Με δυο - τρεις γκαζιές και καθόλου ροκιές...


Τρίτη βράδυ, ο Όλεγκ, ο νεαρός οδηγός της εταιρείας που εκδίδει το περιοδικό,  παραλαμβάνει από τα γραφεία το φάκελο με το cd και τις εκτυπώσεις του τεύχους που μόλις στήθηκε, για να τον πάει στο τυπογραφείο.
Την ώρα που φεύγει αποχωρώ κι εγώ και με ρωτάει προς τα πού πάω, μήπως βολεύει να με πετάξει με το αυτοκίνητο. Αυτός πάει προς τη Θέρμη, εγώ προς τη Χαριλάου, είναι στο δρόμο του  και πάω μαζί του. Έχει σχεδόν διπλοπαρκάρει σε μια στροφή της Σβώλου και καθώς πλησιάζουμε το αυτοκίνητο (ένα παλιό μοντέλο Άλφα Ρομέο, αλλά πολύ καλά περιποιημένο) μουρμουρίζει «Α, ευτυχώς δεν ενοχλήσαμε κανέναν». Μπαίνουμε μέσα και ξεκινάμε. Μου λέει ότι το αυτοκίνητο αυτό είναι «δικό τους», του πατέρα του δηλαδή. Ο Όλεγκ είναι από την Αλβανία. Βγαίνουμε στην Εγνατία και ο  «εφηβικός» τρόπος που οδηγεί, επιθετικά, αποφασιστικά, με μαγκιά, με κάνει και αναρωτιέμαι αν ο μόνος λόγος που δεν τρακάρει -στο τσακ, είναι γιατί βασίζεται στην επιφυλακτικότητα των άλλων οδηγών. Και φαίνεται εκπαιδευμένος σ’ αυτό. Σκέφτομαι ότι αν ήμουν ένας από τους οδηγούς των άλλων αυτοκινήτων (τα οποία  «κολλάει» και «προσπερνάει») θα τον έβριζα. Αλλά τώρα είμαι μαζί του και ξέρω πως είναι καλό παιδί -άρα είναι αλλιώς! Έ;


Πιάνουμε την κουβέντα και του λέω: «Λοιπόν, είσαι ωραίο παλικάρι, έχεις σταθερή δουλειά, και κάποια χρήματα για ξόδεμα, έχεις και αυτοκίνητο, αυτό εδώ, οπότε, όταν βγαίνεις τα βράδια, φαντάζομαι πως θα τα πηγαίνεις μια χαρά με τα κορίτσια, ε;». Κάνει ένα μορφασμό δυσπιστίας. «Με αυτό εδώ το αυτοκίνητο!» απορεί. Και συμπληρώνει: «Δεν κάνεις τίποτα με αυτό το αυτοκίνητο κύριε Σωτήρη». Τώρα απορώ εγώ. «Μερικές φορές έχω οδηγήσει μια μερσεντές, που έχει ένας φίλος μου… Τότε μάλιστα, πουλάμε μούρη». Τον πειράζω: «Έλα ρε, με μερσεντές κυκλοφορούν τώρα πια μόνο κάτι κοστουμάτοι ή μαφιόζοι…». Μου εξηγεί σοβαρά: «Ναι, όμως τα κορίτσια τότε σε κοιτάνε». Και προσπερνάει ξαφνικά -με τσαμπουκά- ένα αυτοκίνητο μπροστά στο φανάρι και βγαίνει μπροστά του. Σαν οι άλλοι να τον καθυστερούν στην πορεία του. Ή κάπως έτσι…


Παρασκευή, την Ημέρα Θεάτρου, έχουμε συμφωνήσει με τον φίλο μου τον Μήτσο να πάμε να δούμε τη θεατρική παράσταση «Rock Story» του ΚΘΒΕ στη σκηνή Σωκράτης Καραντινός της Μονής Λαζαριστών. Τον παίρνω στο κινητό κατά τις πέντε και μισή το απόγευμα και του θυμίζω το ραντεβού μας. «Μόλις σε έπαιρνα κι εγώ» μου λέει κεφάτος και με πληροφορεί ότι βρίσκεται στις Σέρρες και σε μισή ώρα ξεκινάει για Θεσσαλονίκη. Στις οχτώ παρά δέκα ούτε φωνή ούτε ακρόαση και τον ξαναπαίρνω στο κινητό. «Είμαι στο δρόμο, έρχομαι να σε πάρω, περίμενε» μου λέει φορτσάτος. Δηλαδή έρχεται από την εθνική Καβάλας – Θεσσαλονίκης και από τον περιφερειακό θα μπει Χαριλάου για να με πάρει και μετά πάλι πίσω στον περιφερειακό για Σταυρούπολη. Καταφτάνει στις οχτώ και τριάνταπεντε με την τζιπάρα του και φεύγουμε σφαιράτοι. Από τον τρόπο που κελαϊδάει και μυρίζει καταλαβαίνω ότι έχει πιει. «Έμπλεξα» μου λέει, «ήμασταν σε ένα ουζερί και μετά πήγαμε σε ένα μπαρ και ήπιαμε μπακάρντι κόλα». Οδηγεί νευρικά και πετάει και  διάφορα μπινελίκια (πιο πολύ με χιούμορ) προς τους άλλους οδηγούς. «Θα είμαστε εκεί στις εννιά παρά δέκα» με διαβεβαιώνει. «Αν είχες ξεκινή-σει έγκαιρα, δεν θα χρειαζόταν να κάνεις τον Σουμάχερ τώρα» του τη λέω. «Γιατί; Ανησυχείς; Δεν οδηγάω καλά;» ρωτάει και το διασκεδάζει. «Οδηγάς απλώς με καλά αντανακλαστικά» του απαντάω, «επειδή έχεις οδηγήσει χιλιάδες ώρες, αλλά… ΠΡΟΣΕΧΕ, δεξιά» του φωνάζω για να μη χάσουμε μια στροφή. Στρίβει τελευταία στιγμή και γελάει: «Απλώς την πήρα ανοιχτά!» μου εξηγεί. Άντε καλά!


Τελικά φτάσαμε εννιά παρά τρία λεπτά στο θέατρο και περιμέναμε μάλιστα στην ουρά στο ταμείο, γιατί είχε καταφτάσει ένα λεωφορείο από την επαρχία με καμιά εικοσαριά νεαρούς και νεαρές (καθότι το έργο και καλά νεανικό). Μετά, μέσα στην αίθουσα  διαβάστηκε και μια ανακοίνωση για την Παγκόσμια Ημέρα Θα-… Θεάτρου (παραλίγο θα έλεγα Θανάτου! Δεν ξέρω γιατί) και η παράσταση άρχισε εννιά και είκοσι πέντε -τζάμπα τρέχαμε τελικά. Άσε που αυτό που είδαμε ήταν τό-σο ξενέρωτο -μια αλληλουχία ελληνικών τραγουδιών live, κι αυτά ό, τι να ’ναι, που διακόπτονταν όμως από φριχτά στερεότυπους και επαναλαμβανόμενους διαλόγους περί ροκ και ναρκωτικών- που στο διάλειμμα, μόλις μετά από σαράντα λεπτά παράστασης,
ο Μήτσος είχε χάσει το κέφι του.
Και είχαμε ξενερώσει και οι δυο.
Α πα-πα!



 

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως