Νταβίντ Γκρόσμαν: «Η ζωή παίζει μαζί μου» | κριτική

Εμπνευσμένο από αληθινή ιστορία φυλάκισης στο διαβόητο νησί Γκόλι Ότοκ, «το Αλκατράζ της Αδριατικής»

Τρεις γενιές γυναικών δοκιμάζονται συναισθηματικά και αναμετρώνται επανεξετάζοντας αισθήματα, επιλογές, επαναπροσδιορίζοντας ρόλους και σχέσεις, με αφορμή ένα ταξίδι στο παρελθόν και στα κρυμμένα μυστικά μιας ταραγμένης πολιτικά εποχής. Το πλαίσιο του μυθιστορήματος είναι πολιτικό. Οι αφηγητές εναλλάσσονται. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Ανασυνθέτει μυθοπλαστικά, σε ένα τέχνασμα κινηματογράφησης και γραφής, την ζωή στο ίχνος μιας εποχής, αποτίοντας φόρο τιμής στον αγώνα μιας γυναίκας, προκειμένου μια οικογένεια και μια κοινωνία ανθρώπων να προσδιοριστούν στον κύκλο της ιστορικής μνήμης τους.

Το μυθιστόρημα κινείται σε πολλούς ταυτόχρονα χώρους και τα χρονικά πλαίσια μετατοπίζονται συνεχώς. Ως τόπος ζωής και ανάμνησης ορίζονται το Ισραήλ και τα Βαλκάνια στην γραμμή ιστορικών γεγονότων του 20ου αιώνα. Όλα καθορίζονται στο ανθεκτικό πλέγμα της αγάπης, της απώθησης, των οικογενειακών δεσμών υπό το βάρος συναισθηματικών κραδασμών που χρωμάτισαν επισκιαστικά επώδυνες καταστάσεις. Αυτές οι καταστάσεις του παρελθόντος, με ζωηρό αντίκτυπο στο παρόν, διερευνώνται και καταγράφονται προοιωνίζοντας το μέλλον των σχέσεων και την απόπειρα αποκατάστασης της αλήθειας.

Η ιστορία αφορά το παρελθόν μιας γυναίκας η οποία αποκτά μία κόρη από τον γάμο της με έναν άνδρα, τον Μίλος, τον οποίο αρνήθηκε να προδώσει και να σπιλώσει την μνήμη του, ιδίως μετά τον θάνατό του, με αντάλλαγμα την ζωή της. Θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το παιδί της για να το σώσει, πληρώνοντας η ίδια το τίμημα της τιμωρίας, τον εγκλεισμό-εξορία στο «Γκόλι Ότοκ», -το γυμνό νησί- της Αδριατικής.

Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε την αναδιήγηση γεγονότων και τις προσπάθειες που καταβάλλονται για να ανασυντεθούν οι ψηφίδες ζωής που καθόρισαν τις συνθήκες ζωής και τις ρίζες μιας οικογένειας, στο σχήμα των γενεών -γιαγιά, μητέρα, εγγονή- αλλά και των σχέσεων -γονείς, παιδιά, σύζυγοι, συγγενείς- σε ένα διάνυσμα χρόνου που αφορά το παρελθόν καθώς αυτό προσδιορίζει το παρόν και προοιωνίζει το μέλλον και την διεργασία ψυχικής επούλωσης από τα τραύματα.

