Μικρά πράγματα σαν κι αυτά | Claire Keegan

Μικρά πράγματα σαν κι αυτά | Claire Keegan | Εκδόσεις Μεταίχμιο | Γράφει η Αγγέλα Μάντζιου

Ο βασικός ήρωας του βιβλίου είναι ένας άνδρας ο οποίος πουλάει καυσόξυλα. Είναι πατέρας πέντε κοριτσιών και σύζυγος της Αϊλίν. Εργάζεται σκληρά για να τα βγάλει πέρα. Ο ίδιος, παιδί αγνώστου πατρός, έζησε με την μητέρα του στο σπίτι μιας χήρας προτεστάντισσας, στο οποίο η μητέρα του ήταν υπηρέτρια. Αυτή είναι η αρχική συνθήκη της διήγησης μιας ιστορίας η οποία έχει στο επίκεντρό της μια μικρή κοινωνία με κάποια σκοτεινά μυστικά κι ένα πρόσωπο που καλείται να δράσει απαντώντας στο προσωπικό τραύμα και υπακούοντας στην ανθρώπινη συνείδηση.

Ιρλανδία 1985. Χριστούγεννα. Ο Μπιλ Φέρλονγκ παραδίδει μια παραγγελία στο μοναστήρι της πόλης και γίνεται μάρτυρας μιας ασυνήθιστης εικόνας ενός κοριτσιού τιμωρημένου και κλειδωμένου στην αποθήκη κάρβουνου της μονής. Η αντίδρασή του, μια πράξη υπέρβασης, αφήνει χαραμάδες ελπίδας για την καλοσύνη, την συμπόνια, την υπεράσπιση του αδύναμου στο όνομα του αλτρουισμού και της ηθικής υποχρέωσης της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού.

Πίσω από τις μικρές ιστορίες και τα στιγμιότυπα ζωής, η συγγραφέας, με θαυμαστή οικονομία, περιγράφει καίρια και ζωηρά την κοινωνική πραγματικότητα. Αφουγκράζεται τον σφυγμό μιας εποχής στην αντανάκλαση διαφόρων κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων. Κάτω από την ιστορία και με το πρόσχημα του λιτού σχήματος της αφήγησης, σχολιάζονται έμμεσα αλλά διεισδυτικά, διάφορα θέματα όπως η φτώχεια, η πολιτική, οι θρησκευτικές τάσεις, οι εκδηλώσεις και τα κηρύγματα, η εκμετάλλευση, οι καταγωγικοί τόποι, οι γλωσσικοί τρόποι και οι προφορές, τα βιώματα, οι αναμνήσεις, οι σχέσεις, ο γάμος, χαρακτήρες και συμπεριφορές, οι φήμες και τα κουτσομπολιά, η διασκέδαση, οι δραστηριότητες, οι συνήθειες και η καθημερινότητα των ανθρώπων.

Γίνεται λόγος για την ανεργία, την αδικία, την μόρφωση, τα κοινωνικά σχόλια, την αποκατάσταση της ισορροπίας, την απογοήτευση, τον φόβο, τις επιθυμίες, τα όνειρα, τις δυσκολίες, την καταλυτική δύναμη της αγάπης, την πράξη της ελεημοσύνης, το κοινό καλό, το θάρρος, την δύναμη, την προσφορά, την υποκρισία, την αποδοχή.

Οι διάλογοι, η τριτοπρόσωπη αφήγηση, οι απλοϊκοί συλλογισμοί, οι εσωτερικές σκέψεις και οι προβληματισμοί, δίνουν στην ιστορία αληθοφάνεια και μια εντύπωση καθαρότητας των μέσων που επιστρατεύονται. Η συγγραφέας κάνει διακριτή την παρουσία της πίσω από τις ερωτηματικές σκέψεις του ήρωα χωρίς όμως να τον επισκιάζει.

