{ Θέατρo }

«Μαρία η Πενταγιώτισσα» κριτική παράστασης

κριτική Παύλος Λεμοντζής


Κατηγορίες: Θέατρο

«Μαρία η Πενταγιώτισσα» κριτική παράστασης



Επρόκειτο για μια σπαρταριστή παράσταση αλλά και συγκροτημένη παραγωγή, μια πολιτική διαμαρτυρία, που αφειδώς υποστηρίζει την αλήθεια της

Η «Μαρία η Πενταγιώτισσα» φιλοξενήθηκε στο Φρούριο Καβάλας | κριτική παράστασης | Παύλος Λεμοντζής
 
Την καλέσαμε στο 62ο Φεστιβάλ Φιλίππων. Εκείνη ευπροσήγορη, προσηνής, πες ανοιχτόκαρδη  κι «ανοιχτοχέρα»  να σαι μέσα, αλλά και παμπόνηρη, εφόσον ήξερε καλά ότι ο λαός  διψάει για γέλιο, έβαλε τα καλά της, τ ακριβά της τα στολίδια, τα φτιασιδώματά της, τα τζοβαΐρια της, τα φισεκλίκια της, αριβάρισε τις ανηφοριές της παλιάς μας πόλης και χαρίεσσα- χαρίεσσα μάς δώρισε το παραμύθι της.  Έναν ανακατεμένο μύθο από τον κύκλο των Λαβδακιδών, από τη λαϊκή παράδοση κι από μια  ιστορία του βουνού και της στάνης, έτσι όπως της το έγραψε ο Μποστ, κομμένο και ραμμένο στις χάρες της, στα βασιλικά της σκέρτσα, στα τραγούδια της, στο  γενναιόδωρο  χαμόγελό της, μια Μαρία Πενταγιώτισσα  χαριτωμένη και σημερινή, ύστερα από  τίς φρέσκες «τρέσες»  που της πρόσθεσε ο ευφυής Μάνος Καρατζογιάννης. Τα περί ερωτικών σκανδάλων και άλλων μυστικών, για να λέμε την αλήθεια «κοινών μυστικών», τα φύλαξε για την θεατρική  παράστασή της  με την παρέα της  και με τη στήριξη της  «5ης Εποχής».
 
Η αληθινή  Μαρία Πενταγιώτισσα  φέρεται να γεννήθηκε το 1821 στους Πενταγιούς Φωκίδας (πέντε άγιοι κατά τον Δ. Γεωργακά).  Από τα νεανικά της χρόνια διασώθηκαν μόνο διάφορες παραδόσεις και θρύλοι. Ο πατέρας της λέγεται πως ήταν γραμματοδιδάσκαλος, οπότε δικαιολογείται ο δημοτικός στίχος "μωρή δασκαλοπούλα". Εύμορφη και γυναίκα με τσαγανό για τα δεδομένα τής εποχής της, θεωρήθηκε πρώιμη  φεμινίστρια, με αιτία. Το εξοργιστικό κι ανυπόφορο για  τη συντηρητική κοινωνία του χωριού της ήταν η τρομερή ερωτομανής διαγωγή της, ώστε κάποιοι από τους  πολυάριθμους εραστές της αλληλοχτυπήθηκαν και μάτωσαν από ζηλοτυπία. Το λέει και το τραγούδι: 
"Στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Χρισσό κριάρια
και στης Μαρίτσας την ποδιά σφάζονται παληκάρια
Μαρίτσα Πενταγιώτισσα, μωρή δασκαλοπούλα, εσύ τα ΄καμες ούλα!".
 
Ο Μποστ  ( Χρύσανθος - Μέντης   Μποσταντζόγλου), με το οξυδερκές του πνεύμα, το σπαρταριστό του χιούμορ και τον λατρευτό του 15σύλλαβο, έκανε την Πενταγιώτισσα  πρωταγωνίστρια στο θέατρο το 1982.  Εμείς εδώ την είδαμε με τον Λουδάρο, την ξαναείδαμε με τον Φιλιππίδη, τη βλέπουμε τώρα με τον Χατζηπαναγιώτη κι είναι σίγουρο ότι θα την ξαναδούμε, γεροί να μαστε. 
 
