Υπάρχει μια σχεδόν απολαυστική ειρωνεία στον τρόπο με τον οποίο το Φεστιβάλ των Καννών, αυτό το ετήσιο, περίτεχνο μνημείο της ευρωπαϊκής αυταρέσκειας όπου η υψηλή ραπτική συναντά την υψηλή θεωρία περί κινηματογράφου, επιλέγει να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από το σκοτάδι. Είναι μια παράδοξη συνθήκη: άνθρωποι με σμόκιν των δέκα χιλιάδων ευρώ να συγκινούνται και να χειροκροτούν όρθιοι το βαθύ δράμα της εργατικής τάξης και τον ζόφο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Φεστιβάλ Καννών 2026: Τα βραβεία, οικογενειακά αδιέξοδα, πολιτικά αντίδοτα και μια Χρυσή διπλωματία
Φέτος, ο Χρυσός Φοίνικας πήγε στο «Fjord» του Κριστιάν Μουνγκίου μια ταινία για μια πολύτεκνη οικογένεια παραδοσιακών πεποιθήσεων που κρούει τον κώδωνα ενός κράτους πρόνοιας, ανίκανη να αντιληφθεί ότι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί δεν διαθέτουν ευήκοα ώτα. Αυτός είναι ο δεύτερος Φοίνικας για τον Ρουμάνο εραστή της λεπτομέρειας, δεκαεννέα συναπτά έτη μετά το «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες». Ελάχιστοι σκηνοθέτες έχουν αξιωθεί να επαναλάβουν αυτόν τον άθλο. Ακόμη λιγότεροι διέθεταν το ανάστημα για να τον δικαιώσουν.
Ο Μουνγκίου, με τη γνωστή του χειρουργική ακρίβεια, αποφεύγει τη φθηνή παγίδα του διδακτισμού. Δεν υπερασπίζεται τους ήρωές του, απλώς τοποθετεί την παραδοσιακή δομή απέναντι στην απόλυτη ορθότητα ενός συστήματος κοινωνικής προστασίας που τρέφεται από τη βεβαιότητα του αλάθητου. Το αποτέλεσμα; Οι προκαταλήψεις του ίδιου του θεατή αναδύονται στην επιφάνεια πολύ πριν πέσουν οι τίτλοι αρχής. Τα δώδεκα λεπτά επευφημιών στην αίθουσα Debussy δεν ήταν η συνήθης, αστική ευγένεια της Κρουαζέτ. Ήταν, πρωτίστως, μια συλλογική ανακούφιση.
Ο εξόριστος, ο “τύραννος” και το φαβορί
Το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής δόθηκε στον «Μινώταυρο» του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ. Ο δημιουργός του «Λεβιάθαν», έχοντας επιζήσει μιας σχεδόν μοιραίας περιπέτειας υγείας και τελώντας υπό καθεστώς αυτοεξορίας στο Παρίσι από την έναρξη της ρωσικής εισβολής, επέστρεψε με ένα έργο που φέρει το βάρος του πεπρωμένου. Η στιγμή της αποδοχής στην αίθουσα Lumière στερήθηκε της συνήθους φεστιβαλικής ελαφρότητας. Μιλώντας στη μητρική του γλώσσα, ο Ζβιάγκιντσεφ επέλεξε να απευθυνθεί απευθείας στον ένοικο του Κρεμλίνου: «Ο μόνος που μπορεί να σταματήσει αυτόν τον μύλο αίματος είσαι εσύ. Βάλτε τέλος στη σφαγή.»
Η προσθήκη του, βέβαια, διατυπωμένη με τη στωικότητα ενός ανθρώπου που γνωρίζει άριστα την απόσταση μεταξύ τέχνης και γεωπολιτικής, ήταν το πραγματικό highlight της βραδιάς: σημείωσε πως δεν ήταν βέβαιος αν ο Βλαντίμιρ Πούτιν παρακολουθούσε τη μετάδοση, καθώς προφανώς θα είχε επείγουσες αποφάσεις να λάβει. Η αίθουσα ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Επιβεβαιώνοντας, για πολλοστή φορά, πως ορισμένα βραβεία δεν απονέμονται για την αισθητική των κάδρων, αλλά για το θάρρος της υπογραφής.
Ο Ζβιάγκιντσεφ, ως γνωστόν, ήταν το αδιαφιλονίκητο φαβορί για το ανώτατο βραβείο. Το γεγονός ότι περιορίστηκε στη δεύτερη θέση θα ωθήσει τους μεν να μιλήσουν για μια γενναιόδωρη παρηγοριά και τους δε για μια κομψή άρνηση της κορυφής. Αμφότερες οι αναγνώσεις είναι ορθές, μια λεπτότητα που δεν διαφεύγει από κανέναν επαρκή γνώστη των Καννών, όπου η διπλωματία της κριτικής επιτροπής προσεγγίζει τα όρια της υψηλής στρατηγικής.
Η γεωμετρία της επιτροπής
Ομολογουμένως, ο πρόεδρος Παρκ Τσαν-Γουκ, ένας δημιουργός που με το «Oldboy» απέδειξε ότι κατέχει το μονοπώλιο στην κινηματογραφική ανατομία της ημιτελούς εκδίκησης, επέδειξε μια σχεδόν μακιαβελική δεξιοτεχνία. Κατάφερε να διανείμει τις δάφνες με τέτοια γεωμετρική ακρίβεια ώστε σχεδόν κανείς να μην υποστεί την ταπείνωση της πλήρους αγνόησης, χωρίς ωστόσο να ισοπεδώσει τις αξιολογικές ιεραρχίες. Μια γενναιοδωρία απολύτως μεθοδική, που ουδόλως θύμιζε φιλανθρωπία.
Το βραβείο Σκηνοθεσίας, μοιρασμένο σολομώντεια, κατέληξε στον Πολωνό Πάβελ Παβλικόφσκι για το «Fatherland», μια ανατομία της διαιρεμένης γεωγραφίας του 1945 και στο ισπανικό δίδυμο των Χαβιέρ Κάλβο και Χαβιέρ Αμπρόσι για το «La Bola Negra». Ο Παβλικόφσκι, εμφανώς απρόθυμος να μοιραστεί το βάθρο με τη σύγχρονη ιβηρική ποπ αισθητική, διατήρησε μια αξιοπρεπή, αποστασιοποιημένη απόσταση από το μικρόφωνο. Η σκηνή ανακάλεσε στη μνήμη εκείνα τα αμήχανα δείπνα της επαρχιακής αριστοκρατίας, όπου ο τελευταίος καλεσμένος αναγκάζεται να αρκεστεί στο εναπομείναν έδεσμα, πασχίζοντας να δείχνει ευτυχής.
Τα βραβεία ερμηνείας κινήθηκαν ομοίως σε τροχιά συμμετρίας. Οι Εμανουέλ Ματσιά και Βαλεντάν Καμπιάν τιμήθηκαν για το «Coward» του Λούκας Ντοντ, ένα queer δράμα χαρακωμάτων που διασώζει την ανθρώπινη τρυφερότητα μέσα στη λάσπη του Μεγάλου Πολέμου. Στο γυναικείο σκέλος, η Βιρζινί Εφιρά μοιράστηκε τη διάκριση με την Τάο Οκαμότο για το «All of a Sudden» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι. Το γεγονός ότι η Οκαμότο υπήρξε η μοναδική μη Ευρωπαία που ανέβηκε στη σκηνή φέτος, αποτελεί μια λεπτομέρεια που η ευρωπαϊκή κριτική προτίμησε, με τη συνήθη της διακριτικότητα, να μην πολυσχολιάσει.
Στο πεδίο του Σεναρίου, το «Notre Salut» του Εμανουέλ Μαρ, μια βουτιά στα δυσεπίλυτα ηθικά διλήμματα του γαλλικού δοσιλογισμού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποθεώθηκε από τον εγχώριο τύπο. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η καθολική γαλλική έγκριση θα αποτελούσε επαρκή λόγo σοβαρής καλλιτεχνικής υποψίας. Aυτή τη φορά, ωστόσο, οφείλουμε να τους αναγνωρίσουμε το δίκιο. Παράλληλα, το Βραβείο της Επιτροπής στη Βαλέσκα Γκρίζενμπαχ για το «The Dreamed Adventure» επιβεβαίωσε ότι η βουλγαρική μεθόριος παραμένει μια από τις πιο γόνιμες κινηματογραφικές ζώνες της ηπείρου.
Το λογότυπο και τα γιουχαΐσματα
Φυσικά, ένα φεστιβάλ δεν θα ήταν πλήρες χωρίς τις απαραίτητες παρασκηνιακές ίντριγκες της αγοράς. Η απόπειρα του δισεκατομμυριούχου Βινσέν Μπολόρ, μέσω του Canal+, να επιβάλει μια μορφή εταιρικής λογοκρισίας στους υπογράφοντες την επιστολή διαμαρτυρίας ενάντια στα μονοπώλια των μέσων ενημέρωσης, αντιμετωπίστηκε με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο: ένα καταιγιστικό, ρυθμικό γιουχάισμα κάθε φορά που το λογότυπο του καναλιού εμφανιζόταν στην οθόνη Lumière. Όταν η τέχνη συνομιλεί με το κεφάλαιο, το γιουχάισμα δεν είναι ατυχής συγκυρία. Είναι η μόνη υγιής αντίδραση.
Η Μπάρμπρα Στράιζαντ, εν τω μεταξύ, επέλεξε να μην εμφανιστεί για να παραλάβει τον Τιμητικό Φοίνικα, επικαλούμενη έναν τραυματισμό στο γόνατο. Οι κακές γλώσσες ψιθύρισαν ότι η απουσία της προσέφερε στην τελετή τη σοβαρότητα και τον χρόνο που της στερούσε η χολιγουντιανή της αίγλη.
Οι Κάννες του 2026 θα μνημονεύονται λιγότερο για τις ταινίες και περισσότερο για αυτά που είπαν οι δημιουργοί από το βήμα. Από τον βουβό ορθολογισμό του Μουνγκίου έως την απευθείας πρόσκληση του Ζβιάγκιντσεφ προς τον Πούτιν και τις αναφορές του Παβλικόφσκι στους σύγχρονους “αλγορίθμους” της εξουσίας, (αυτούς τους ψυχρούς, αυτοματοποιημένους και επαναλαμβανόμενους μηχανισμούς με τους οποίους τα καθεστώτα χειραγωγούν τις μάζες και διαγράφουν την ανθρώπινη ταυτότητα) οι ευχαριστήριοι λόγοι μετατράπηκαν σε μανιφέστα.
Ο Μουνγκίου δήλωσε, με τη γνώριμη ειρωνική του μετριοπάθεια, ότι μόνο ο χρόνος θα αποφανθεί για την αντοχή αυτών των ταινιών. Πιθανώς. Ωστόσο, η εικόνα ενός εξόριστου Ρώσου να εγκαλεί τον ηγεμόνα του σε ζωντανή παγκόσμια μετάδοση, δεν έχει ανάγκη την ιστορική απόσταση για να δικαιωθεί. Ήταν μια στιγμή όπου η κινηματογραφική οθόνη αποδείχθηκε ενοχλητικά μεγαλύτερη από την πραγματικότητα.

