Η άνοδος και η πτώση του ελληνικού βίντεο

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μια αφρικανική φυλή επρόκειτο να μετακινηθεί σε μια άλλη περιοχή, καθυστέρησε την μετακίνησή της γιατί ήθελαν να δουν το τελευταίο επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς Dallas. Όταν το έμαθαν κάποιοι τεχνικοί στο Hollywood τους έδωσε το έναυσμα να εφεύρουν το video, μια συσκευή η οποία μπορούσε να αποθηκεύσει μια ταινία ή ένα δρώμενο και να μπορεί το κοινό να το δει όποτε θέλει.

Την δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα υπήρχαν μόνο τα 2 κρατικά κανάλια. Ήταν κανάλια που ασκούσαν μια συντηρητική πολιτική προβολής ταινιών. Πρόβαλλαν ταινίες κυρίως του κλασσικού κινηματογράφου και ελληνικές ταινίες της χρυσής εποχής της δεκαετίας του ’60. Το πρόγραμμα της τηλεόρασης ολοκληρωνόταν κατά τις 12 με το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων και άρχιζε στις 3 το μεσημέρι. Ενδιάμεσα ο θεατής δεν είχε τίποτα να δει.

Με την έλευση του video ο κόσμος ξαφνικά μπορούσε να δει όποια ταινία ήθελε, ό,τι ώρα ήθελε, στο σπίτι του, από ένα ευρύ φάσμα που κάλυπτε όλα τα είδη. Πλέον έχουμε τον κινηματογράφο στο σπίτι μας.

Τα video club στην αρχή δεν υπήρχαν με την σημερινή τους μορφή, αλλά καταστήματα όπως δισκοπωλεία ή μικρά μαγαζιά που έβλεπαν το video ως συμπληρωματικό.
Οι διανομείς του βίντεο προσπάθησαν να μυήσουν τους Έλληνες επαγγελματίες να εξελιχθούν και μάθουν το νέο αυτό είδος.

Το 1983 ξεκίνησε η Videosonic ως εταιρεία διανομής με ταινίες τρόμου αρχικά, αλλά και ταινίες μικρών εταιρειών, ανεξάρτητων παραγωγών. Και έτσι άρχισε να διογκώνεται ο αριθμός των ταινιών που η κάθε εταιρεία έβγαζε κάθε μήνα. Μαζί με τις κυκλοφορίες μεγάλων ταινιών έβγαιναν και επανεκδόσεις παλιών ταινιών. Άρχισε να υπάρχει μια μεγάλη πολυσυλλεκτικότητα από είδη ταινιών και ιδιαίτερα από είδη ταινιών που είχαν εκλείψει όπως μιούζικαλ και γουέστερν.

Όταν ο κόσμος πήγε στα video club και είδε την ποικιλία των ταινιών που κυκλοφορούσαν τότε άρχισε να αγοράζει video και έγινε το video club μια καθημερινή μορφή διασκέδασης, όπου ο πελάτης έπαιρνε τις κασέτες του και ερχόταν σε καθημερινή επαφή με τους υπαλλήλους. Τα video club είχαν γίνει πλέον στέκια, ένας χώρος που ο πελάτης είχε προσωπική σχέση με τους υπαλλήλους, ένας χώρος κοινωνικοποίησης.

Τα καταστήματα ενοικίασης ταινιών αυξάνονταν συνεχώς. Το 1983 υπήρχαν συνολικά 35 και μέχρι το 1990 κορυφώθηκαν 3.500 καταστήματα πανελλαδικά. Ήταν η μόδα της δεκαετίας και άνοιγαν καταστήματα συνεχώς σε κάθε γειτονιά. Και άρχισαν όλοι να μπαίνουν στην νέα αγορά με σκοπό το άμεσα κέδρος. Επισήμως, έφθασαν να υπάρχουν 193 εταιρείες διανομής βιντεοταινιών, ενώ υπήρχαν και εκείνες που έκαναν πειρατεία.

Παρόλο ότι υπήρχε μεγάλη ποικιλία ταινιών, και αρκετές μεγάλες κα κλασσικές ταινίες, άρχισε ο χώρος του βίντεο να κατακλύζεται από φθηνές παραγωγές, απομιμήσεις κλασσικών ταινιών που έριξαν την ποιότητα.

Άρχισε να γίνεται επιθυμητό το ακατάλληλο περιεχόμενο. Πολλοί ανήλικοι έβλεπαν ταινίες τρόμου ή ερωτικές ταινίες. Έβλεπαν κάτι που δεν θα έπρεπε να κοιτάζουν αλλά ήταν γοητευτικό και ενδιαφέρον καθώς είχαν πλέον την δυνατότητα να το κάνουν.
Για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του κοινού άλλαζαν τα εξώφυλλα που τους δίνονταν και έπαιρναν οποιαδήποτε εικόνα που τους ικανοποιούσε για να προμοτάρουν την ταινία, ενώ άλλαζαν τον αρχικό τίτλο κάθε ξένης ταινίας ώστε να γίνεται εντυπωσιακός, πολλές φορές μακριά από τον αρχικό ξένο τίτλο αλλά και το νόημα της ταινίας.

Για πολλούς Έλληνες παραγωγούς το έναυσμα για την παραγωγή της ελληνικής βιντεοταινίας δόθηκε από την παραγωγή της ταινίας «Φάνη και Αλέξανδρος» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Αρχικά η ταινία γυρίστηκε σε βίντεο 2 ιντσών και μετά μετεγράφηκε σε φιλμ ώστε να παιχθεί στον κινηματογράφο. Αφού ένας τέτοιος δημιουργός χρησιμοποίησε μια τέτοια τεχνική γιατί να μην χρησιμοποιηθεί και αλλού είπαν οι παραγωγοί. Απ’ την άλλη όμως ο ελληνικός κινηματογράφος ήταν στα κάτω του και το κοινό δεν πήγαινε στις αίθουσες και έτσι στράφηκαν στην παραγωγή βιντεοταινιών.

Η πρώτη ελληνική βιντεοταινία ήταν η ταινία της εταιρείας Videocity «Απατών Ελλη..νικά». Αμέσως άρχισε η παραγωγή ταινιών για την αγορά του βίντεο, βάζοντας στο χώρο της παραγωγής και άλλες εταιρείες.

Υπάρχει η ανάγκη από το κοινό να δει ελληνική ταινία και στο βίντεο και άρχισε η παραγωγή να διευρύνεται ταχύτατα.

Το 1985, είναι χρονιά σταθμός για την ελληνική παραγωγή, καθώς αρχίζουν να εμφανίζονται οι μεγάλες εμπορικές βιντεοταινίες με μεγάλα ονόματα της εποχής αλλά και σταρ του παλιού εμπορικού κινηματογράφου. Οι ταινίες αυτές είχαν μεγάλη απήχηση στον κόσμο και τα video club έφτασαν στο σημείο να τις νοικιάζουν με λίστα αναμονής.
Οι παραδοσιακοί κινηματογραφιστές, άρχισαν να ενοχλούνται από το νέο μέσο και δεν ασχολήθηκαν παρά ελάχιστοι με αυτό. Ως εκ τούτου με την παραγωγή βιντεοταινιών ασχολήθηκαν άτομα από άλλα επαγγέλματα, που ελάχιστη σχέση είχαν με τον χώρο. Σύμφωνα με τους ανθρώπους που ασχολήθηκαν με την συγκεκριμένη αγορά συνέβη ό,τι και στον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60. Μπήκαν αρκετοί οι οποίοι έφυγαν το ίδιο γρήγορα όπως και μπήκαν.

Η πενταετία 1985-90 ήταν η χρυσή εποχή της παραγωγής βιντεοταινιών.

Η τεχνολογία έδινε την δυνατότητα με μικρό κόστος να δουλεύουν πολλοί, όπως σκηνοθέτες, ηθοποιοί, εικονολήπτες. Δεν χρειάζονταν πολλά, ένας μπούμαν, ένας ηλεκτρολόγος, ένας φωτιστής και ένας κάμεραμαν. Η ταινίες γυρίζονταν σε μαγνητική ταινία χωρίς φιλμ, πράγμα που έδινε να την δυνατότητα να πραγματοποιούνται πολλές λήψεις, με το μικρότερο κόστος.

Για την παραγωγή των ταινιών υπήρχαν μόνιμα συνεργεία που δούλευαν για την παραγωγή βιντεοταινιών και υπήρχαν σκηνοθέτες που έκαναν την παραγωγή μιας ταινίας μέσα σε λίγες μέρες, ενώ ταυτόχρονα μέσα στην ταινία διαφήμιζαν την επόμενη παραγωγή. Μέσα σε ένα διάστημα 10 χρόνων παρήχθη ένας τεράστιος αριθμός ταινιών, πάνω από χίλιες ταινίες.

Σε γενικές γραμμές, όμως, πρόκειται για κακές παραγωγές, πρόχειρα φτιαγμένες, κακής ποιότητας, που στην πλειοψηφία τους ξεπερνούσαν τα όρια του γελοίου και πολλές φορές και του χυδαίου. Εξαιτίας, όμως, αυτού διαθέτουν μια αθωότητα και μια τρέλα, καθώς άνθρωποι οι οποίοι δεν ήξεραν να ενώσουν 2 πλάνα μεταξύ τους ζούσαν από το συγκεκριμένο είδος.

Στην ουσία από αισθητικής άποψης οι περισσότερες ήταν ένα κινηματογραφημένο θέατρο καθώς γυρίζονταν μέσα σε λίγες μέρες και μέσα σε μια εβδομάδα ήταν έτοιμες να κυκλοφορήσουν. Για τους παραγωγούς αυτών των ταινιών ήταν πολύ καλές ταινίες με γυρίσματα σε φυσικούς χώρους, χωρίς την χρήση στούντιο.

Πολλές ταινίες γυρίζονταν για παράδειγμα στην διάρκεια μια κρουαζιέρας, όπου συνεργείο και ηθοποιοί έμπαιναν σε ένα πλοίο ξεκίναγαν να γυρίζουν την ταινία με τα ίδια ρούχα και τους ίδιους ηθοποιούς μέσα σε διάστημα 6 ημερών.

Πολλοί αστέρες του κινηματογράφου της εποχής σταμάτησαν να κάνουν κινηματογραφικές ταινίες και πήγαν εξ’ ολοκλήρου στο βίντεο, ενώ πολλοί σεναριογράφοι έγραφαν μια ιστορία την ημέρα, με έμπνευση από παλιές ελληνικές αλλά και ξένες ταινίες.

Αρχίζει όμως, και η αντίστροφη πορεία με πολλές εταιρείες να σταματούν την παραγωγή μέχρι το 1989 όπου επέρχεται ο ξαφνικός θάνατος της βιντεοπαραγωγής με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης. Η ελληνική παραγωγή εκμηδενίζεται και με την είσοδο των μεγάλων εταιρειών διανομής, όπου αρχίζουν να κυκλοφορούν πραγματικά καλές ταινίες των μεγάλων στούντιο, με τις εταιρείες σιγά-σιγά να κλείνουν και την ίδια μοίρα ακολουθούν και τα video club.

Το βίντεο ήρθε στην Ελλάδα, σε μια εποχή αποθέωσης του νεοπλουτισμού και του λαϊκισμού, και συνδέθηκε με μια εποχή η οποία δεν θεωρείται και από τις πιο φωτεινές της νεότερης ιστορίας. Για αυτό καταδικάστηκε στην συλλογική μνήμη αδίκως για τους ανθρώπους που το υπηρέτησαν. Συνδέθηκε με την κακογουστιά και το κιτς, που πολλές φορές είναι επαναστατικό και δεν εντάσσεται σε καθιερωμένες νόρμες αλλά ξεπεράστηκε από την εποχή του. Για αυτό και πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής βιντεοταινίας πετάχτηκε στα σκουπίδια. Σαφώς, όμως, το βίντεο βοήθησε του κινηματογραφιστές να επιβιώσουν σε μια εποχή που ο κινηματογράφος δεν είχε πολλές δυνατότητες και η τηλεόραση δεν είχε πολλές επιλογές.

Το βίντεο πλέον ανήκει στο παρελθόν μαζί με τα θερινά σινεμά. Το μέλλον πλέον βρίσκεται στο live streaming και στο νέο DVD που έδωσαν νέα ώθηση στην οικιακή θέαση.

Αμαργιανός Γεώργιος, μεταπτυχιακός φοιτητής ΕΑΠ Σύγχρονες Δημοσιογραφικές Σπουδές


Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023 | Φωτογραφίες από depositphotos.com