{ }

Ο Μεγαλοπρεπής κερατάς στο Βασιλικό Θέατρο | κριτική παράστασης

Κριτική Παύλος Λεμοντζής


Κατηγορίες: Θέατρο

Ο Μεγαλοπρεπής κερατάς στο Βασιλικό Θέατρο | κριτική παράστασης



Κριτική παράστασης «Ο Μεγαλοπρεπής κερατάς» του Φερνάν Κρομλένκ από το ΚΘΒΕ στο «Βασιλικό Θέατρο» σε σκηνοθεσία Ελεάνας Τσίχλη

Διαβάζουμε στο πρόγραμμα: «γεννημένος στη Γαλλία, ο Φερνάν Κρομλένκ, γόνος οικογένειας ηθοποιών (πατέρας Βέλγος, μητέρα Γαλλίδα), έγραψε τον «Μεγαλοπρεπή κερατά» το 1920. Επηρεασμένος από εμβληματικά κλασικά έργα και διαθέτοντας άριστη γνώση της θεατρικής γραφής και της θεατρικής πράξης, μας δίνει ένα λυρικό και ταυτόχρονα γκροτέσκο κείμενο, με θέμα τη ζήλια στην πιο αρρωστημένη και παράλληλα κωμική (ή γελοία) διάστασή της».
 
Υπόθεση
Ο κεντρικός ήρωας του έργου, ο Μπρούνο, είναι μια καθαρά ψυχοπαθητική προσωπικότητα, ένας άνθρωπος που , κανονικά, σου προκαλεί θλίψη και συμπόνια μαζί, καθώς τον παρακολουθείς να αγωνίζεται απελπισμένα να κερδίσει την αγάπη  της  γυναίκας του Στέλλας, μιαν αγάπη, όμως, που από την πρώτη στιγμή είναι εμφανές ότι εκείνη του την προσφέρει αφειδώλευτα. Η έμμονη ιδέα του Μπρούνο  ότι η Στέλλα τον απατά με κάποιον άγνωστο, δεν του επιτρέπει να  δει  πως η γυναίκα του κάποια στιγμή, παίζοντας τέλεια το παιχνίδι της μοιχαλίδας, χαριεντίζεται  με  όλο το χωριό. Και όταν ο έμπιστος φίλος του προσπαθεί να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα για να δει τις πράξεις της γυναίκας του, αυτός τον απωθεί αποχαυνωμένος στις  δικές του εμμονές. Ακόμα και όταν στο τέλος τον εγκαταλείπει  η Στέλλα, εξακολουθεί να πιστεύει ότι  είναι θύμα φάρσας.
 
Ερμηνεία
Προσεκτική ανάγνωση του έργου και βαθύτερη κατανόηση της  ζωής και της δουλειάς του ήρωα, μας επιτρέπουν να δώσουμε έμφαση σε ορισμένες  επιρροές  που  τοποθετούν την ιστορία στη θεατρική παράδοση του τέλους του 19ου αιώνα και, κατά συνέπεια, να είναι  σαφείς  οι δεσμοί  μεταξύ συμβολισμού και εξπρεσιονισμού. Το πλαίσιο αυτό δεν παρεμποδίζει τα καινοτόμα χαρακτηριστικά της  γραφής  του  Κρομλένκ. Η υπόθεση εμπεριέχει  καρικατούρες,  φάρσες, μεταμφιέσεις  και  το στοιχείο της  προδοσίας. 
 
Πρόκειται, επίσης, για  ένα ψυχολογικό δράμα  ασυνήθιστου βάθους: μια τραγική δραματοποίηση   της  παραληρητικής  ζήλιας  και μια  αιχμηρή  ματιά στην  παθολογική αγάπη, αλλά  και στην κατάχρηση  εξουσίας. Ο Χένρι Μίλερ ονόμασε το έργο "το ωραιότερο πράγμα που γράφτηκε ποτέ για τη ζήλεια" και το θεώρησε υψηλότερο από τον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ.
 
Οι υπερβολές του συγγραφέα  είναι απολύτως σύμφωνες με το θέμα του: ότι η  αρρωστημένη αγάπη συντροφεύει  τη  ζήλια  και  ότι το πάθος δεν απέχει από τη μανία. Αυτά τα άκρα αντανακλούν  το  πλαίσιο  στο  οποίο  γράφτηκε το  έργο, μόνο δύο χρόνια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πανδημία γρίπης του 1918. Δηλαδή, χρονική περίοδο αποκαλυπτική, γεμάτη καλλιτεχνική εφεύρεση ( Ντανταϊσμός, σουρεαλισμός, φουτουρισμός, εξπρεσιονισμός κ.α.) που επισκιάστηκε  από  τις απειλές του ολοκληρωτισμού  και της  οικονομικής  κρίσης. 
 
Ο «Μεγαλοπρεπής κερατάς» είναι ένα  κείμενο  τυλιγμένο στο μανδύα της φάρσας, που παρουσιάζει αδιανόητη σκληρότητα σε μια εσωτερική κατάσταση. Συνδέει  μεταξύ τους την παράνοια, τις νευρώσεις και την ανισορροπία  στις  συμπεριφορές. Κάτω από αυτό το πρίσμα, το έργο είναι εξαιρετικά θεατρικό. Οι χαρακτήρες διακωμωδούν  ο ένας τον άλλον  σε έναν συνδυασμό  ομιλίας κόμικ  και κίνησης  βωβού κινηματογράφου.
 
Σε αυτήν την ιστορία απελπισίας και απόγνωσης, τρέλας και φαντασίας,  η ζήλια είναι συναίσθημα που συνοδεύεται από  οργή, θλίψη, ντροπή, ανεπάρκεια, αφού στηρίζεται  στη χαμηλή αυτοεκτίμηση  και  την ανασφάλεια του «κερατά». Μέσα  σ? αυτό το πλαίσιο θα συναντήσουμε  τη  γνωστή ανακριτική διαδικασία, η οποία στοχεύει  στο  τσεκάρισμα των αντιφάσεων, οδηγεί σε καυγάδες  και δημιουργεί  σχέσεις  αποπνικτικές και αφόρητες.
 
Όλα αυτά θα  ήταν απολαυστικά αν έλειπε η αφόρητη επιτήδευση και η περίσσια  κατανάλωση ενέργειας από το σύνολο του θιάσου, με κορυφαίο  φαφλατά  τον Μπρούνο.
 
Η παράσταση
Είναι δομημένη  σε έναν άξονα καρικατούρας,  σα σκίτσο που αναπαριστά πρόσωπα ή πράγματα με κωμική  παραμόρφωση, έτσι ώστε να προκαλείται  γέλιο. Σε μια σκηνική έκταση, θαρρείς αυλόγυρος  τσίρκου, όπου στη μέση  δεσπόζει  ο κύβος- σπιτικό  του Μπρούνο, στήνεται το παιχνίδι. Όλοι  οι χαρακτήρες αναλώνονται  σε ένα ύφος ακραίας επιτήδευσης, ενοχλητικής για αρκετούς θεατές , ευχάριστης, ίσως, για μερικούς . 
 
Πέρα από τη δράση  μέσα  και πέριξ  της εστίας , τριγυρίζουν  από  καιρού εις  καιρόν   ομάδες  που σχηματίζουν  κοινωνίες. Αυτές  οι  εναλλαγές   υποδηλώνονται από μουσικές διαλέξεις  ( ο Θοδωρής Αμπαζής έγραψε ιδανικές   μουσικές  που  υπογραμμίζουν καίρια  σημεία της  δράσης),  από πολύ  επιτηδευμένες  παντομίμες και, ευτυχώς,  από  ατμοσφαιρικούς  φωτισμούς  του  Νίκου Σωτηρόπουλου.
 
