{ Θέατρo }

«Ο Ελέφας» κριτική παράστασης Παύλος Λεμοντζής

Ένας «Ελέφαντας» στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών.


Κατηγορίες: Θέατρο

«Ο Ελέφας» κριτική παράστασης Παύλος Λεμοντζής

Χώρος: Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών
Κολοκοτρώνη 25-27, Σταυρούπολη, 56430, Θεσσαλονίκη
Δείτε τη διεύθυνση στον χάρτη


«Ο Ελέφας» κριτική παράστασης Παύλος Λεμοντζής
 
   Το Κ.Θ.Β.Ε έφερε στον Βορρά το έργο του Κώστα Μπονσταντζόγλου «Ο Ελέφας» με υπογραφή: Κώστα  Βοσταντζόγλου. Μάλλον, προέκυψαν λόγοι που ο συγγραφέας διαφοροποίησε το επίθετο, το οποίο έγινε διάσημο από τον ευφυή πατέρα του, τον πασίγνωστο «Μποστ». Ωστόσο, το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο «Στοά» πριν από επτά χρόνια και ο Θανάσης Παπαγεωργίου το προσάρμοσε στα δεδομένα του θιάσου του. Στη συνέχεια το κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις εκδόσεις «ΣΤΟΑ», όπου μπορεί κανείς να το αγοράσει και να το περπατήσει  λέξη τη λέξη. Εκεί, το τουρκογενές όνομα είναι άθικτο κι ο συγγραφέας αναφέρει και  την αφορμή γέννησης  της ιστορίας του. Το ίδιο κάνει και στο πρόγραμμα της παράστασης, που έκανε πρεμιέρα το Σάββατο που μας πέρασε στο «Μικρό» της Μονής Λαζαριστών , αλλά αντικαθιστώντας στο  επίθετό του  το Μπι  με Βήτα.
 
  Έτσι ή αλλιώς, η ουσία βρίσκεται στο κείμενο , στην επεξεργασία του από τον  Γιάννη Λεοντάρη -  σκηνοθέτη με ιδιαίτερο εκτόπισμα στον χώρο των γραμμάτων και τεχνών, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο βιογραφικό του:  «Έλληνας θεατρικός σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής, θεωρητικός του κινηματογράφου και Aναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, όπου διδάσκει Υποκριτική και Σκηνοθεσία» -  και στην προσαρμογή του πάνω  στο δυναμικό του Κ.Θ.Β.Ε.  Επέλεξε νεότερους μεν, εξαιρετικά ταλαντούχους δε ηθοποιούς, οι οποίοι απογείωσαν την παράσταση και  της έδωσαν σουρεαλιστικό χαρακτήρα .
   Πρόκειται για  μια μεγεθυσμένη ελληνική πραγματικότητα στα όρια παροξυσμού, για να ταρακουνηθεί ο εφησυχασμένος στο κάθισμά του θεατής κι όταν κοπάσει η αντάρα των τρανταχτών γέλιων, να έρθει η σιωπή της περισυλλογής και της εσωτερικής ανάλυσης. Αυτό ακριβώς συμβαίνει. Το βίωσα στο έπακρον. Την ιλαρότητα που ανάβλυσε από τις «ελληνικούρες- μαργαριτάρια» , από τις υπερβολικές κινήσεις και στάσεις των ηθοποιών, από τη δημοτική μουσική και τα τραγούδια του πανηγυριού, από το βουκολικό περιτύλιγμα της ατμόσφαιρας, από το  ντεκόρ  που στιγματίζει έλλειψη παιδείας, ειδικής και γενικής, σε μια οικογένεια που πάσχει από  χρόνιες παθογένειες που κληροδοτούνται από παλιές γενιές σε νέες, ως βαρύτιμα  δώρα – τάματα.
 
