του πληθυσμού λόγω φτώχειας-μετανάστευσης.

Η πρώτη σκηνή αφήγησης ξεκινάει μ’ ένα λεωφορείο που σταματάει απότομα γιατί κολλάει πάνω στον πάγο. Οι επιβάτες κατεβαίνουν. Ύστερα παίρνει την στροφή για το χωριό και ένας άνδρας που κρατάει μια βαλίτσα, κατευθύνεται στο σπίτι του. Ακούγεται το παραδοσιακό τραγούδι, μωρή κοντούλα λεμονιά, αναφορά στην ερωτική επιθυμία και την ομορφιά μιας γυναίκας από την Βήσσανη, (χωριό στο Πωγώνι, Ιωαννίνων). Ο άνδρας φτάνει στο σπίτι του, μπαίνει στην αυλή (η εξώπορτα είναι ανοιγμένη) και ανοίγει την χαμηλή ξύλινη πόρτα του σπιτιού. Στο φτωχικό δωμάτιο βλέπει ένα μικρό παιδί καθισμένο στο πάτωμα. Σκύβει και το ρωτάει πώς το λένε. Εκείνο δεν απαντά. Τον κοιτάζει διερευνητικά. Ο άνδρας απομακρύνεται και στέκεται στο κάσωμα της πόρτας. Τότε εκείνο τον ρωτάει ξαφνικά -Κι εσένα, πώς σε λένε; Ο άνδρας βγαίνει στην αυλή. Μια γυναίκα, με άσπρο μαντήλι με σχέδια, δεμένο στο κεφάλι, με δύο παιδιά έρχεται προς το σπίτι. Τον αγκαλιάζει το ίδιο κι αυτός. Μπαίνουν στο σπίτι. Η γυναίκα, του βάζει να φάει. Κάθονται γύρω από τον σοφρά, το χαμηλό ξύλινο στρογγυλό τραπέζι. Ο μικρός κάθεται πιο ψηλά και τους παρατηρεί. Όλοι τον κοιτάζουν να τρώει. Ύστερα παγώνει η σκηνή, ο μικρός κοιμάται στην αγκαλιά της γυναίκας, τα βλέμματα όλων έχουν διάφορες κατευθύνσεις και πέφτουν οι τίτλοι της ταινίας.

Πρώτη συνθήκη, η επιστροφή του ξενιτεμένου στην εστία-πατρίδα, στο χωριό, στο σπίτι, στην γυναίκα.

Η ταινία είναι ασπρόμαυρη. Η ανάπτυξη της ιστορίας που διαπραγματεύεται, εξελίσσεται με διαρκή φλας μπακ, μια τεχνική που αρχικά φαίνεται να δυσκολεύει την πρόσληψη του υλικού αφήγησης, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται και να διευκολύνει σταδιακά την κατανόηση, αφού οδηγεί στην εστίαση γεγονότων και λεπτομερειών που δείχνουν ψηφίδα-ψηφίδα ολόκληρη την εικόνα, αυτήν ενός φόνου.

Μια γυναίκα σκοτώνει, με την βοήθεια του εραστή της, τον άνδρα της. Αρχαίος μύθος, υπόθεση τραγωδίας (Αγαμέμνων του Αισχύλου), πραγματικό γεγονός (είδηση σε εφημερίδες, υλικό αστυνομικού ρεπορτάζ, ανάκρισης, θέμα συζήτησης, αφορμή για ταινία, σε μια σύμπλευση γεγονότων ζωής και τέχνης), αναπαράστασης στο θέατρο ή στον κινηματογράφο.

Το σενάριο είναι πυκνό στην λιτή έκφραση της δομής και διάρθρωσης των σκηνών του. Οι διάλογοι είναι κοφτοί και σύντομοι. Υπηρετούν με ακρίβεια και σαφήνεια το νόημα που υπονοείται και εξυπηρετούν τον τρόπο συνεννόησης ενός λαϊκού κόσμου, αυστηρού και ολιγόλογου, λακωνικού και σκληρού, όπως το τραχύ τοπίο που τον περικλείει.