Αυτή η  Μαρία η Πενταγιώτισσα, η σκερτσόζα, εκτός  από μοιραία γυναίκα  είναι και άπιστη και  φιλοχρήματη και  φιλήδονη, είναι και επαναστάτρια και φιλεύσπλαχνη, είναι και του χθες και του σήμερα.  Ακόμη μια φορά θα λατρευτεί, θα μισηθεί, θα δικαστεί, αλλά χάρη στην ομορφιά της, ως άλλη Φρύνη, λατρεμένη του Πραξιτέλη, θ αθωωθεί από τους έκθαμβους δικαστές της, χωρίς ν αναγκαστεί να  ξεβρακωθεί ολωσδιόλου.
 
Η σάτιρα του Μποστ  χτυπάει εκεί που πρέπει προκαλώντας το πικρό γέλιο της γνώσης, απαραίτητη προϋπόθεση για την προσπάθεια αλλαγής και εξέλιξης. Πιστεύω, λοιπόν, πως η παράσταση έρχεται να βρει τη θέση της στις σημερινές  κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις και στις οικονομικές συνθήκες. Κι αν η εποχή μας διαθέτει κακό χιούμορ, το έργο του Μποστ κατορθώνει ακόμα  και τώρα να προκαλεί ακράτητο γέλιο. Μέσα από συνεχείς ανατροπές  η μεγαλοστομία, ο διδακτισμός και η σύγχρονη ιστορία μας, με φορέα τον εθνικό δεκαπεντασύλλαβο γίνονται όπλα στα χέρια του. Μέσω αυτών ο συγγραφέας σατιρίζει όλα εκείνα  που  πάντα τον απασχολούσαν: την αγυρτεία, την κενότητα, την ανοησία και τη στρεβλή εικόνα που έχουμε διαμορφώσει για την κοινωνία μας αλλά και τη διαχρονική  κόντρα λαϊκότητας και λογιοσύνης. 
 
Στην παράσταση συναντάμε όλα τα παραπάνω, συν την αφέλεια, την αθωότητα και τη βουκολική διάθεση των δραματικών ειδυλλίων και κάτι περισσότερο. Συναντάμε πρόσωπα που θαυμάσαμε κι αγαπήσαμε για τον δυναμισμό τους και τα πάθη τους. Ιδίως στον έρωτα. Έτσι μένουν αθάνατες οι ψυχές  της Μελίνας Μερκούρη, του Φρέντυ Γερμανού κι άλλων δημόσιων προσώπων. Από τις δώδεκα σκηνές του έργου οι εννέα είναι σε έμμετρο στίχο και οι 3 σε πρόζα. 
 
Κάτω από την καυστική ματιά του Μποστ  τίποτα δε μένει όρθιο. Οι εύκολες απάτες, η κουτσομπολίστικη διάθεση όλων μας, η αλλοτρίωση που επιφέρουν τα κομματικά ρουσφέτια, ο ρόλος της Εκκλησίας, ο ρόλος του διεφθαρμένου κράτους, τα στερεότυπα του φεμινισμού, η στάση των ανδρών, ο ωχαδερφισμός, οι διαπλοκές, η διάβρωση κι ό,τι σαθρό μάς περιβάλλει  υποσκάπτονται και κατεδαφίζονται συστηματικά. Γι αυτόν τον λόγο, άλλωστε, το έργο είναι τόσο σύγχρονο κι ας  γράφτηκε στο μακρινό 1980. Επί της ουσίας, ο δημιουργός στοχεύει στα «δεδομένα», σε όσα έχουν επιβληθεί είτε στην τέχνη είτε στην ίδια την κοινωνία κι έχουν − το καθένα στον τομέα του − πάρει τη μορφή κατεστημένων, διαμορφώνοντας καταστάσεις και περνώντας μηνύματα. Μάλιστα,  εξοβελίζει, ως εκτός νόρμας, οτιδήποτε δεν ταιριάζει στην κανονικότητα που επιβάλλουν αυτά τα δεδομένα είτε πρόκειται για λογοτεχνία, λεκτικό τρόπο έκφρασης, πολιτική διαχείριση, κανιβαλιστικά τηλεοπτικά πρότυπα κ.λ.π.
 