   Υπόθεση:  Ο «Ελέφας»   είναι μαύρη κωμωδία ή  βουκολικό δράμα, μια και εκτυλίσσεται στην ελληνική ύπαιθρο. Χαράματα, στο κατώφλι του σπιτιού του, ο αυταρχικός εθνικόφρων  και φαλλοκράτης Μήτσος περιμένει , με την καραμπίνα του αγκαλιά, τον φίλο του τον Τάσο, ένα αλαφρόμυαλο , θρασύδειλο ανθρωπάκι, σαφώς υποδεέστερό του,  για να πάνε στο κυνήγι.  Βρίζει τη γυναίκα του, τη Γωγώ, που προσπαθεί να του πιάσει κουβέντα  υπενθυμίζοντάς του  ότι η κυνηγετική σεζόν έχει λήξει. Κι επειδή ο Τάσος αργεί, μοιραία το αντρόγυνο αναμασάει τις παλιές ιστορίες ανακατεμένες με το χτεσινό έργο της τηλεόρασης (ντοκιμαντέρ για τη ζωή ελεφάντων). Ο  αφέντης- Μήτσος στοχοποιεί τον μακαρίτη τον πεθερό του, κυνηγημένο αριστερό, κι όταν μαλακώνει της διηγείται μια περιπέτεια που διάβασε στο περιοδικό, μια περιπέτεια «του διάσημου εξερευνητή Μάικλ Χέιτζ» για έναν ελέφαντα «στας Ινδίας», που του σκοτώσανε το αφεντικό του κι εκείνος άρχισε να κλαίει με κάτι δάκρυα σα μήλα, και , έψαξε, έψαξε, βρήκε τον δολοφόνο του αφεντικού του και τον θανάτωσε με την προβοσκίδα του ακαριαίως. Κι έπειτα σάλπισε θριαμβευτικά, πήγε σιμά στον τάφο τού σαχίμπ του -σαχίμπ λένε εκεί το αφεντικό- και ξάπλωσε, σφάλισε τα μάτια του και πέθανε πάνω στο μνήμα.
 
  Αυτός είναι ο ελέφας του τίτλου. Την ιστορία αυτή θα την ξανακούσουμε άλλες δυο φορές μέσα στο έργο, καθώς ο ένας ήρωας τη διηγείται στον άλλον. Τελικά φτάνει ο Τάσος, κατουρημένος πάνω του, επειδή είχε ένα ατύχημα με το Νισσάν, του ?φυγε η ρόδα, παρά λίγο να σκοτωθεί. Αντί για κυνήγι, οι δυο άντρες φεύγουν να περιμαζέψουν το χαλασμένο αυτοκίνητο, ενώ η Γωγώ ειδοποιεί τη Βούλα , τη γυναίκα του Τάσου, που είναι και ανιψιά της, να περάσει από εκεί -η Βούλα είναι και ετοιμόγεννη και δεν κάνει να μένει μόνη της.
 
   Αυτά είναι τα πρόσωπα του έργου. Ο συγγραφέας εστιάζει στις σχέσεις ανάμεσα στους τέσσερις ήρωες: Ο Μήτσος έχει για τσιράκι του τον Τάσο, τον χαρτζιλικώνει, τον συμβουλεύει, αλλά και τον παίρνει μαζί του τα βράδια για να καίνε τα τσαντίρια των γύφτων. Η νεαρή Βούλα δεν αντέχει άλλο τον άντρα της -και μαθαίνουμε ότι αυτή λασκάρισε τα μπουλόνια στη ρόδα του Νισσάν. Ο Τάσος ξενοκοιτάει και επιβεβαιώνεται στους φίλους του ταπεινώνοντας τη γυναίκα του, ενώ  η Γωγώ «βλέπει» περισσότερα απ? όσα οι θεατές και σκέφτεται την ώρα της εκδίκησης, σαν τον ελέφαντα που δεν ξεχνάει.  Μια ευφυής ανατροπή δίνει το τέλος, ενώ ο θεατής ,ουσιαστικά, αφήνεται ν? αποδώσει «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι», όπως εκείνος αντιλαμβάνεται το σωστό και το δίκιο.
 
  Σε γλωσσικό επίπεδο υπάρχουν  άφθονες παροιμιακές εκφράσεις,  σύνηθες χαρακτηριστικό στο στόμα κατοίκων της επαρχίας . Οι τέσσερις ήρωες μιλάνε χωριάτικα, χωρίς πολλούς ιδιωματισμούς , όμως με κάμποσες κομμένες λέξεις και καταλήξεις , όπως στα βόρεια ιδιώματα.
 
  Το  Κ.Θ.Β.Ε.  σε παράστασή του,  πριν  από αρκετά χρόνια, μας κέρασε ρεβυθάδα. Ο Λεοντάρης μάς φίλεψε φακές. Συμβολική κίνηση και για τα μελλούμενα και  για να λειανθεί μια επιτηδευμένη ατμόσφαιρα, να γλιστρήσει στο στομάχι ένα δίχτυ υπερβολής που σκεπάζει όλη την παράσταση  αλλά και για να δωρίσει στην ηρωίδα  Γωγώ  τη νοικοκυροσύνη κι ένα   φρόνημα φιλοξενίας.
 
  Επί της ουσίας, ο Γιάννης Λεοντάρης θέλησε να περάσει, προφανώς, το μήνυμα της απαίδευτης κοινωνίας , τις προκαταλήψεις και θρησκοληψίες που επικρατούν στην Περιφέρεια, κυρίως, αλλά και τη «στρατόκαυλη»  νοοτροπία των φαλλοκρατών «αρχηγών» οικογένειας, όπου η φασίζουσα συμπεριφορά εκλύεται από τις πολιτικές πεποιθήσεις, από την αμορφωσιά , τη σαθρή υποδομή των χαρακτήρων , έτσι ώστε έχτισε μια παράσταση , ίσως παράταιρη με την εποχή μας, όμως  καίρια υπαινικτική  για τον κοινωνικό ιστό όπου εκκολάπτεται το «αυγό του φιδιού», ανεξαρτήτως εποχής. 
 
  Οι ερμηνείες των ηθοποιών υπερ-ρεαλιστικές, κερδίζουν το κοινό από την πρώτη σκηνή, επαληθεύουν με τον καλύτερο τρόπο το  πόσο σπουδαίοι,  ταλαντούχοι άνθρωποι εκπαιδεύονται στο Κ.Θ.Β.Ε και το υπηρετούν με ζέση  και το πόσο έντεχνα αναβιώνουν στη σκηνή χαρακτήρες δύσκολους, απαιτητικούς και μέσα σε φρενήρεις ρυθμούς. Εξαιρετικοί όλοι τους. Άξιες οι επευφημίες που δέχτηκαν στο τέλος. Με τον ιδρώτα τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, απέσπασαν διθυραμβικά σχόλια. Και μόνο γι? αυτήν την εμπειρία αξίζει να δείτε την παράσταση. 
 
Συντελεστές:
 
Σκηνοθεσία-Μουσική επιμέλεια-Επιμέλεια Video: Γιάννης Λεοντάρης
Σκηνικά-Κοστούμια: Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός Σκηνοθέτης: Μαριλένα Κατρανίδου
Φωτογράφιση παραγωγής: Τάσος Θώμογλου
Οργάνωση παραγωγής: Μαριλύ Βεντούρη, Δημοσθένης Πάνος
Βοηθός σκηνοθέτη (στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης): Σοφία Μπλέτσου
 
Παίζουν: Σοφία Καλεμκερίδου (Γωγώ), Νικόλας Μαραγκόπουλος (Μήτσος), Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Τάσος), Μαριάννα Πουρέγκα (Βούλα)
 
 
cityportal.gr «Ο Ελέφας» κριτική παράστασης / Παύλος Λεμοντζής  
 

:







TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ___