Site icon Cityportal.gr

Ο Σαίξπηρ δεν είχε ChatGPT (αλλά αν είχε θα το λάτρευε)

Υπάρχει μια ερώτηση που επιστρέφει με μια σχεδόν μανιακή επιμονή: τι ακριβώς σημαίνει ένα βιβλίο να είναι γραμμένο με τεχνητή νοημοσύνη; Και, κυρίως, γιατί αυτό θα έπρεπε να ενοχλεί εμένα, τον αναγνώστη, ο οποίος, αν επιτρέπετε, είμαι ο μόνος που έχει πράγματι πληρώσει για την αγορά του βιβλίου και για το προνόμιο της γνώμης του;

Επιτρέψτε μου να θέσω το ζήτημα με την απλότητα που του αξίζει. Κάθομαι το βράδυ με ένα βιβλίο. Ο καφές είναι ζεστός, η πολυθρόνα άνετη, ο κόσμος ευτυχώς σιωπηλός. Διαβάζω, η δική μου ώρα. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες, πέφτω στην αναγνωστική μου νιρβάνα. Απόλαυση, ανάμεσα στις λέξεις, κάτι μου λέει μια αλήθεια που ήξερα αλλά δεν είχα καταφέρει να διατυπώσω. Και μετά μαθαίνω ότι ο συγγραφέας χρησιμοποίησε AI. Τι ακριβώς αλλάζει στην εμπειρία μου; Απολύτως τίποτα. Ο καφές παραμένει ζεστός. Η αλήθεια παραμένει αληθινή. Η πολυθρόνα εξακολουθεί να είναι άνετη.

Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει ένα σεβαστό τμήμα του λογοτεχνικού κατεστημένου να αντιδρά με την απελπισία ανθρώπου που ανακάλυψε σκώρο στη βιβλιοθήκη του. Τους κατανοώ. Πρόκειται για ανθρώπους που έχτισαν βιοπορισμό και ταυτότητα πάνω σε μια τέχνη που αισθάνονται ότι απειλείται. Η οικονομική ανησυχία είναι θεμιτή. Ο πανικός, ωστόσο, δεν συνιστά επιχείρημα. Ποτέ δεν ήταν. Και η ιστορία, που έχει αμείλικτο χιούμορ, το αποδεικνύει κάθε φορά.

Ένα ιστορικό προηγούμενο

Το 1839, όταν ο Daguerre παρουσίασε τη φωτογραφία, ο γάλλος ζωγράφος Paul Delaroche ανακοίνωσε με αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθηση: “Από σήμερα η ζωγραφική είναι νεκρή.” Ολόκληρο το ακαδημαϊκό κατεστημένο των Καλών Τεχνών συντάχθηκε μαζί του. Πανικός. Ηθικολογία. Η εξοικειωμένη αίσθηση ότι κάτι ιερό μολύνεται από κάτι μηχανικό.

Σήμερα αυτή η άποψη για τη φωτογραφία ακούγεται γελοία (και είναι). Η ζωγραφική όχι μόνο επέζησε, αλλά η φωτογραφία την ελευθέρωσε από την υποχρέωση να αναπαράγει την πραγματικότητα. Της χάρισε τον εξπρεσιονισμό, τον κυβισμό, την αφαίρεση. Της χάρισε, αν θέλετε, τον Picasso, ο οποίος με τη χαρακτηριστική του σεμνότητα παρατήρησε ότι “η τέχνη είναι κλοπή.” Δήλωση που, παρεμπιπτόντως, αποδίδεται σε αυτόν με αμφίβολη ακρίβεια, κάτι που ο ίδιος θα εκτιμούσε βαθύτατα.

Σήμερα η δήλωση του Delaroche ακούγεται, για να χρησιμοποιήσω τον πιο φιλάνθρωπο δυνατό χαρακτηρισμό, αφελής. Υποθέτω ότι σε δέκα χρόνια η ιστορία θα αντιμετωπίζει τους σημερινούς επικριτές του AI με παρόμοια, ευγενή, οίκτο.