Στην ατμόσφαιρα μιας γιορτής γενεθλίων, παρακολουθούμε τις αντιδράσεις των μελών της οικογένειας της ηλικιωμένης Βέρας. Η γιορτή γίνεται προς τιμήν της. Η κόρη της, Νίνα και η εγγονή της, Γκίλι, αλλά και άλλα πρόσωπα εμπλέκονται σε συζητήσεις αναζητώντας την αλήθεια αρνητικών καταστάσεων που σημάδεψαν τις ζωές τους και τα συναισθήματά τους. Το σχέδιο είναι να καταγράψουν σε ταινία το ταξίδι επιστροφής, από τα κιμπούτς προς το νησί της Αδριατικής, αιχμαλωτίζοντας αναμνήσεις και εξομολογήσεις, αποκαλύπτοντας ένα μέρος του παρελθόντος στο παρόν, για να μετατραπεί σε ντοκουμέντο ζωής και μνήμης, τόσο για την Νίνα, την κόρη της Βέρας, όσο και για την Γκίλι, την κόρη της άρρωστης Νίνας. Στο τέλος όταν το ταξίδι ολοκληρώνεται και το υλικό έχει καταγραφεί, η Νίνα σε μια στιγμή οδυνηρής συνειδητοποίησης ότι η πορεία των γεγονότων είναι αναπότρεπτη, πετάει την φωτογραφική μηχανή στον γκρεμό, καταστρέφοντας μια μαρτυρία ζωής, τεκμήριο -αντίδοτο στην επικείμενη απώλεια -και της δικής της- μνήμης.

Σ΄ αυτούς τους χωροχρονικούς μετατοπισμούς, ερωτήματα, εσωτερικές σκέψεις, διάλογοι, μικρές ιστορίες, αναδιοργανώνουν πρισματικά και από διαφορετικές οπτικές, ένα παρελθόν ιδιότυπο και προσωπικό, πάνω στο συλλογικό ίχνος της μνήμης, της ταυτότητας, της Ιστορίας.

Σχέσεις, συμπεριφορές, εθνότητες, γεωγραφικοί προσδιορισμοί, αναφορές σε πολιτικά γεγονότα, γλωσσικές παρατηρήσεις, ανακρίσεις, τρομοκρατικές τεχνικές, ψυχολογικές αντιδράσεις και μεταπτώσεις, χαρακτηρίζουν την ροή της αφήγησης και την λεπτομερή οργάνωση ενός υλικού που χρησιμοποιεί ανεπαίσθητο χιούμορ και λεπτά σχόλια για να περιγραφεί ωμά μια τραυματική εσωτερική κατάσταση και να επικυρωθούν διά της γραφής, αισθήματα και συμβάντα, αναμνήσεις και βιώματα, όπως η ανέμελη νιότη, η απώλεια, το βίωμα της αγάπης, ο θυμός, η άρνηση, η απόρριψη, η τιμωρία, η αποδοχή, η κατανόηση και η συμφιλίωση.

Ο έρωτας, ο θάνατος, έθιμα και συνήθειες, τρόποι ζωής του παρελθόντος, τόποι, πρόσωπα, συμπλέκονται στα χείλη των αφηγητών με δείγματα αναφορών σε βιβλία, ποιήματα, ταινίες του κινηματογράφου, στίχους τραγουδιών, άριες, κλπ. Ενσωματώνονται στην ροή της διήγησης ως θέματα για να κεντηθεί -αργά και με κάποια δυσκολία- ο καμβάς της αναπαράστασης μιας πραγματικής ιστορίας στο μυθοπλαστικό της αλφάβητο.

 «Η ζωή παίζει μαζί μου» αποσπάσματα

«Άκουσα την κάμερα που κοπανήθηκε και διαλύθηκε πάνω στα βράχια. Υπήρξε σιγή, και ύστερα το βουητό των κυμάτων που υποχωρούσαν. Η Νίνα κατέρρευσε μεμιάς, γονάτισε στο ένα γόνατο στην άκρη του γκρεμού, σαστισμένη από αυτό που είχε κάνει, ή από αυτό που δεν είχε κάνει, κι εγώ την πλησίασα την ίδια στιγμή με τον πατέρα μου, και μαζί την τραβήξαμε πίσω, κοντά μας.

Όταν κατεβήκαμε από το βουνό, τρομαγμένοι και κρατώντας ο ένας τον άλλον, ήξερα ήδη πως δε θα επέτρεπα να χαθεί στα βαθιά νερά ό,τι είχαμε κάνει σε αυτό το ταξίδι. Αργότερα, με την πάροδο των χρόνων, κάθε φορά που βυθιζόμουν στο πένθος για τη χαμένη μου ταινία, έλεγα μέσα μου, αφού δεν υπάρχουν εικόνες, ας υπάρχουν λέξεις. Αλλά τα χρόνια πέρασαν μέχρι που μπόρεσα να καθίσω και να γράψω.