Πολλοί από τους ηθοποιούς-πρωταγωνιστές της ταινίας δεν είναι επαγγελματίες. Αυτό το στοιχείο αναδεικνύει την αυθεντικότητα και το ανεπιτήδευτο της έκφρασής τους στην απόδοση των χαρακτήρων, αναμοχλεύοντας ένα πρωτογενές – ακατέργαστο υλικό προ της γνώσης (σχολών, σχολείων κλπ), κατακτημένο από την εμπειρία και την φυσική αδρότητα, χειρονομιών, κίνησης, τρόπου ομιλίας. Στην ταινία παίρνουν μέρος ως κομπάρσοι και πολλοί κάτοικοι των χωριών(Βίτσας, Μονοδενδρίου). Έτσι αναμιγνύεται ένα αυθεντικό υλικό ανθρώπων, διαφόρων κατηγοριών: επαγγελματίες ηθοποιοί, ερασιτέχνες, κομπάρσοι.

Σχολιάζονται αριστοτεχνικά πολλά θέματα: οι σχέσεις, ερωτικές και κοινωνικές, η φτώχεια, η μετανάστευση, η εξουσία των αρχών, η ζωή στο χωριό, η διάσταση μορφωμένος -αμόρφωτος, η αισθητική(σπίτια, ρούχα, μουσική, ταινίες, εκδηλώσεις, καφενεία), το άτομο και το πλήθος, το γεγονός και η αναπαράστασή του, η διήγηση, η τεκμηρίωση και η καταγραφή ενός συμβάντος, ο δύσκολος τόπος και τρόπος του έρωτα, η διασκέδαση, (φαντάροι στο καφενείο του χωριού, κομπανία μουσικών με κλαρίνο – λαούτο – χορός, πολυφωνικό τραγούδι γύρω από την φωτιά), καφενεία χωριού και πόλης, οι μετακινήσεις με τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ με τα φορτώματα και τα μπαγκάζια στην οροφή, τα τρίκυκλα, ο συνωστισμός, το πλήθος, η παρέλαση του αγήματος, οι ταμπέλες των μαγαζιών-επιχειρήσεων (Πανδοχείον Ο Γοργοπόταμος), το κοινωνικό περιβάλλον στην διάσταση χωριό-πόλη, επαρχία-κέντρο, ο πολιτισμός του προσφερόμενου θεάματος και η διαφήμιση των θεαμάτων (Παλλάδιον, Όνειρα φαντάρων, μια μουσική κωμωδία), εικόνες με αναφορά στα σινεμά και τα έργα της εποχής (Θυμήσου αγάπη μου), αλλά καταγράφονται και τα συναισθήματα, ο φόβος, η επιφύλαξη, ο κρυφός πόθος, οι δισταγμοί, οι αντιδράσεις, ο κόσμος των μεγάλων και των παιδιών, το τοπίο, η σοφία των ηλικιωμένων και τα λόγια της πολύπαθης πείρας, η εισβολή των συνεργείων και των ειδικών στην ακινησία του χωριού και στην ησυχία της φύσης, οι τρόποι της επικοινωνίας (ερωτήσεις, μαρτυρίες, έρευνα, αυτοψία, καταγραφές), η κοινή γνώμη, η ανακριτική διαδικασία, η γραφειοκρατία.

Σχολιάζονται με κάποιες δόσεις χιούμορ ή πιο πικρά, κάποια θέματα, όπως η ζωή στο χωριό, όταν όλοι κοιμούνται με τις κότες (τρεις φαντάροι), η χρήση -πλαστογράφηση του ξένου ονόματος του νεκρού από τον άλλον προκειμένου να χτιστεί το άλλοθι, η αποστολή του γράμματος για να στοιχειοθετηθεί η απουσία, σκιά μιας δήθεν αναχώρησης, η στιγμή που ο ξενιτεμένος εισέρχεται στην αυλή κοιτάζοντας τον σκαμμένο κήπο, πετάει την αξίνα μέσα και μπαίνει ανυποψίαστος στο σπίτι, αγνοώντας το τέλος που επίκειται, ενώ ο θεατής το γνωρίζει ήδη αφού έχει προηγηθεί στην αφήγηση η αντίστοιχη σκηνή παγίδευσης και θανάτου.