Η ίδια λογική, λίγο πιο εκλεπτυσμένη ρητορικά, είναι αυτή που ακούμε σήμερα για το AI. “Δεν είναι δικό σου.” “Δεν βγήκε από μέσα σου, είναι κλεμμένο.” “Είναι ψεύτικο.” Και εγώ αναρωτιέμαι: πόσα βγαίνουν πραγματικά “από μέσα μας” χωρίς να έχουν περάσει πρώτα από αλλού; Κάθε βιβλίο που διάβασες, κάθε συνομιλία που σε άλλαξε, κάθε αποτυχία που σε δίδαξε, κάθε εικόνα που σε στοίχειωσε, οι σπουδές σου, οι εμπειρίες σου, όλα αυτά είναι το “από μέσα σου”. Και τα έχτισες δανειζόμενος.

Πάμπλο Πικάσο: «Η τέχνη είναι κλοπή».

Η περίφημη αυτή φράση, αναδεικνύει ότι οι πραγματικά μεγάλοι καλλιτέχνες δεν μιμούνται απλώς (αντιγράφουν), αλλά αφομοιώνουν, μετασχηματίζουν και ενσωματώνουν τις επιρροές τους, δημιουργώντας κάτι εντελώς νέο και μοναδικό. Σημαίνει την ικανότητα να «κλέβεις» μια ιδέα και να της δίνεις νέα ζωή, αντί να την αναπαράγεις πανομοιότυπα.

Το μεγάλο ερώτημα της αντιγραφής και της χρήσης ΑΙ

Κάποιοι συγγραφείς ανησυχούν δικαιολογημένα όταν σκέφτονται. “Και πώς προστατευόμαστε από αυτούς που θα πάρουν τις πολύτιμες ιδέες μας και τις θα τις αναδιαμορφώσουν με AI;” Η απάντηση είναι σκληρή και πονάει: Στην πράξη μάλλον δεν υπάρχει προστασία. Δεν υπήρχε ποτέ. Και ίσως δεν θα έπρεπε να υπάρξει αν θυμηθούμε μερικά ιστορικά παραδείγματα:

Ο Δουμάς και οι «ghostwriters» (συγγραφείς φαντάσματα)

Ας στραφούμε στον Alexandre Dumas, τον πατέρα, συγγραφέα του Κόμη Μοντεχρίστο και των Τριών Σωματοφυλάκων, δύο έργων που μας έχουν χαρίσει περισσότερη αναγνωστική ευχαρίστηση από ό,τι το σύνολο των βραβευμένων με λογοτεχνικά βραβεία μυθιστορημάτων μιας ορισμένης δεκαετίας που θα αφήσω αδιευκρίνιστη. Ο Δουμάς διατηρούσε έναν αξιοσέβαστο αριθμό από “συγγραφείς φαντάσματα.” Ο Auguste Maquet ήταν ο επιφανέστερος. Έγραφε το σκελετό της υπόθεσης, τη δομή, σημαντικές σκηνές. Ο Δουμάς πρόσθετε την τελική πινελιά, τον ρυθμό και, κυρίως, το όνομά του στο εξώφυλλο.

Ο Maquet προσέφυγε στη δικαιοσύνη. Και έχασε. Τα βιβλία παρέμειναν αναλλοίωτα. Το αναγνωστικό κοινό συνέχισε να τα λατρεύει με αμείωτο ενθουσιασμό. Κανείς δεν επέστρεψε το αντίτυπό του με αίτημα επιστροφής χρημάτων.

Γιατί; Γιατί ο Εντμόν Δαντές ήταν πραγματικός με τον μοναδικό τρόπο που οι φανταστικοί χαρακτήρες μπορούν να είναι πραγματικοί. Η εμπειρία ήταν αληθινή. Και αυτό, τελικά, είναι το μόνο που μετράει.

Αντικαταστήστε τώρα τον Maquet με ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης. Ποια είναι η ουσιαστική διαφορά; Το AI δεν προσφεύγει στη δικαιοσύνη. Δεν διεκδικεί δικαιώματα. Και, ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να υποτιμάται, δεν κρίνει.

Ο Σαίξπηρ και η τέχνη της “δημιουργικής οικειοποίησης”

Ο Σαίξπηρ, για να είμαστε ακριβείς, δεν επινόησε σχεδόν τίποτα. Αυτό δεν είναι προκλητική υπερβολή. Είναι ακαδημαϊκά καταγεγραμμένο γεγονός που διδάσκεται σε κάθε σοβαρό πρόγραμμα φιλολογίας εδώ και εκατοντάδες χρόνια.

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα προϋπήρχε ως ιταλική ιστορία, μέσω του ποιήματος του Arthur Brooke του 1562, το οποίο με τη σειρά του δανείστηκε από τον Matteo Bandello. Ο Άμλετ ήταν σκανδιναβικός μύθος αιώνων, καταγεγραμμένος από τον Saxo Grammaticus τον δωδέκατο αιώνα, που πέρασε από γαλλική διασκευή του François de Belleforest πριν φτάσει στα χέρια του. Ο Βασιλιάς Ληρ, ο Μάκβεθ και ο Ιούλιος Καίσαρας προέκυψαν από τα χρονικά του Raphael Holinshed. Ο Έμπορος της Βενετίας οφείλει την υπόστασή του στη συλλογή διηγημάτων “Il Pecorone” του Giovanni Fiorentino.

Κανείς δεν αφαίρεσε από τον Σαίξπηρ τον τίτλο του μεγαλύτερου συγγραφέα της αγγλικής γλώσσας. Διότι αυτό που έκανε με αυτές τις ιστορίες δεν ήταν αντιγραφή. Ήταν, “δημιουργική επεξεργασία.” για να χρησιμοποιήσω έναν όρο που αρέσκονται να επαναλαμβάνουν οι δημιουργοί, όταν τους υπενθυμίζεις τι σου θυμίζει το έργο τους. Με τη διαφορά ότι στην περίπτωση του Σαίξπηρ το αποτέλεσμα ήταν πράγματι δημιουργικό.

Ο Ντοστογιέφσκι και το παλτό που ξεκίνησαν όλα

Ο Ντοστογιέφσκι, ο άνθρωπος που έγραψε τα αριστουργήματα: Έγκλημα και Τιμωρία, Αδελφοί Καραμάζοφ, Ο Ηλίθιος, Οι Δαιμονισμένοι, παραδέχτηκε ανοιχτά ότι ολόκληρη η ρωσική λογοτεχνία βγήκε από ένα διήγημα του Γκόγκολ. “Όλοι βγήκαμε από το παλτό του” είπε, μιλώντας για το “Παλτό” του Γκόγκολ, μια ιστορία μόλις τριάντα σελίδων για έναν άσημο υπάλληλο που χάνει το παλτό του. Από εκεί έφτιαξε ο ίδιος ολόκληρο σύμπαν. Δεν το έκρυψε. Δεν ντράπηκε γιατι δεν είχε λόγους να ντραπεί.

Η αλχημεία, ο εχθρός του καλού και η ειρωνεία που πονάει

Αυτό που συχνά ακούμε να επαναλαμβάνεται είναι το ρητό ο «εχθρός του καλού είναι το καλύτερο». Εδώ τώρα τι να υποθέσω; Ο έχθρός του καλού συγγραφέα είναι το καλύτερο έργο; Το να πάρει κάποιος μια ιδέα και να την επεξεργαστεί με τεχνητή νοημοσύνη ώστε να πετύχει ένα καλύτερο αποτέλεσμα είναι εχθρός του συγγραφέα; Ίσως και να είναι, αλλά πρωτίστως είναι φίλος του αναγνώστη, γιατί μου παραδίδει κάτι καλύτερο.

Ο Σαίξπηρ πήρε μια ιταλική ιστορία αγάπης και επέστρεψε την πιο διάσημη τραγωδία της ανθρωπότητας. Ο Ντοστογιέφσκι πήρε ένα παλτό και επέστρεψε ολόκληρη την ψυχολογία του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτό δεν είναι αντιγραφή. Είναι αλχημεία που κατασκευάζει χρυσό από σκουριά.

Το AI δεν απειλεί κανέναν. Ή μάλλον, απειλεί ακριβώς εκείνους που θα προτιμούσαν να πιστεύουν ότι δεν τους αφορά: τους φτασμένους, αυτούς που έχουν αρκετά να χάσουν και επιλέγουν να το αγνοούν με την αξιοπρεπή επιμονή ανθρώπου που αρνείται να φορέσει γυαλιά.