Ο ρυθμός της αφήγησης είναι γρήγορος. Υπάρχουν σκηνές με στήσιμο κινηματογραφικών πλάνων και διαφαίνεται αλλού μια δημοσιογραφική τεχνική. Ο αναγνώστης αντλεί πολλές πληροφορίες, για τον τρόπο ζωής και την ιδιοτυπία της εποχής, από διάφορες λεπτομέρειες, από τους υπαινιγμούς, τις συσχετίσεις και από τις απτές παρατηρήσεις αναφορών σε κοινωνικά ζητήματα και συναισθήματα. (παιδική ηλικία-γάμος-απώλεια-αρρώστιες-γέννες-παραδόσεις-θρύλοι-απογοήτευση-υποψίες-ελπίδες-πράξεις αγάπης-εκπαίδευση-κατανόηση-ευθύνη).

Οι εικόνες της φύσης, η πόλη, το ποτάμι, το μοναστήρι, τα σπίτια, οι δρόμοι, οι βιτρίνες, η λειτουργία, έθιμα και συνήθειες, η μουσική, τα βιβλία, οι συζητήσεις, οι διάλογοι, οι εσωτερικές σκέψεις, οι αντιδράσεις των ανθρώπων, απηχούν ατμόσφαιρες, αισθήσεις και συναισθήματα, προσδοκίες και επιθυμίες, χρωματίζοντας ακυρώσεις, αγωνίες και μικροχαρές των ασήμαντων ανθρώπων της επαρχίας.

Οι χαρακτηριστικές σκηνές της ομίχλης, του χιονιού, των κορακιών, της πόλης, του όγκου του μοναστηριού, η προετοιμασία του γλυκού των Χριστουγέννων, η αναμονή της γιορτής, οι κάρτες, τα δώρα, οι ύμνοι, οι ευχές, τα φαγητά, τα γλυκά, οι θρύλοι, οι άνθρωποι του μόχθου, τα ασήμαντα γεγονότα και τα αναπάντητα ερωτηματικά, δίνουν μια αίσθηση μελαγχολικής αύρας στον αγώνα ζωής των ανθρώπων και αφήνουν ήσυχα να διαφανεί η δύναμη μιας αέναης προσπάθειας που συνεχίζεται, κληροδοτημένη από τις προηγούμενες στις επόμενες γενεές.

Έτσι κλείνει ο κύκλος της ιστορίας, αφήνοντας ανοιχτό αντίστροφα το θέμα της αντίδρασης του ισχυρού προς τον αδύναμο και της αναπόφευκτης σύγκρουσης πάνω στην ενέργεια μιας τολμηρής ηθικής πράξης. Η συγγραφέας κερδίζει το στοίχημα πατώντας στα χνάρια -ή στην σκιά- της Ιρλανδέζικης αφηγηματικής παράδοσης.

Αποσπάσματα:

«Τον Οκτώβρη, τα φύλλα των δέντρων ήταν κίτρινα. Έπειτα τα ρολόγια γύρισαν μία ώρα πίσω και οι δυνατοί άνεμοι του Νοέμβρη ήρθαν και φύσηξαν και ξεγύμνωσαν τα δέντρα. Στην πόλη του Νιου Ρος, οι καμινάδες έφτυναν καπνό, που έπεφτε χαμηλά και παρασυρόταν, αχνές, λεπτές τούφες που γρήγορα σκορπίζονταν πάνω από τις αποβάθρες, και σύντομα ο ποταμός Μπάροου, σκούρος σαν μαύρη μπύρα, φούσκωσε από τις βροχές». Σελ.11

«Κι αν αυτή ήταν η αλήθεια, αποτελούσε μια καθημερινή πράξη αγάπης από την πλευρά του Νεντ, να κάνει τον Φέρλονγκ να πιστεύει ότι καταγόταν από καλύτερη οικογένεια, ενώ τον φρόντιζε ανελλιπώς, στο πέρασμα των χρόνων. Εκείνος ήταν που του γυάλιζε τα παπούτσια και του έδενε τα κορδόνια, που του είχε αγοράσει το πρώτο του ξυράφι και του είχε μάθει πώς να ξυρίζεται. Γιατί, άραγε, τα πράγματα που είναι τόσο κοντά μας, καμιά φορά είναι ακριβώς αυτά που είναι πιο δύσκολο να δούμε;». Σελ.110