Η σκηνοθεσία  απομακρύνεται   από  το  γυναικείο σύμπαν  και επικεντρώνεται στη σκληρή και ανελέητη  εξέταση του αρσενικού της  εκρηκτικής  ζήλειας του, ώστε να   έχει εγκλωβιστεί στις  αντιφάσεις  του και  στην αναγνωρισμένη και νευρωτική του  ευημερία.
 
Όλοι οι  χαρακτήρες  στην παράσταση  είναι καθαρές  καρικατούρες, στερημένες από οποιαδήποτε ψυχολογική  πυκνότητα. Από το σμάρι των ηθοποιών  ρόλων που εκτελούν  πειθήνια  τις σκηνοθετικές  οδηγίες , σαν ένα σύνολο  καλοκουρδισμένων  παιχνιδιών, προσπαθεί  να αποστασιοποιηθεί  ο  Νικόλας  Μαραγκόπουλος , ως  Εστρυγκό - Μπάστερ  Κήτον, με σχετική επιτυχία. 
 
Η σκηνοθεσία δε  φαίνεται να έχει αποφασίσει  αν  το έργο είναι  burlesque ή μια ψυχολογική  μελέτη  της  ζήλιας και  το  αποτέλεσμα είναι  ένα είδος φάρσας noire που δεν είναι ούτε αστείο  ούτε  ενθουσιώδες. Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε  να το χαρακτηρίσουμε καινοτόμο  θέατρο. Πιθανώς,  να θέλησε η  Ελεάνα Τσίχλη   που υπογράφει τη σκηνοθεσία,  να αναβιώσει  τόσο  τη  μεσαιωνική λαϊκή  σκηνή, όσο και το ιταλικό κωμικό θέατρο, όμως  δεν το διευκρίνισε  με σαφήνεια  στο μακροσκελές  πόνημά της.  Έτσι,  ο μεγάλος  πρωταγωνιστής  αυτής  της παράστασης  του Κ.Θ.Β.Ε. ,   που έκανε  πρεμιέρα  Παρασκευή  17 του μηνός,  είναι η εξαιρετική μετάφραση της  Έφης  Γιαννοπούλου.  Δουλειά – κέντημα  με  εργαλεία  τις  λέξεις  και  τη  γραμματική  της ελληνικής  γλώσσας.  Ένας  θησαυρός  από  μετοχές, επίθετα, ρήματα, χρόνους, πλέξανε  φράσεις  έξοχες , τις οποίες   χάρηκε  το  αυτί και  η ψύχη μας. Οπωσδήποτε, ο κάθε θεατής θα   εισπράξει   από  αυτήν την εκδοχή  του «Μεγαλοπρεπή κερατά» ,  ό,τι  του επιτρέπουν οι  γνώσεις του  ή αυτό  που θέλει,  εν τέλει,  να κρατήσει.
 
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ: 
Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Σκηνοθεσία: Ελεάνα Τσίχλη
Σκηνικά-κοστούμια: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής
Κίνηση: Σοφία Παπανικάνδρου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη-Μαρίνα Τζιγερτζή
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Έλλη Ναλμπάντη
Οργάνωση παραγωγής: Αθανασία Ανδρώνη
Παίζουν: Μελίνα Αποστολίδου (Φλοράνς), Γιώργος Δημητριάδης (Πέτρος, Εραστής, Χορός κερασφόρων), Χρήστος Διαμαντούδης (Νεαρός Βαρελάς, Εραστής, Χορός κερασφόρων), Έφη Δρόσου (Παραμάνα), Ευσταθία Λαγιόκαππα (Στέλλα), Νικόλας Μαραγκόπουλος (Εστρυγκό), Μαρία Μπαγανά (Κορνελί), Νίκος Ορτετζάτος (Εραστής, Χορός κερασφόρων), Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Δήμαρχος), Θανάσης Ραφτόπουλος (Γελαδάρης), Δημήτρης Σιακάρας (Κόμης, Εραστής, Χορός κερασφόρων), Αλκιβιάδης Σπυρόπουλος (Εραστής, Χορός κερασφόρων), Γιώργος Στάμος (Μπρούνο)






 



TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