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Μάνος Καρατζογιάννης εκτυλίσσεται σε μια σύγχρονη συνθήκη, χωρίς ν απωλέσει το έργο  χυμούς  και νοστιμιές της εποχής του. Παρούσα και  η τηλεοπτική εκπομπή του πρωτοτύπου και  ο ρόλος του παρουσιαστή,  ως  έξυπνη αναγωγή στο σήμερα, επειδή σχεδόν καμιά από τις παθογένειες που σατιρίζει ο Μποστ δεν έχει παρέλθει. Επίσης, ο σκηνοθέτης – διασκευαστής  μελέτησε την καλλιτεχνική στάση και το έργο του πολυσχιδούς Μποσταντζόγλου και αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι  η δράση των προσώπων σχεδιάστηκε με την ακρίβεια των δεδομένων του τέλους του 20ου αιώνα . Έτσι, προσάρμοσε τη δική του δραματουργία στις  σύγχρονες φράσεις και στις επαναλαμβανόμενες  κινήσεις ή χειρονομίες , αυτές  που δείχνουν το σώμα ν αντιμάχεται την ακινησία σ ένα θρανίο ή  παγκάκι ή πατάρι, πιστοποιώντας  ότι η τέχνη που υπηρετεί δεν αγνοεί τις ενδείξεις τού συγγραφέα αλλά κάνει βήματα  στο «μπροστά». Σεβασμός στο πρωτότυπο κι ευρηματικότητα στο καινούργιο.
 
Ο  Μάνος Καρατζογιάννης επέμεινε, και καλά έκαμε, σε τρία σατιρικά τεχνάσματα που έχουν την υπερβολή ως βασικό χαρακτηριστικό: στη λοιδορία, στην καρικατούρα και στην αναγωγή στο παράλογο. Η λοιδορία βασίστηκε στην αποκάλυψη των αδυναμιών και στον χλευασμό.  Λειτούργησε με ευθύτητα, δίχως επικάλυψη με σοβαροφάνεια ούτε χωρίς   χιούμορ. Η αναγωγή στο παράλογο ήταν η υπερβολή στην ακραία μορφή της. Τέλος, η γελοιογραφία  βασίστηκε στην παραγωγή παράλογου αποτελέσματος μέσω αφέλειας και υπερβολής. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως η σκηνοθεσία  παρουσιάζει την πρωταγωνίστρια  ως καρικατούρα όλων των σκληρών και νάρκισσων γυναικών.
 
Η ερμηνεία του Χρήστου  Χατζηπαναγιώτη, ως Μαρία Πενταγιώτισσα,  δικαιώνει την ηρωίδα του Μποστ αλλά  και την άποψη του σκηνοθέτη  ότι ο ρόλος είναι  υπόθεση ενός ηθοποιού-περφόρμερ σε πράξη τέλεσης. Όσο αμεσότερα και εγγύτερα βρίσκεται αυτός στη λέξη, όσο ακολουθεί συγκεκριμένες ελευθερίες μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, χωρίς να δεσμεύεται από έννοιες, νοήματα, συνειρμούς, τόσο εντονότερα αναδεικνύονται η διάσταση και η δυνητικότητα του κειμένου. Ο καλός ηθοποιός ισορρόπησε επιδέξια ανάμεσα στη σάτιρα και στο χιούμορ, στο παρελθόν και στο παρόν, χάρισε γέλιο, πολιτικό στοχασμό, συγκίνηση και χειροκροτήθηκε  δικαίως στο φινάλε. 
 
Ο Μελέτης Ηλίας, έξοχος ως Τάσος, εξαιρετικός  θρασύδειλος υπαρχηγός,  αμεσότατος, με θαυμάσια  σκηνική αυθορμησία, απέδειξε περίτρανα το ευμέγεθες ταλέντο του.  Ομοίως και η Βίκυ Σταυροπούλου, αν και  ήταν περιττοί οι αυτοσχεδιασμοί – προσθήκες της.  Ίσως, επιστρατεύτηκαν για εύκολο γέλιο.  Όμως, φυσικό επακόλουθο της όλης προσπάθειας ήταν ο συνεχής ενθουσιασμός του κοινού.
 
Συντονισμένοι άψογα, συνεπείς, επιδέξιοι, οι Δημήτρης Μαυρόπουλος, Αργύρης Αγγέλου, Χάρης Γρηγορόπουλος, Γιώργος Δεπάστας, Αχιλλέας Σκεύης, Δανάη Μπάρκα και Απόστολος Καμιτσάκης. Ο καθένας τους επικεντρωμένος και αφοσιωμένος στον ρόλο του.
 
Τα χρωματιστά  λειτουργικά  σκηνικά κατασκευασμένα από τον  Γιάννη Αρβανίτη, εμφανώς για εύκολη εγκατάσταση και αποκαθήλωση σε περιοδεία ενός θιάσου.  Τα κοστούμια εποχής της Βάνας Γιαννούλα, εμπνευσμένα από τα σκίτσα του καλλιτέχνη συγγραφέα- σκιτσογράφου και οι εξυπηρετικοί φωτισμοί σχεδιασμένοι από τον  Νίκο Σωτηρόπουλο. Η μουσική  του Θύμιου Παπαδόπουλου, ευτυχής επένδυση στο έργο. Τις  χορογραφίες δίδαξε η Βρισηίδα  Σολωμού. Να σημειώσουμε εδώ ότι  η όλη σκηνογραφία, ως σκηνοθετική άποψη, αποτελεί μια εσωτερική αντίθεση του έργου βασισμένη στη σύγκρουση μεταξύ της ακαλαίσθητης νεωτεριστικής  αισθητικής πολλών επαρχιακών κωμοπόλεων και χωριών και στις σκηνές, όπου κυριαρχούν οι παραδοσιακές ενδυμασίες και έθιμα.
 
Επρόκειτο για μια σπαρταριστή παράσταση αλλά και  συγκροτημένη παραγωγή, μια  πολιτική διαμαρτυρία, που αφειδώς υποστηρίζει την αλήθεια της  αμφισβητώντας κάθε νέα συνθήκη που απομακρύνει την κοινωνία από τον ανθρωποκεντρικό της ορίζοντα. Δε γνωρίζω εάν το πολυπληθές κοινό ( δεκάδες πρόσθετες καρέκλες στο χώμα) αντιλήφθηκε τις ποικίλες  διαστάσεις του έργου ή έμεινε στο προφανές. Έστω κι έτσι, η παράσταση έλαβε το πρόσημο «ευφρόσυνη» και επευφημήθηκε αφειδώς από τους θεατές.
 
Ταυτότητα
Συγγραφέας Μποστ
Σκηνοθέτης Μάνος Καρατζογιάννης
Ηθοποιοί
Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Βίκυ Σταυροπούλου, Δημήτρης Μαυρόπουλος, Μελέτης Ηλίας, Αργύρης Αγγέλου, Χάρης Γρηγορόπουλος, Δανάη Μπάρκα, Γιώργος Δεπάστας, Αχιλλέας Σκεύης, Απόστολος Καμιτσάκης
 
Συντελεστές
Δραματουργική επεξεργασία: Μάνος Καρατζογιάννης 
Σκηνικά: Γιάννης Αρβανίτης
 Κοστούμια: Βάνα Γιαννούλα
 Μουσική: Θύμιος Παπαδόπουλος 
Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος 
Χορογραφίες – Κινησιολογία: Βρισηίς Σολωμού

cityportal.gr «Μαρία η Πενταγιώτισσα» κριτική παράστασης Παύλος Λεμοντζής
 

:

Για να μαθαίνεις πρώτος τι γίνεται στη Θεσσαλονίκη
Ακολούθησε μας στο Facebook

 





 



TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