Κάποιος να με προσέχει | Κριτική

«Κάποιος να με προσέχει» στο «Αυλαία» Θεσσαλονίκης σε πανελλήνια πρώτη! | Κριτική παράστασης Παύλος Λεμοντζής

Πρόλογος

Για πρώτη φορά στην Ελλάδα το συναρπαστικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα Frank McGuinness «Κάποιος να με προσέχει» παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη, από 11 Νοεμβρίου 2022, σε παραγωγή του «Θεάτρου Αυλαία», ενώ τον Φεβρουάριο του 2023 κατεβαίνει στην Αθήνα, στο Θέατρο «Ιλίσια».

Η ομηρεία στη Μέση Ανατολή έχει γίνει σήμερα ακόμα πιο φρικτή υπόθεση, από ό,τι ήταν το 1992, όταν ο Frank McGuinness έγραψε αυτό το έργο.

Εμπνευσμένο από την εμπειρία του Brian Keenan και του John McCarthy, οι οποίοι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι στη Βηρυτό από Ισλαμιστές Τζιχαντιστές, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980.

Εκείνο που κάνει το θλιβερό συμβάν να αντέχει στη δοκιμασία του χρόνου, είναι ότι ξαναγεννιέται ως μια θεατρική παραβολή της ανθρώπινης ανθεκτικότητας και, μάλιστα, με τα αντίγραφα του Κορανίου και της Βίβλου στο στόμα των ομήρων.

Υπόθεση

Όπως λέει και η σκηνοθέτις Αθανασία Καραγιαννοπούλου στο σημείωμά της , το έργο, βασισμένο σε αληθινή ιστορία, μιλά για τρεις ομήρους (έναν Άγγλο, έναν Ιρλανδό κι έναν Αμερικανό) που είναι έγκλειστοι σ’ ένα βρώμικο κελί στη Βηρυτό, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, υπό το άγρυπνο βλέμμα των τρομοκρατών – απαγωγέων τους. Η προσπάθειά τους ν’ αντέξουν τις κακουχίες και την αγωνία του θανάτου εκδηλώνεται με δαιμονικό χιούμορ ή «παιχνίδια» διαφυγής. Μέσα από συγκρούσεις ή συναισθηματικές εξάρσεις, οι τρεις τους θα αγαπήσουν ο ένας τον άλλο και θα δεθούν με ισχυρότερα δεσμά και από τις αλυσίδες που τους κρατούν αιχμάλωτους.

«Θέλω το έργο μου να μιλήσει για το πώς τα ανθρώπινα όντα αντέχουν κάτω από φριχτές συνθήκες», λέει ο Φρανκ Μακγκίνες στο πιο πρόσφατο ανέβασμα του έργου στο Λονδίνο. «Αν και αληθινά τραυματικές και απειλητικές για τη ζωή τους, οι συνθήκες αυτές μπορούν να γίνουν κατανοητές ως προς τη φύση του κτήνους… Ήθελα να είναι ένα έργο για το “εδώ και τώρα” αυτών των τριών ανθρώπων, για το πώς επιβιώνουν, ποιες είναι οι οδοί διαφυγής τους».

Μια πολύ βαθιά σχέση εξελίσσεται ανάμεσα στους τρεις άντρες. Μια αγάπη που δεν τους τρομάζει και δε θέλουν να την αποφύγουν. Καθώς είναι δεμένοι με αλυσίδες, η εξάρτηση μεταξύ τους εντείνεται και η απώλεια του ενός γίνεται απόλυτα τρομαχτική για τον άλλον.

Το έργο ανήκει στην εποχή μας. Μια εποχή εξεγέρσεων, τρομοκρατίας αλλά και επαναπροσδιορισμού της ανδρικής συμπεριφοράς. Είναι μια ιστορία για κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν από πρώτο χέρι, αλλά που μιλά για όσα έχουν όλοι οι άνθρωποι στην καρδιά τους.

Δραματουργία

Ένας Αμερικανός γιατρός , ο Άνταμ, ένας Ιρλανδός δημοσιογράφος ονόματι Έντουαρντ και ένας Άγγλος καθηγητής πανεπιστημίου , ο Μάικλ, έχουν ριχτεί στο ίδιο ανήλιαγο κελί, χωρίς εξήγηση. Στην αρχή όλα δείχνουν να είναι στερεότυπα. Ο Άνταμ, η ενσάρκωση του ιδεαλισμού των Γιάνκηδων, περνάει χρόνο στο κελί του διαβάζοντας τη Βίβλο και διαλογιζόμενος. Ο Μάικλ, μια προσωποποιημένη εικόνα των ευγενικών εγγλέζικων τρόπων, παρηγορείται θυμούμενος τα σπουδαία έργα της αγγλικής λογοτεχνίας και ο Έντουαρντ , ένα άδειο «πυροβόλο» της Βόρειας Ιρλανδίας, που θέλει να κρατά σε εγρήγορση τους άλλους δύο.

Αυτοί οι άντρες μπορούν να μιλούν όλοι την ίδια γλώσσα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι τόσο εύκολο να καταλάβουν ο ένας τον άλλον, τουλάχιστον στον πρώτο καιρό της «συμβίωσής» τους.

Καθώς το έργο προχωρά, ο θεατρικός συγγραφέας ανατρέπει αυτά τα πρότυπα με απρόβλεπτους τρόπους. Καθ’ όλη τη διάρκεια, οι κυριολεκτικά αθέατοι απαγωγείς των ομήρων, τους παρακολουθούν με «κρυφά μάτια».

Εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η δυναμική του έργου να επαληθεύει το ένστικτο της επιβίωσης.

Αν και μέρος του χιούμορ είναι μαύρος παραλογισμός, όπως αρμόζει σ’ αυτή την υπαρξιακή αλλά άγρια υπόθεση, που ακόμη και οι ήρωες – όμηροι βλέπουν μερικές φορές ως γελοία, ο θεατρικός συγγραφέας επινοεί εκτεταμένες στροφές βοντβίλ (θεατρικό έργο 18ου αιώνα,το οποίο, ξεφεύγοντας από τα παραδοσιακά πρότυπα, σατίριζε τα ήθη). Για να κρατήσουν μακριά την απόγνωση και την παραφροσύνη, οι άντρες φαντάζονται και παραδίδουν μαθήματα επιβίωσης, όπως ακριβώς κάνει ένας επιζών ναυαγός σε ξερονήσι ή ένας ζογκλέρ στο εναέριο σχοινί ισορροπίας , χωρίς προστατευτικό δίχτυ. Ακροβατούν ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα. Επινοούν παιχνίδια μυαλού είτε γράφοντας φανταστικές επιστολές στα σπίτια τους είτε δοκιμάζοντας αλκοολούχα ποτά ή εφευρίσκοντας αΙτίες για «ενδοοικογενειακές» συγκρούσεις.

Το «δια ταύτα» της ιστορίας είναι η επαλήθευση του αποφθέγματος «το μεγαλύτερο αγαθό στον άνθρωπο είναι η ελευθερία» .

Η παράσταση

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι το έργο μοιάζει περισσότερο με διαμάχη στη Μέση Ανατολή, παρά με τη σύγκρουση μεταξύ Ιρλανδίας και Αγγλίας. Η αιχμαλωσία έχει φέρει στο ίδιο άθλιο επίπεδο τρεις άνδρες από διαφορετικές κουλτούρες, πεποιθήσεις και κοινωνικά στρώματα , ωστόσο, εξακολουθούν να διέπονται, και μέσα στο κελί, από τις ίδιες κοινωνικές διαφορές.

Πράγματι, αυτή η συμβίωση έχει κάποια σχέση με τη σύγχρονη αναταραχή στη Μέση Ανατολή. Όταν οι όμηροι αναγκάζονται να καλύψουν το κεφάλι τους με μαύρες πάνινες μαντήλες, είναι δύσκολο για το κοινό να μην σκεφτεί τη φοβερή φυλακή «Αμπού Γκράιμπ» στο Ιράκ.

Ο McGuinness περιγράφοντας τα δεινά των ομήρων σ’ αυτό του το έργο, είναι περισσότερο Μπέκετ (Περιμένοντας τον Γκοντό), παρά Κώστας Γαβράς (Κατάσταση πολιορκίας ). Το ανεπιτήδευτο κείμενό του δεν προσφέρει εκρηκτικούς λόγους για την αναλγησία του ανθρώπου προς άνθρωπο, ούτε βία επί σκηνής ούτε συζητήσεις για την φλέγουσα πολιτική που επιβάλλεται στη Μέση Ανατολή. Αρκείται στην εκμετάλλευση μιας πραγματικής τραγωδίας, για να φέρει στη σκηνή μια ψευδαίσθηση, αναφορικά με τις φαντασιώσεις, τα αστεία και τα πνευματικά πιστεύω των ηρώων του, ώστε οι απλοί θεατές εύκολα να βιώνουν τον βάρβαρο εγκλεισμό.