Και στο μεταξύ ήρθαν πράγματα και γέμισαν τη ζωή μου. Τη μικρή την ονομάσαμε Νίνα. Είναι πεντέμισι χρόνων. Είναι ο δικός μου κόκκος της γης. Ο δικός μας». Σελ. 399-400
«Τρυφερότητα μιας παιδικότητας που δεν είχα δει ποτέ επάνω της. Στιγμιαία, το παιδί που υπήρξε στέκεται μπροστά στο παιδί που υπήρξα και μέσα στα μάτια μου περνάει αργά μια σκέψη, το λεπτό δέρμα μας». Σελ. 180

«Γκίλι.
Όνομα προβληματικό, όπως και να το δεις, και κυρίως επειδή προέρχεται από την εβραϊκή ρίζα της λέξης «χαίρομαι» και μάλιστα στην προστακτική». Σελ. 25

«Και μπορεί πράγματι να έγινε έτσι, πού να ξέρω εγώ. Γιατί να μην της το αναγνωρίσω και να πιστέψω πως μια κοπέλα που είχε γεννηθεί στη Γιουγκοσλαβία και που για κάμποσα χρόνια πράγματι ήταν –όπως αποδείχτηκε αργότερα- ένα εγκαταλειμμένο παιδί, χωρίς πατέρα και χωρίς μητέρα, πως μια τέτοια κοπέλα, σε αντίθεση με αυτά τα δεδομένα ξεκινήματος, ή ίσως λόγω αυτών, έριξε σε μια στιγμή καλοσύνης μια κλεφτή ματιά σε ένα αγόρι από ένα κιμπούτς στο Ισραήλ, ένα αγόρι εσωστρεφές, έτσι τον φαντάζομαι στα δεκαέξι του, ένα αγόρι μοναχικό και γεμάτο μυστικά και πολύπλοκους υπολογισμούς και μεγάλες χειρονομίες, που κανείς στον κόσμο δεν ήξερε γι’ αυτά. Ένα αγόρι θλιμμένο και απρόσιτο, αλλά τόσο όμορφο που σου ερχόταν να βάλεις τα κλάματα. Ο Ραφαέλ, ο πατέρας μου». Σελ. 11-12

«Και ξαφνικά έλαμψαν τα μάτια της από μια ασύλληπτη αγριότητα, σχεδόν ζωώδη. Και θυμάμαι πως μου πέρασε για μια στιγμή η σκέψη από το μυαλό πως δεν ήθελα να είμαι το μικρό αυτού του ζώου». Σελ. 45-46

«Είναι μια μικρή πόλη στην Κροατία, όπου σίγουρα δεν θα ξαναβρεθώ ποτέ. Μια παράξενη αίσθηση αποκοπής. Αιώρησης στο πουθενά. Μοιάζει ίσως σε ό,τι περιμένει τη Νίνα σύντομα». Σελ. 172

«…και την ίδια στιγμή βλέπω αυτό που είχα ήδη δει πάνω από μια φορά γυρίζοντας ντοκιμαντέρ: πώς πράγματα συνηθισμένα και κοινότοπα, που λέει ένας άνθρωπος παρουσία κάμερας –κάμερας προσεχτικής, υποστηρικτικής-, τον διαπερνούν ξαφνικά λες και τα άκουσε για πρώτη φορά, και η ιστορία που αφηγείται στον εαυτό του επί χρόνια θρυμματίζεται». Σελ. 136


Νταβίντ Γκρόσμαν 
«Η ζωή παίζει μαζί μου»
Μετάφραση (Από τα Εβραϊκά): Λουίζα Μιζάν
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Ψυχογιός

Γράφει η Αγγέλα Μάντζιου


 

Η Εικόνα και το Βλέμμα | John Berger