Το 2011, ο ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός Ντίνος Χριστιανόπουλος αρνήθηκε να παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων που του απένειμε η Ακαδημία Αθηνών. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Θεσσαλονικιός ποιητής έλεγε όχι σε τιμητικές διακρίσεις, ούτε η τελευταία. Ήταν όμως μια χειρονομία που επιβεβαίωνε ότι η στάση του δεν οφειλόταν σε ιδιοτροπία, αλλά σε βαθιά πεποίθηση.
Σε μια εποχή όπου η επιτυχία μετριέται με δημοσιότητα και αναγνωρισιμότητα, όπου τα likes (αρέσει) και τα views (προβολές) καθορίζουν την αξία, η φιλοσοφία του Χριστιανόπουλου φαντάζει σχεδόν αντιπροσωπευτική μιας άλλης εποχής. Ή μήπως όχι;
Ο ποιητής που έζησε στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, πίστευε ότι η τέχνη δεν χρειάζεται επικύρωση από επιτροπές, κράτος ή θεσμούς. Για τον ίδιο, κάθε βράβευση ήταν μια μορφή εξαγοράς της αυθεντικότητας, ένας τρόπος να μετατραπεί ο δημιουργός σε διακοσμητικό στοιχείο της εξουσίας.
Η άποψή του δεν αφορούσε μόνο τα βραβεία. Αφορούσε ολόκληρη τη λογική του “ξεχωριστού”, της επίδειξης, της μετατροπής της τέχνης σε εμπόρευμα. Θεωρούσε ότι ο πραγματικός δημιουργός πρέπει να ζει στην αφάνεια, να εργάζεται σιωπηλά και να αφήνει το έργο του να μιλήσει. Η μοναδική δικαίωση, έλεγε, είναι η διάρκεια του έργου στο χρόνο και η αγάπη των αναγνωστών.
Πολλά χρόνια νωρίτερα, το 1979, ο Χριστιανόπουλος είχε ήδη διατυπώσει αυτή τη φιλοσοφία σε ένα κείμενο με τίτλο “ΕΝΑΝΤΙΟΝ”. Τότε που οι περισσότεροι συγγραφείς αγωνίζονταν για αναγνώριση και βραβεία, εκείνος όριζε με σαφήνεια τη θέση του απέναντι στον θεσμό των τιμητικών διακρίσεων. Η ριζοσπαστικότητα του κειμένου δεν έγκειται μόνο στο περιεχόμενό του, αλλά και στο γεγονός ότι γράφτηκε σε μια εποχή που τέτοιες απόψεις ήταν σχεδόν ανύπαρκτες στον ελληνικό λογοτεχνικό χώρο. Ο Χριστιανόπουλος δεν περίμενε να γίνει γνωστός και αναγνωρισμένος για να αρνηθεί τα βραβεία. Οριοθέτησε τη στάση του από την αρχή, αποδεικνύοντας ότι δεν επρόκειτο για κενή χειρονομία, αλλά για ουσιαστική πεποίθηση που καθόριζε τον τρόπο ζωής του.
Το κείμενο αυτό αποτελεί την πιο καθαρή έκφραση της φιλοσοφίας του. Ένα κείμενο που σήμερα, σε μια εποχή όπου η τέχνη συχνά μοιάζει να υπηρετεί τη δημοσιότητα περισσότερο από την ουσία, ακούγεται πιο επίκαιρο από ποτέ.
ΕΝΑΝΤΙΟΝ
Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το «ξεχωριστό», που είναι τόσο της μόδας, είναι η μεγαλύτερη χυδαιότητα.
Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Η βράβευση είναι η χειρότερη ταπείνωση που μπορεί να γίνει σ’ ένα δημιουργό. Τον μετατρέπει σε υπάλληλο, σε πειθήνιο όργανο του συστήματος, σε διακοσμητικό στοιχείο της εξουσίας.
Είμαι εναντίον των επιτροπών, που αποτελούνται από ανθρώπους που δεν έχουν καμιά σχέση με την τέχνη, αλλά που παριστάνουν τους κριτές. Η κρίση τους είναι πάντα υποκειμενική, προκατειλημμένη και συχνά υπαγορευμένη από σκοπιμότητες.
Είμαι εναντίον των εκδηλώσεων που γίνονται για να τιμηθεί ένας δημιουργός. Αυτές οι εκδηλώσεις είναι η αποθέωση της υποκρισίας. Οι άνθρωποι που παρευρίσκονται σ’ αυτές, τις περισσότερες φορές, δεν έχουν διαβάσει ούτε μια σελίδα από το έργο του τιμώμενου, αλλά έρχονται για να φανούν και να πάρουν λίγη από τη δόξα του.
Είμαι εναντίον της δημοσιότητας, που επιδιώκουν οι δημιουργοί. Η δημοσιότητα είναι το δηλητήριο της τέχνης. Ο πραγματικός δημιουργός πρέπει να ζει στην αφάνεια, να εργάζεται σιωπηλά και να αφήνει το έργο του να μιλήσει.
Είμαι εναντίον της εμπορευματοποίησης της τέχνης. Η τέχνη δεν είναι εμπόρευμα, δεν είναι αντικείμενο συναλλαγής. Όταν η τέχνη μπαίνει στο παζάρι, παύει να είναι τέχνη και γίνεται προϊόν.
Τέλος, είμαι εναντίον του ίδιου του εαυτού μου, όταν παρασύρεται από αυτές τις σειρήνες. Η μοναδική δικαίωση ενός δημιουργού είναι η διάρκεια του έργου του στο χρόνο και η αγάπη των αναγνωστών του. Όλα τα άλλα είναι περιττά και βλαβερά.
Φωτογραφία Ντίνου Χριστιανόπουλου wikipedia, φωτογραφία Άνω Πόλης Depositphotos
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