«Σκέφτηκε την κυρία Γουίλσον, τις καθημερινές, γεμάτες καλοσύνη πράξεις της, πως τον είχε σουλουπώσει και ενθαρρύνει, τα μικρά πράγματα που είχε πει και είχε κάνει και όσα είχε αρνηθεί να κάνει και να πει και πόσα μπορεί να ήξερε, πράγματα τα οποία, όταν τα έβλεπες όλα μαζί, έφτιαχναν την ίδια τη ζωή». Σελ. 119

«Χρόνια αργότερα, όταν πήγε στο ληξιαρχείο να ζητήσει ένα αντίγραφο του πιστοποιητικού γέννησης, εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται το όνομα του πατέρα του έγραφε μόνο Αγνώστου πατρός. Το στόμα του υπαλλήλου στράβωσε κι ένα περιπαικτικό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του, όταν του το έδωσε». Σελ. 18

«Σε σένα ερχόταν ποτέ ο Αϊ –Βασίλης, μπαμπά;» ρώτησε τώρα η Σίλα, με μια φωνή κάπως αλλόκοτη.
Έμοιαζαν με νεαρές μάγισσες κάποιες φορές οι κόρες του, με τα μαύρα τους μαλλιά και τα έντονά τους μάτια. Ήταν προφανές γιατί οι γυναίκες φοβόντουσαν τους άντρες, τη σωματική τους δύναμη, τη λαγνεία και την κοινωνική τους επιβολή, οι γυναίκες όμως, με την ισχυρή τους διαίσθηση, ήταν πιο βαθυστόχαστες: μπορούσαν να προβλέψουν τι θα συμβεί από πολύ νωρίς, να το ονειρευτούν τη νύχτα, να διαβάσουν τη σκέψη σου». Σελ. 34

«Πολύ γρήγορα, πίεσε τον εαυτό του να συνέλθει και σκέφτηκε πως τίποτα δεν συνέβαινε για δεύτερη φορά· καθένας είχε τις μέρες και τις ευκαιρίες που του αναλογούσαν, και αυτές έφευγαν και δεν ξανάρχονταν. Και ήταν τόσο όμορφο να είσαι παρών όπου κι αν βρισκόσουν και να επιτρέπεις στον εαυτό σου να θυμάται καμιά φορά το παρελθόν, παρά τη στενοχώρια, αντί να σκέφτεσαι πάντα την πολυπλοκότητα της καθημερινότητας και τα αυριανά προβλήματα που στο κάτω κάτω μπορεί και να μην έρχονταν ποτέ». Σελ. 37-38

«Μήπως ξέρετε πού θα με βγάλει αυτός ο δρόμος;»
«Αυτός ο δρόμος;» Ο άντρας ακούμπησε κάτω το δρεπάνι, στηρίχτηκε στο κοντάρι και τον κοίταξε επίμονα. «Αυτός ο δρόμος θα σε βγάλει όπου θες να πας, γιε μου». Σελ. 56

«Πώς θα ήταν η ζωή, αναρωτιόταν, αν είχαν τον χρόνο να σκεφτούν και να στοχαστούν; Θα ήταν οι ζωές τους διαφορετικές ή ολόιδιες -ή μήπως θα γινόταν άλλοι άνθρωποι;». Σελ. 31
«…αλλά βαθιά μέσα στην ανόητη καρδιά του, όχι μόνο ήλπιζε, αλλά ειλικρινά πίστευε ότι θα τα κατάφερναν». Σελ.120

Μικρά πράγματα σαν κι αυτά
Συγγραφέας: Claire Keegan
Μετάφραση: Μαρτίνα Ασκητοπούλου
Εκδόσεις: ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Θεματική κατηγορία: Σύγχρονη
ISBN: 978-618-03-3223-0
Σελίδες: 128
Ημερομηνία Έκδοσης: 10/11/2022
ΥΠΟΨΗΦΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ BOOKER

 


 

Διαβάστε επίσης:

Η Εικόνα και το Βλέμμα | John Berger