13.4 C
Thessaloniki
15.1 C
Athens

Μαργκερίτ Ντυράς: Η συγγραφέας του πάθους και της οδύνης

Στις 4 Απριλίου του 1914 γεννιέται η Μαργκερίτ Ντυράς (Marguerite Duras). Η Ντυράς, γαλλίδα συγγραφέας και κινηματογραφίστρια, έμελλε να σημαδέψει με το έργο και τη ζωή της τον κόσμο της παγκόσμιας διανόησης.

Έγραψε το περίφημο «Χιροσίμα, Αγάπη μου…» που γυρίστηκε ταινία το 1959 ενώ ταινία έγινε επίσης η πιο σπουδαία της δουλειά, το μυθιστόρημα «Ο Εραστής», το 1984. Μία ιστορία προσωπική, δική της…

Γεννήθηκε στην Σαϊγκόν, στην Γαλλική Ινδοκίνα (σημερινό Βιετνάμ). Οι γονείς της έφτασαν στην Ινδοκίνα με αφορμή μια καμπάνια για εργασία στις αποικίες. Ο πατέρας της πέθανε λίγο μετά. Η δύσκολη ζωή της υπήρξε πηγή έμπνευσης για τα έργα της.

Σε ηλικία μόλις δεκαεπτά χρόνων, μετεγκαταστάθηκε στη Γαλλία, με σκοπό να σπουδάσει μαθηματικά. Νωρίς, όμως, εγκατέλειψε την επιστήμη των μαθηματικών, προκειμένου να ασχοληθεί με τις σπουδές πάνω στο αντικείμενο των πολιτικών επιστημών, που αγαπούσε και λάτρευε.

Κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, βρέθηκε να δουλεύει για την κυβέρνηση του Βισύ, αλλά, ταυτόχρονα, ήταν και μέλος της Γαλλικής εθνικής αντίστασης. Η αντιστασιακή δράση της την οδήγησε στα κάτεργα του Μπούχενβαλντ, όπου και κινδύνεψε σοβαρά η ζωή της.

Το 1943, θα κάνει την πρώτη της απόπειρα στα γράμματα και τη συγγραφική τέχνη, δημοσιεύοντας το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Les Impudents».

Μετά τον πόλεμο η Ντιράς εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε πολλά περιοδικά, μεταξύ τον οποίων και το Observateur. Εκτός από μυθιστορήματα έγραψε επίσης θεατρικά έργα, σενάρια για τον κινηματογράφο (μεταξύ των οποίων το διάσημο πλέον Χιροσίμα, αγάπη μου που κέρδισε την υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου) και ασχολήθηκε με την παραγωγή ταινιών.

Το βιβλίο της «Moderato Cantabile» (1958) κέρδισε το βραβείο «Prix de Mai» της ίδιας χρονιάς και δυο χρόνια αργότερα γυρίστηκε ταινία από τον σημαντικό Άγγλο σκηνοθέτη Πίτερ Mπρουκ.

Το 1984 έγραψε το βιβλίο «Ο εραστής» και κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο Γκονκούρ. Εμβληματικό έργο, ο «Εραστής» είναι μια υποβλητική αφήγηση με αυτοβιογραφικά στοιχεία, που τοποθετείται στη γαλλική Ινδοκίνα, όπου η συγγραφέας πέρασε την παιδική και εφηβική ηλικία μαζί με την οικογένειά της. Το βιβλίο γυρίστηκε ταινία από τον Ζαν Ζακ Ανό και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.

Η Μαργκερίτ Ντυράς θα φύγει από τη ζωή στις 3 Μαρτίου 1996.

Οι πρώτες εικόνες του εαυτού μου ξεπηδούν ανάμεσα στα οροπέδια, τη μυρωδιά της βροχής, του γιασεμιού, του κρέατος. Τα αποχαυνωτικά μεσημέρια στην Ινδοκίνα έμοιαζαν για μας τα παιδιά να περικλείουν ένα είδος πρόκλησης απέναντι στην πνιγηρή φύση που μας περιέβαλλε. Μια αίσθηση απαγορευμένου και μυστηρίου βάραινε πάνω στο δάσος. Εκείνη η περίοδος μας άρεσε τόσο πολύ στα αδέρφια μου και σε μένα που περιπλανιόμασταν για ώρες προσπαθώντας να ελευθερωθούμε από τις λιάνες που μπλέκονταν με τις ορχιδέες, κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να πέσουμε πάνω σε τίγρεις ή φίδια.

Η Μαργκερίτ Ντυράς μιλάει για την Μαργκερίτ Ντυράς

Όταν μιλούσε για τον εαυτό της στους άλλους δεν χρησιμοποιούσε το «εγώ», αλλά το τρίτο πρόσωπο λέγοντας «η Ντυράς»

Το 1971 η Μαργκερίτ Ντυράς έδωσε στη Λεοπολντίνα Παλλότα ντελα Τόρρε, δημοσιογράφο της εφημερίδας «La Stampa», συνέντευξη. Στην ουσία πρόκειται για την αυτοβιογραφία της. Η Ντυράς θα μιλήσει για τη ζωή της, το έργο της, την εποχή της αφάνειας αλλά και για την ξαφνική της επιτυχία και την παγκόσμια αναγνώρισή της (μετά την κυκλοφορία του βιβλίου της «Εραστής»), την πολιτική, το πάθος.

Μια συνέντευξη-ποταμός που δίνει απαντήσεις και σε πολλές σημερινές απορίες ή αναζητήσεις. Κυκλοφορεί σε βιβλίο με τον τίτλο «Μετέωρο πάθος», Εκδόσεις Ολκός.

Η ζωή της Μαργκερίτ Ντυράς είναι το μυθιστόρημα που τα προσφέρει όλα. Εξωτισμό, σκοτεινές οικογενειακές ιστορίες, ερωτισμό και έρωτες, σκηνές από τη δράση της γαλλικής Αντίστασης, προδοσία, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, λογοτεχνία και πολιτική, πολλή πολιτική

Γεννηθήκατε στο Gia Dinh, λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη Σαϊγκόν και μετά από αναρίθμητες μετακομίσεις με την οικογένειά σας ζήσατε ως τα δεκαοχτώ σας στο Βιετνάμ, τότε γαλλική αποικία. Πιστεύετε ότι είχατε μια ιδιαίτερη παιδική ηλικία;

Πολλές φορές έχω την εντύπωση ότι όλη μου η γραφή γεννήθηκε εκεί, ανάμεσα στους ορυζώνες, τα δάση και τη μοναξιά. Από εκείνο το κοκκαλιάρικο και χαμένο παιδί που ήμουν, μια μικρή περαστική λευκή, πιο Βιετναμέζα παρά Γαλλίδα, πάντα ξυπόλυτη, χωρίς ωράρια, χωρίς τρόπους, συνηθισμένη να κοιτάζω ώρες το δειλινό στο ποτάμι, με το πρόσωπο καμμένο απ’ τον ήλιο.

Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας παιδί;

Οι πρώτες εικόνες του εαυτού μου ξεπηδούν ανάμεσα στα οροπέδια, τη μυρωδιά της βροχής, του γιασεμιού, του κρέατος. Τα αποχαυνωτικά μεσημέρια στην Ινδοκίνα έμοιαζαν για μας τα παιδιά να περικλείουν ένα είδος πρόκλησης απέναντι στην πνιγηρή φύση που μας περιέβαλλε. Μια αίσθηση απαγορευμένου και μυστηρίου βάραινε πάνω στο δάσος. Εκείνη η περίοδος μας άρεσε τόσο πολύ στα αδέρφια μου και σε μένα που περιπλανιόμασταν για ώρες προσπαθώντας να ελευθερωθούμε από τις λιάνες που μπλέκονταν με τις ορχιδέες, κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να πέσουμε πάνω σε τίγρεις ή φίδια.

Μετά το θάνατο του πατέρα σας, στα τέσσερά σας χρόνια, απομείνατε εσείς, η μητέρα σας και οι δύο αδελφοί σας.

Τώρα που έχουν πεθάνει όλοι μπορώ να μιλήσω ελεύθερα. Ο πόνος με έχει εγκαταλείψει. Ο μικρότερος αδερφός μου είχε ένα κορμί αδύνατο, ευλύγιστο – μου θύμιζε, ένας Θεός ξέρει γιατί, το κορμί του πρώτου μου εραστή, του Κινέζου. Ήταν σιωπηλός, μονίμως τρομαγμένος, και δεν μπόρεσα να απαγκιστρωθώ απ’ αυτόν μέχρι την ημέρα που πέθανε. Ο άλλος αδερφός μου ήταν ένας αλήτης, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς τύψεις, πιθανόν και χωρίς καθόλου αισθήματα. Ήταν αυταρχικός και μας φόβιζε. Τώρα μου φέρνει στο νου τον ήρωα που ενσαρκώνει ο Ρόμπερτ Μίτσαμ στην ταινία Ο εκτελεστής του μεσονυκτίου, ένα μείγμα πατρικού και εγκληματικού ενστίκτου. Από εκεί νομίζω, προέρχεται αυτή η δυσπιστία που ένιωθα πάντα για τους άντρες.

Μία από τις τελευταίες φορές που τον είδα, ήταν όταν ήρθε σπίτι μου, στο Παρίσι, στην Κατοχή για να μου πάρει λεφτά. Ο άντρας μου, ο Ρομπέρ Αντέλμ, είχε σταλεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πολλά χρόνια αργότερα, έμαθα ότι είχε κλέψει και τη μητέρα μου και ότι τελικά πέθανε αλκοολικός σ’ ένα νοσοκομείο.

Το τελευταίο στάδιο του πάθους, ναι. Αρνήθηκα για χρόνια το πάθος που ένιωθα για τον αδερφό μου και που κρυβόταν κάτω απ’ το μίσος. Ο τρόπος που με κοιτούσε ήταν εκείνος που με έπεισε για το αντίθετο. Δεν ήθελα ποτέ να χορέψω μαζί του όταν μας χάρισαν το πικ-απ: η επαφή με το σώμα του μου προκαλούσε φρίκη και έλξη μαζί.

Το Χιροσίμα, αγάπη μου είναι γαλλική-ιαπωνική ταινία του 1959 σε σκηνοθεσία του Αλέν Ρενέ και σε σενάριο της Μαργκερίτ Ντυράς

Όταν φτάσατε στο Παρίσι, τι είδος ζωής κάνατε;

Φοιτητική. Παρακολουθούσαμε τα μαθήματα, βρισκόμασταν στα καφέ για να φάμε ένα σάντουιτς και να συζητήσουμε, το βράδυ πηγαίναμε στα μπαρ, ήμασταν όλοι νέοι, δεν είχαμε φράγκο. Δεν θυμάμαι και πολλά από εκείνα τα χρόνια. Ίσως επειδή σπάνια μιλάω γι’ αυτά. Μου φαίνονται μερικές φορές σαν βυθισμένα στο σκοτάδι.

Ποιος είναι ο απολογισμός των οκτώ χρόνων της προσχώρησής σας στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα;

Εξακολουθώ να είμαι μια κομμουνίστρια που δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της στον κομμουνισμό. Για να προσχωρήσεις σε ένα κόμμα, πρέπει να είσαι αυτιστικός, νευρωτικός, κουφός και τυφλός κατά κάποιο τρόπο.

Το πρώτο σας βιβλίο, Les impudents, κυκλοφορεί το 1943. Ήσασταν 29 ετών.

Ναι. Μιλούσε για το μίσος που ένιωθα για το μεγάλο μου αδερφό. Είχα στείλει το χειρόγραφο στον Κενώ -δεν τον ήξερα τότε- ο οποίος εργαζόταν στον Γκαλιμάρ. Όταν μπήκα στο γραφείο του ήμουν συγκινημένη, αλλά σίγουρη για τον εαυτό μου. Το βιβλίο είχε ήδη απορριφθεί από όλους τους άλλους εκδότες, ήμουν όμως βέβαιη ότι αυτή τη φορά θα το ενέκριναν. Ο Κενώ δεν είπε ότι ήταν καλό, είπε απλώς, ανασηκώνοντας το βλέμμα: «Κυρία μου, είστε συγγραφέας».

Το 1950, βγήκε το Φράγμα στον Ειρηνικό, το κατ’ εξοχήν βιβλίο για την εφηβεία σας.

