Ο Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν, γεννήθηκε 17 Δεκεμβρίου του 1770 στην Βόννη της Γερμανίας.
Τα παιδικά χρόνια στη σκιά ενός βίαιου πατέρα
Ο πατέρας του, και ο ίδιος στον χώρο της τέχνης της μουσικής, ήταν ένας αλκοολικός τραγουδιστής για λογαριασμό της αυλής του Εκλέκτορα της Κολωνίας, που είχε φιλοδοξίες για το μέλλον. Αν δεν πετύχαινε ο ίδιος, θα πετύχαινε ο γιος του. Συνεχώς, από παιδί, ο Μπετόβεν αισθανόταν τη πίεση να αναδειχθεί σε παιδί-θαύμα και να ξεχωρίσει.
Σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο πατέρας του υπήρξε ιδιαίτερα βίαιος και αυτό οδηγούσε το παιδί στο να καταρρέει συνεχώς ψυχολογικά. Τον ανάγκαζε να μελετά με τις ώρες και γυρίζοντας μεθυσμένος τις νύχτες, τον ξυπνούσε με ξυλοδαρμούς για να παίξει κλειδοκύμβαλο, τον πρόγονο του σύγχρονου πιάνου.
Το 1781, σε ηλικία μόλις έντεκα ετών, ξεκινά σπουδές με τον δάσκαλο του, τον συνθέτη όπερας και αρχιμουσικό Κρίστιαν Γκότλομπ Νέεφε και το 1783, ο ίδιος είναι αυτός που εκδίδει το πρώτο του έργο (Dressler Variations), εισάγοντάς τον στη σύνθεση. Ο ίδιος, διορίζεται ως βοηθός οργανίστα στην αυλή του Εκλέκτορα της Κολωνίας, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εκτίμηση της κοινής γνώμης και της αριστοκρατικής κοινωνίας.
Το 1787 χάνει τη μητέρα του, τη Μαρία Μαγκνταλένα από φυματίωση και βυθίζεται στην θλίψη. Ο πατέρας του, παραδίδεται όλο και περισσότερο στο αλκοόλ σε σημείο που αδυνατεί πια να εργαστεί και να συντηρήσει την οικογένειά του. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν τον πια δεκαεννέα ετών Μπετόβεν, μετά από τον χαμό της να αναλάβει τη κηδεμονία των μικρότερων αδελφών του, Κασπάρ και Νικόλαους.
Η άνοδος στη Βιέννη και οι πρώτες εμβοές
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1792 όταν ο πατέρας του πεθαίνει, ο Λούντβιχ μετακομίζει μόνιμα στην Βιέννη προκειμένου να μαθητεύσει αυτή τη φορά πλάι στον Γιόζεφ Χάυντν. Μόλις τρία χρόνια μετά, καταξιώνεται ως ο κορυφαίος δεξιοτέχνης πιανίστας της πόλης, γνωστός για το έντονα συναισθηματικό του παίξιμο.
Το 1800, παρουσιάζει τη 1η Συμφωνία και έναν χρόνο μετά, το 1801 παρουσιάζει τη Σονάτα Νο. 14 (Σονάτα του σεληνόφωτος). Ο Μπετόβεν ήταν έτοιμος πια για την απόλυτη επιτυχία, κανείς δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει και πλέον η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη ακολουθώντας μονάχα ανοδική κατεύθυνση.
Μα κάτι υπήρχε, που θα μπορούσε να τον αφανίσει. Καθώς από το 1798, άρχισε να παρατηρεί πως τα αυτιά του υπέφεραν από εμβοές, οι οποίες γίνονταν όλο και πιο συχνές, εμποδίζοντας τον να εστιάσει απερίσπαστος στα δημιουργήματά του. Περνώντας ο καιρός, με τις εμβοές να πληθαίνουν παρατηρείται και η σταδιακή απώλεια της ακοής του. Αυτό θα σήμαινε, ίσως το τέλος για έναν μουσικό της εποχής του που μόλις που είχε καταφέρει να διεκδικήσει την θέση που του άξιζε.