Πολλοί ήχοι ακούγονται στην ταινία: τραγούδια, λαϊκά και δημοτικά, οργανικά, μοιρολόγια, θρήνοι, ερωτικά, κοινωνικά, [ενδεικτικά, Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη, Άντε Μάρω και Μαρίγια, Κοντούλα λεμονιά, Οργανικό μοιρολόι του Τάσου Χαλκιά, Όσο αξίζεις εσύ, του Απ. Καλδάρα, Κοντά στα ξημερώματα, του Γ. Ζαμπέτα κά], εμβατήρια, καμπάνες, φωνές, παιδικά παιχνίδια (με αναφορά στα ονόματα των πρωταγωνιστών), μαρσαρίσματα, κόρνες, στριγκλίσματα φρένων, τριξίματα, βήματα, πέτρες, παιχνίδια, κέρματα, κλειδαριές, αγκομαχητά, ανάσες ύπνου, βογκητά, μουρμουρητά, ψίθυροι, νερά από ποτάμια, ρυάκια, κακαρίσματα, τιτιβίσματα, τερετίσματα, αλυχτίσματα, γαυγίσματα, ντουντούκες διαφήμισης θεαμάτων, θόρυβος μηχανής λήψης, κατάρες-ύβρεις, ήχοι βροχής και αέρα…

Το τοπίο είναι ομιχλώδες και χιονισμένο. Οι άνθρωποι φορούν σκούρα ρούχα και στολές. Η γυναίκα φοράει ποδιά και τσεμπέρι στα μαλλιά. Υπάρχουν διάφορες ιδιότητες, ηλικίες, ειδικότητες και αξιώματα: μαγαζάτορες, δημοσιογράφοι, φαντάροι, χωροφύλακες, ανακριτής, ενωματάρχης, πρόεδρος, γυναίκες, γέροι και γριές με μαγκούρες-κεριά, παιδιά, συνεργείο λήψης, στο οποίο ενσωματώνεται και το πραγματικό συνεργείο- ομάδα αυτοψίας επιλογής χώρων-ανθρώπων, με τον σκηνοθέτη της ταινίας, σε μικρό ρόλο να συζητά με τον «μπάρμπα» του χωριού, ενσωματώνοντας τον δημιουργό στο δημιούργημα ως σφήνα μιας μαρτυρίας -ντοκουμέντου στο σώμα του σινεμά μυθοπλασίας.

Ενδιαφέρον στοιχείο που αποτυπώνει με φυσικό τρόπο την αλληλουχία του πριν και του μετά, μιας δημιουργικής διαδικασίας, όταν ο σκηνοθέτης βλέπει από πριν ως θεατής-δημιουργός το θέμα αλλά γίνεται και ρόλος ταινίας, παίζοντας τον εαυτό του.
Σ’ αυτό το πλαίσιο τεκμηρίωσης εντάσσονται και οι σκηνές των συνεντεύξεων διαφόρων προσώπων, όπως ακούγονται οι φωνές τους, διστακτικές και κάπως αφελείς, αθώες στην ανεμελιά ωραιοποίησης της ξενητιάς (αναφορά στο Τίμπιγκεν της Γερμανίας και σε κάποιες δουλειές) κι άλλες που διατυπώνουν μια απαισιόδοξη επιφύλαξη (να παν, να γνωρίσουν τον κόσμο, αλλά να γυρίσουν πίσω) ή η φάση της ανάκρισης ως επίπονη πιεστική διαδικασία διερεύνησης μέχρι να αποδειχθεί η αλήθεια.

Κάποιες σκηνές έχουν μια παραπάνω αύρα αισθητικής τελειότητας: η σκηνή της γυναίκας να καίει τα ρούχα του άνδρα της στο φαράγγι κι ο καπνός της φωτιάς να ανεβαίνει στο χιονισμένο τοπίο κι αυτή να μοιάζει με αλλόκοσμη φιγούρα…

Η σκηνή των δύο εραστών στο ποτάμι, όταν η κάμερα από ψηλά παρακολουθεί τον γρήγορο βηματισμό της γυναίκας να προφτάσει τον άνδρα κι αυτός απομακρύνεται κι εκείνη μένει μόνη της, κάτω από τα δέντρα του δάσους, δίπλα στο βουητό του ποταμού…

Η σκηνή όπου βαδίζουν στα αντικρινά πεζοδρόμια και σε απόσταση ο ένας από τον άλλον, η σκηνή στο χάνι όταν σμίγουν οι δυο τους, η σκηνή της ανάκρισης και της αναπαράστασης του φόνου, το τελικό πλάνο, της σύλληψης – συνοδείας των οργάνων της τάξης, οι εικόνες της απόπειρας λυντσαρίσματος από το συγκεντρωμένο -και βουβό στην αρχή- πλήθος, το βουητό της κατακραυγής και οι φωνές του αναθέματος…

Με όλες αυτές τις φωνές κλείνει και η ταινία, αφήνοντας στον θεατή περιθώριο να στοχαστεί πάνω στο θέμα, εκδίδοντας με την σειρά του, την δική του εσωτερική ετυμηγορία για το μερίδιο- βάρος της ενοχής των δύο κατηγορουμένων ή μόνο της γυναίκας, για το μέγεθος της ποινής, τιμωρία καταδίκης που απαιτείται-αποτιμάται ως πληρωμή της αποτρόπαιης πράξης. -Τι θα έλεγες εσύ;

[Η Αναπαράσταση είναι το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Έλληνα σκηνοθέτη Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και προβλήθηκε το 1970. Αποτελεί ταινία-σταθμό για τον Νέο ελληνικό κινηματογράφο (Ν.Ε.Κ), καθώς είναι η πρώτη ταινία που μεταβάλλει το καθιερωμένο “ευθύγραμμο” αφηγηματικό και σκηνοθετικό στιλιζάρισμα που χαρακτήριζε τον εμπορικό κινηματογράφο των προηγούμενων δεκαετιών.

Πρωταγωνιστούν η Τούλα Σταθοπούλου (Ελένη), ο Γιάννης Τότσικας (αγροφύλακας), ο Θάνος Γραμμένος (αδελφός της Ελένης), ο Πέτρος Χοϊδάς (εισαγγελέας), ο Μιχάλης Φωτόπουλος (άντρας της Ελένης), ο Αλέξανδρος Αλεξίου (αστυνόμος), ο Γιάννης Μπαλάσκας (αξιωματικός της χωροφυλακής) και πολλοί άλλοι.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου και αφορά την αστυνομική και δημοσιογραφική διερεύνηση του θανάτου ενός μετανάστη, που λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία δολοφονείται από τη γυναίκα του και τον εραστή της[1]. Η δολοφονία -πραγματικό γεγονός- συμβολίζει το θάνατο ενός χώρου, ενός κόσμου.

Κριτικές και διακρίσεις

Η ταινία απέσπασε πολύ καλές κριτικές, παρόλο που στο εξωτερικό δεν έγινε ιδιαίτερα γνωστή. Κέρδισε 5 βραβεία στο 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αποσπώντας θερμά χειροκροτήματα και πέντε βραβεία: καλύτερης καλλιτεχνικής ταινίας, β’ γυναικείου ρόλου (Τούλα Σταθοπούλου), φωτογραφίας (Γιώργος Αρβανίτης), πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και κριτικών καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους.

Επίσης, κέρδισε το βραβείο Φιπρεσκί – Ειδική Μνεία στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου. Οι κριτικοί της εποχής έμειναν εντυπωσιασμένοι από την αισθητική και την αφηγηματική πρωτοπορία της ταινίας.


Διαβάστε επίσης:

Αγγελόπουλος | 10 χρόνια από το τελευταίο του travelling