Και το πιο δημοφιλές, το πιο εύκολο. Πουλήθηκαν πέντε χιλιάδες αντίτυπα. Ο Κενώ ήταν ενθουσιασμένος, έκανε σαν μικρό παιδί, το διαφήμισε πολύ και παρά τρίχα να πάρω το Γκονκούρ. Ήταν όμως ένα βιβλίο πολιτικό, αντιαποικιοκρατικό, και εκείνη την εποχή δεν έδιναν βραβεία στους κομμουνιστές. Πήρα το Γκονκούρ τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα με τον Εραστή, όπου άλλωστε επανέρχονται τα ίδια θέματα: η φτώχεια στις αποικίες, το σεξ, το χρήμα, ο εραστής, η μητέρα, τα αδέρφια.

Υπάρχουν πρόσωπα και καταστάσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα;

Αναγκάστηκα να λέω ψέματα για χρόνια όσον αφορά πολλές ιστορίες του παρελθόντος. Η μητέρα μου ζούσε ακόμη, δεν ήθελα να μάθει ορισμένα πράγματα. Μια μέρα, απόμεινα μόνη τελικά και είπα στον εαυτό μου: γιατί να μην πω την αλήθεια τώρα πια; Το κάθε τι στο βιβλίο είναι αλήθεια: τα ρούχα, ο θυμός της μητέρας μου, τα γλυκερά φαγητά που μας έβαζε να τρώμε, η λιμουζίνα και ο Κινέζος εραστής.

Ακόμα και τα λεφτά που σας έδινε;

Το θεωρούσα καθήκον μου να τα παίρνω από έναν δισεκατομμυριούχο για να τα δώσω στους δικούς μου. Εκείνος μου έφερνε δώρα, μας έκανε βόλτες με το αυτοκίνητο και μας προσκαλούσε όλους στο πιο ακριβό εστιατόριο της Σαϊγκόν. Στο τραπέζι κανείς δεν του απηύθυνε το λόγο, όλοι ήταν λίγο ρατσιστές στις αποικίες, και η οικογένειά μου έλεγε ότι τον μισούσε. Στο θέμα των χρημάτων όμως, έκλεινε τα μάτια. Τουλάχιστον δεν θα ήμασταν αναγκασμένοι να πουλήσουμε ή να υποθηκεύσουμε τα έπιπλα για να φάμε.

Τι άλλες αναμνήσεις έχετε απ’ αυτόν τον άνθρωπο;

Το κινέζικο κορμί του δεν μου άρεσε, χάριζε όμως απόλαυση στο δικό μου. Αυτό ήταν που ανακάλυψα τότε.

Τη δύναμη του πόθου;

Ναι, την ολοκληρωτική, απρόσωπη, τυφλή δύναμη του πόθου, πέρα από κάθε συναίσθημα. Δεν μπορούσε να εκφραστεί. Εκείνο που μου άρεσε σ’ αυτόν τον άντρα ήταν ο έρωτάς του για μένα κι εκείνος ο ερωτισμός που υποδαυλιζόταν από την αμφιλεγόμενη κατάσταση μεταξύ μας.

Ο Εραστής πούλησε 1,5 εκατομμύριο αντίτυπα μόνο στη Γαλλία και μεταφράστηκε σε 26 γλώσσες. Πώς εξηγείτε αυτή την τεράστια επιτυχία;

Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Ζερόμ Λιντόν, ο εκδότης μου δεν είχε τυπώσει παρά 5.000! Μέσα σε λίγες μέρες είχε ήδη εξαντληθεί. Σε ένα μήνα, το τιράζ ανέβηκε στις 20.000 και τότε έπαψα να ασχολούμαι. Το άφησα έτσι, χωρίς να ξανανοίξω ποτέ το βιβλίο, έτσι κάνω πάντα.

Πολλοί έλεγαν, πριν από το θάνατο της Γιουρσενάρ, ότι εσείς κι εκείνη μοιράζεστε την πρώτη θέση στα γαλλικά γράμματα όσον αφορά τις γυναίκες.

Η Γιουρσενάρ ήταν ακαδημαϊκός. Εγώ όχι. Τι άλλο; Τα Απομνημονεύματα του Αδριανού είναι ένα σπουδαίο βιβλίο: τα υπόλοιπα, αρχής γενομένης από το Αρχεία του Βορά, δεν διαβάζονται κατά τη γνώμη μου. Εγώ πάντως το άφησα στη μέση. Καμιά φορά στο δρόμο, με έπαιρναν για εκείνη. Εσείς δεν είστε η βελγίδα συγγραφέας, μου έλεγαν; Ναι, απαντούσα και το έβαζα στα πόδια.

Ας έρθουμε στις σχέσεις σας με τον Σαρτρ.

Πιστεύω πως ο Σαρτρ είναι υπεύθυνος για την τόσο λυπηρή πολιτιστική και πολιτική καθυστέρηση της Γαλλίας. Θεωρούσε τον εαυτό του επίγονο του Μαρξ, μοναδικό ερμηνευτή της σκέψης του: εκεί οφείλονται και οι αμφισημίες του υπαρξισμού.

Γνωρίζεστε εδώ και χρόνια με τον Φρανσουά Μιτεράν.

Ναι, από την Αντίσταση. Είναι ανάμεσα στους λίγους ανθρώπους και στους πρώτους στους οποίους στέλνω τα βιβλία μου. Είμαι βέβαιη ότι θα τα διαβάσει και ότι θα με πάρει τηλέφωνο για να τα συζητήσουμε. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει πολύ τη ζωή ο Μιτεράν.

Πώς θα περιγράφατε τη διαδικασία της γραφής;

Πρόκειται για μια πνοή που με επισκέπτεται τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα κι ύστερα χάνεται για μήνες. Δεν μπορώ να απαλλαγώ απ’ αυτήν. Πρόκειται για μια πολύ παλιά προσταγή, μια ανάγκη να αρχίσεις να γράφεις χωρίς ακόμη να ξέρεις γιατί: η ίδια η γραφή δηλώνει την άγνοιά της, την αναζήτηση εκείνου του σκοτεινού τόπου όπου συσσωρεύεται ακέραια όλη η εμπειρία.

Θεωρείτε τη γραφή έναν τρόπο να εξορκίσει κανείς τις φαντασιώσεις του; Έχετε υποστηρίξει στο παρελθόν τις θεραπευτικές της ικανότητες.

Γράφω για να ευτελίσω τον εαυτό μου, να τον κατακρεουργήσω, και για να πάψω να του δίνω τόση σημασία, να ξεφορτωθώ πράγματα: ο σκοπός είναι να πάρει τη θέση μου το κείμενο έτσι ώστε εγώ να υπάρχω λιγότερο. Δεν καταφέρνω να απελευθερωθώ από τον εαυτό μου παρά μόνο με δυο τρόπους: μέσω της σκέψης της αυτοκτονίας και μέσω της γραφής.

Η «οδύνη», ταινία του Εμανουέλ Φινκιέλ, που βασίζεται στο ομότιτλο, αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαργκερίτ Ντυράς που κυκλοφόρησε το 1985

Είπε:

Ακόμα κι όταν περιμένεις τον έρωτα είναι ήδη έρωτας

Δεν βρίσκει κανείς τη μοναξιά, τη δημιουργεί

Τα πουλιά είναι σαν την αγάπη. Υπήρχαν πάντα. Όλα τα είδη εξαφανίζονται, αλλά όχι τα πουλιά. Όπως η αγάπη

Το θέμα δεν είναι ότι πρέπει να πετύχεις κάτι, το θέμα είναι ότι πρέπει να ξεφύγεις από εκεί που βρίσκεσαι

Είναι υπέροχο να μη σε νοιάζει για το μέλλον

Πάντα κάτι μένει από την παιδική μας ηλικία. Πάντα

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Διαβάστε όλα τα Τελευταία Νέα (Ελλάδα, Διεθνή) στο Cityportal.gr

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και  παγκοσμίως


 

Τελευταία νέα

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Thessaloniki
scattered clouds
13.3 ° C
14.4 °
11.7 °
87 %
1kmh
40 %
Πα
16 °
Σα
12 °
Κυ
17 °
Δε
19 °
Τρ
18 °