Ο στόχος του συγγραφέα είναι άξιος λόγου και ανάλυσης, αλλά δύσκολος. Ούτε ο Μπέκετ κατάφερνε πάντα να είναι εύληπτα τα έργα του. Αλλά ο McGuinness δεν είναι Beckett. Στο μεγαλύτερο κομμάτι της παράστασης οι ρόλοι των τριών ανδρών έχουν έναν τεχνητό τόνο άσκησης, όπως σε σχολική τάξη υποκριτικής. Για παράδειγμα, επιδίδονται σε επινοητικούς αυτοσχεδιασμούς, θαρρείς έχουν ορμηνευθεί να επιδεικνύουν τις δεξιότητές τους.
Δεδομένου ότι αυτοί οι χαρακτήρες σχεδιάστηκαν από τον συγγραφέα σχηματικά και μερικές φορές στερεοτυπικά, ο καθένας έχει μια, σαφώς, διαφορετική εθνικότητα, οικογενειακή κατάσταση, επάγγελμα κ.λπ. Έτσι, η ιστορία είναι άλλοτε διασκεδαστική, άλλοτε καθηλωτική ή συγκινητική . Όλο το παραπάνω συγγραφικό αποτύπωμα αποδίδεται στη σκηνή από τους τρεις ηθοποιούς, συγκλονιστικά.

Η διαφωτιστική, όμως, σκηνοθεσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, όπως και η μετάφρασή της, εστιάζουν σε μια συναρπαστική ψυχολογική εξερεύνηση εσωτερικού κόσμου τριών ανθρώπων, που υπομένουν μια ακραία εξευτελιστική μεταχείριση και μας δίνουν ένα είδος σύγχρονου φάσματος των αντιπροσωπευτικών ρευμάτων της φιλοσοφίας – από την προσωκρατική, τη στωική, μέχρι την υπαρξιστική και άλλα νεότερα ρεύματα – το οποίο διαπερνά η εξερεύνηση της εσωτερικής εμπειρίας, η έννοια την ύπαρξης του ανθρώπου, της ζωής και του θανάτου.

Οι ήρωες καταφεύγουν στο παιχνίδι ρόλων για να διατηρήσουν τη διάθεσή τους. Σε ένα στιγμιότυπο βλέπουμε τον ταραχώδη Άγγλο καθηγητή να αναπαράγει τη νίκη της Bιρτζίνια Γουέιντ, στο Wimbledon, επί της Μπέτι Στόουβ το 1977. Έξοχη σκηνή, ιδίως στην κορύφωσή της με το τραγούδι των Queen “ We are the champions” .

Το σκηνικό τ ης Μαίρης Τσαγκάρη είναι ένα ακάθαρτο δάπεδο με τρία βρώμικα στρώματα και αλυσίδες. Αρκεί, για να απεικονίσει την αθλιότητα αφενός και, αφετέρου, το «δωμάτιο των στεναγμών» των φυλακισμένων.

Ωστόσο, τρεις αξιόλογες ερμηνείες αναδύονται από αυτή την απίστευτη τρύπα της κόλασης. Αντίνοος Αλμπάνης, Δημήτρης Μάριζας και Πήτερ Ραντλ σ’ ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, που, για να εκτιμήσετε όλες του τις διαστάσεις : πόνο, θλίψη, απόγνωση, ψήγματα χαράς, νοσταλγία, ονειροπόληση, θυμό, χιουμοριστικές εξάρσεις, αγανάκτηση , δύναμη μα και ισοπέδωση ψυχής, πρέπει να δείτε την παράσταση.

Εξάλλου, είναι εφήμερη και φευγαλέα από την ίδια της τη φύση η καλλιτεχνική δραστηριότητα του ηθοποιού και, δυστυχώς, δεν αφήνει τα επιτεύγματά της χαραγμένα σε κάποια στέρεα χειροπιαστά υλικά, τα οποία μπορούν οι μελετητές των επόμενων γενεών να περιεργαστούν και να αξιολογήσουν με τη νηφαλιότητα που εξασφαλίζει, συνήθως, η χρονική απόσταση από τα γεγονότα. Θνησιγενής τέχνη το θέατρο, άρα δεν αφήνει πίσω της ό,τι η τέχνη, για παράδειγμα, του ζωγράφου. Ακριβώς γι’ αυτό γράφω το άρθρο και σας παροτρύνω να βιώσετε την εμπειρία. Είναι ξεχωριστή και, ίσως, απελευθερωτική για πολλούς θεατές που είναι εγκλωβισμένοι στα προσωπικά τους αδιέξοδα.

Ο δυνατός ΄Ανταμ – Πήτερ Ραντλ, ως ο σωβινιστής Αμερικανός που τραγουδά το Amazing Grace, είναι ένας πυλώνας σθένους κι αντοχής. Ο εκπληκτικός Αντίνοος Αλμπάνης είναι ο θρασύς Ιρλανδός που κρατά τους άλλους «ζωντανούς» με ανέκδοτα δραματοποιημένα και ευφυολογήματα. Ο αβρός Άγγλος καθηγητής του Δημήτρη Μάριζα είναι αγενής στην αρχή, αλλά αποκαλύπτεται σταδιακά αισιόδοξος και με ψυχή , καθώς αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες με την υπερηφάνεια ενός προκλητικού ανιχνευτή.

Η απομόνωση σπάνια είναι τόσο υποφερτή, μέσα σ’ ένα κλειστοφοβικό μπουντρούμι με το σπαθί πάνω από το κεφάλι.

Μερικές από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης προέρχονται από αυτό που δε φαίνεται. Οι αφανείς μεν, ωσεί παρόντες δε φύλακες, κάνουν τη διαμονή των ομήρων στο κελί ακόμα πιο ανατριχιαστική. Ωστόσο, θα ξεχωρίσω την ευρηματική σκηνοθετική σκηνή, λυτρωτική για τον ΄Ανταμ, όταν λάμνει με το μπουκάλι νερού- κουπί πάνω στο στρώμα – σχεδία, ενώ τη στεφανώνει το υπέροχα διασκευασμένο τραγούδι «Gangsta’s Paradise” των Coolio και Κιλιάν Μας.

Η Αθανασία Καραγιαννοπούλου συγκέντρωσε ένα πολύ ικανό καστ ερμηνευτών. Ο Πήτερ Ραντλ έχει δυναμική παρουσία, ως ο εθνικιστής Αμερικανός και τα μάτια του γίνονται γυάλινα, καθώς βυθίζεται στην τρέλα. Ο Έντουαρντ του Αντίνοου Αλμπάνη είναι χοντροκομμένος, σκληρός, ενίοτε χιουμορίστας, γεγονός που κάνει τις πιο ευάλωτες στιγμές του ιδιαίτερα απολαυστικές. Ο Δημήτρης Μάριζας εμφανίζει άψογο κωμικοτραγικό συγχρονισμό, ως ο ευρυμαθής ακαδημαϊκός , ο οποίος κατακτά το κέντρο αυτού του περίπλοκου χαρακτήρα.

Όταν οι όμηροι συζητούν, δεν μπορούμε να διακρίνουμε αν είναι μέρα ή νύχτα, ο συγκρατημένος, αποστειρωμένος φωτισμός του Λευτέρη Παυλόπουλου, τονίζει αυτό το άχρονο τοπίο στο υπόγειο κρατητήριο – κλουβί, με εντυπωσιακό τρόπο.
Η αφανής «παρουσία» των δεσμοφυλάκων είναι ξεκάθαρα αισθητή χάρη στις προσπάθειες της μουσικής επένδυσης και των φωτισμών.

Η παράσταση αποτελείται από εννέα σκηνές, ενώ ακούγονται αποσπάσματα από το τραγούδι της Ella Fitzgerald « Someone who’ ll watch over me” το οποίο δάνεισε στο έργο τον τίτλο του.
Δείτε αυτή την παράσταση ερμηνειών!!

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Σκηνικά- Κοστούμια: Μαίρη Τσαγκάρη
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική επιμέλεια: Αθανασία Καραγιαννοπούλου
Φωτογραφίες: Νίκος Βαρδακαστάνης
Παραγωγή: Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ
Επικοινωνία: Γιάννης Δαλάκας
Ερμηνεία:
Αντίνοος Αλμπάνης
Δημήτρης Μάριζας
Πήτερ Ραντλ
Η παράσταση είναι κατάλληλη για ηλικίες άνω των 16 ετών.

«Κάποιος να με προσέχει» στο «Αυλαία» Θεσσαλονίκης σε πανελλήνια πρώτη! | Κριτική παράστασης Παύλος Λεμοντζής


 

Διαβάστε επίσης:

Η νύχτα της Ιγκουάνα | Κριτική