Το 1802, αποσύρεται σε ένα μικρό χωριό μακριά από την Βιέννη και ξεκινά την θεραπεία του. Παρόλα αυτά, γράφει μια διαθήκη, με σκοπό να ενημερώσει τα αδέλφια του πως είχε έντονα την επιθυμία να αυτοκτονήσει, μα δεν το έκανε τελικά σκεπτόμενος πως δεν έδωσε ακόμα όλη τη μουσική που φυλάει μέσα του, κάτι που σύμφωνα με τον Λούντβιχ όφειλε στην ανθρωπότητα προτού φύγει από την ζωή.
Η σιωπή, η μάχη για τον Καρλ και το τέλος
Το 1803, επιστρέφει πιο δυναμικά αυτή τη φορά, συνθέτοντας τη 3η Συμφωνία (Eroica) σπάζοντας τις πεπατημένες της κλασικής περιόδου και τη 5η Συμφωνία το 1808. Είχε αλλάξει τον τρόπο σύνθεσής του και προσπαθούσε να προσαρμοστεί αποφασισμένος να παλέψει παρά την αναπηρία του, που για εκείνη την εποχή, σήμαινε κοινωνικό και επαγγελματικό θάνατο. Ωστόσο, η ακοή του συνεχίζει να χειροτερεύει και το 1812, σύμφωνα με τους ιστορικούς οδηγείται σε όλο και περισσότερη απομόνωση, καθώς αδυνατούσε να παντρευτεί λόγω των κοινωνικών διαφορών και της αναπηρίας του.
Το 1815, θα πίστευε κανείς πως τίποτα άλλο δεν θα μπορούσε να χειροτερέψει στην ζωή του συνθέτη. Όμως μετά τον θάνατο του αδελφού του, Κασπάρ, ο Λούντβιχ κρίνει τη γυναίκα του ακατάλληλη για να φροντίσει τον γιο τους και ανιψιό του, Καρλ. Λόγω αυτού, ξεκινούν μια τεράστια δικαστική διαμάχη, η οποία φτάνει και τους τρεις ενδιαφερόμενους στα όριά τους καθώς διαρκεί πέντε ολόκληρα χρόνια, με τον Μπετόβεν να χρησιμοποιεί όλα τα μέσα και τις διασυνδέσεις που διαθέτει στην αριστοκρατία.
Από το 1818, δεν ακούει πια τίποτα και επικοινωνεί με τον κόσμο μέσω τετραδίων συνομιλίας. Εκείνη τη περίοδο, στρέφεται αυτή τη φορά σε μια εντελώς εσωστρεφή μουσική έκφραση. Δημιουργεί την τη Missa Solemnis και την 9η Συμφωνία. Στη προσωπική του ζωή, όλα όσα βιώνει τον καταλύουν ψυχικά και τον μετατρέπουν σε έναν αυστηρό πατέρα για τον Καρλ. Η πίεση που του ασκεί μοιάζει να είναι τεράστια και το 1826, το παιδί αποπειράται να αυτοκτονήσει με δύο πιστόλια. Αυτό ραγίζει τη καρδιά του Λούντβιχ και του δίνει τη χαριστική βολή καθώς σύμφωνα με μαρτυρίες, μετά από αυτό το περιστατικό, έμοιαζε σαν να έχασε δέκα χρόνια από την ζωή του.
Έναν χρόνο μετά, στις 26 Μαρτίου του 1827, πεθαίνει στην Βιέννη σε ηλικία μόλις 56 ετών λόγω ηπατικής ανεπάρκειας, καθώς κατανάλωνε βαριές ποσότητες αλκοόλ για χρόνια, βρίσκοντας ίσως τον μοναδικό τρόπο να κατευνάσει τη θλίψη που βίωνε εξαιτίας της κόφωσης. Στη κηδεία του, παρευρέθηκαν πάνω από είκοσι χιλιάδες άνθρωποι.
Γράφει η Χριστίνα Ατματζίδου
Γιοχάνες Βερμέερ: Η ζωή πίσω από το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι
Φωτογραφία αρχείο Depositphotos
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