Αν λοιπόν η συνεργασία ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης παράγει κάποτε κάτι που θα μας συγκλονίσει όπως ο Άμλετ ή οι Αδελφοί Καραμάζοφ, θα το απορρίψουμε λόγω της καταγωγής του; Θα στερηθούμε το αριστούργημα για να διαφυλάξουμε τι;

Το εκδοτικό κύκλωμα και η αλήθεια που λέγεται ψιθυριστά γιατι είναι δύσκολο να το αποδείξεις

Το ελληνικό εκδοτικό κύκλωμα, και το διεθνές σε σημαντικό βαθμό, δεν λειτουργεί με βάση αποκλειστικά αξιοκρατικά κριτήρια. Βασίζεται σε σχέσεις, παρουσίες, γνωριμίες, βραβεία που απονέμονται εντός κλειστών κύκλων και κριτικές που συντάσσουν φίλοι για φίλους. Αυτό δεν είναι αποκάλυψη. Είναι κοινό μυστικό που όλοι γνωρίζουν και ελάχιστοι εκφράζουν δημοσίως, για προφανείς λόγους.

Αν, όμως, ένας ταλαντούχος συγγραφέας από μια μικρή επαρχιακή πόλη, χωρίς γνωριμίες, χωρίς πρόσβαση στα κατάλληλα σαλόνια, χωρίς τους πόρους που απαιτούν οι σπουδές δημιουργικής γραφής σε γοητευτικές τοποθεσίες, μπορεί με τη βοήθεια του AI να παράγει κάτι αξιόλογο και να το θέσει στην κρίση του κοινού, αυτό ναι μπορεί να αποτελεί πρόβλημα για το κύκλωμα. Αλλά όχι για εμένα ως αναγνώστη.

Το καρπούζι

Σήμερα υπάρχουν AI που τα ζητάς να ανιχνεύσουν αν το κείμενο είναι γραμμένο με AI. Μια μηχανή που ελέγχει αν έγραψε μηχανή. Ομολογώ ότι βρίσκω σε αυτό μια ποιότητα αβυσσαλέας κωμικότητας που ο Κάφκα θα εκτιμούσε και ο Κυρ Αλέκος από τη γειτονιά μου θα έλεγε απλούστερα: “Και τώρα τι κάνουμε, ρε παιδί μου;”  Γιατί ρε μάγκες, κανείς δεν ρωτά τον αναγνώστη; Αυτόν δηλαδή που τους πληρώνει όλους, συγγραφείς και εκδότες. Αυτόν που κάθεται αργά το βράδυ με τον καφέ του και τις σελίδες και αποφασίζει αν αυτό που διαβάζει αξίζει τον χρόνο του;

Το ερώτημα, στην απογυμνωμένη του μορφή, είναι το εξής: ποιο καρπούζι προτιμώ, αυτό του αγρού ή αυτό του θερμοκηπίου; Η απάντησή μου είναι αμετάκλητη: αυτό που είναι πιο νόστιμο.

Τώρα, αν θέλετε να συζητήσουμε αν αυτό το άρθρο το έγραψε ανθρώπινη νοημοσύνη ή τεχνητή, η απάντησή μου είναι: Το AI μου παρείχε σε δευτερόλεπτα ιστορικές πληροφορίες που θα απαιτούσαν ώρες έρευνας. Εγώ παρείχα αυτό που το AI δεν διαθέτει: γνώμη. Και, αν μου επιτρέπετε μια τελευταία παρατήρηση, αναλαμβάνω την ευθύνη γι’ αυτή.


Γράφει ο Πέτρος Γραμμενίδης – Φωτογραφία εξωφύλλου την ετοιμάσα με το Nano Banana και οι εσωτερικές φωτογραφίες αρχείο Depositphotos

ΥΓ1 Και επειδή η διακριτικότητα είναι αρετή που εκτιμώ βαθύτατα, δεν θα σας αποκαλύψω (δημοσίως τουλάχιστον) ποιοι γνωστοί, διάσημοι για την ακρίβεια, Έλληνες και Ελληνίδες συγγραφείς “φημολογείται” πως δεν γράφουν οι ίδιοι τα βιβλία τους. Κάποια μυστικά, όπως και κάποια βιβλία, είναι καλύτερα να παραμένουν κλειστά.

ΥΓ2 Ο μόνος που έχει βάσιμους λόγους να αντιμετωπίζει το AI με κάποια ανησυχία είναι το εκδοτικό κύκλωμα και όσοι ευημερούν στη σκιά του, εφόσον αδυνατούν ή αρνούνται να το χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο βελτίωσης. Η ιστορία, όπως παρατηρήσαμε, δεν συνηθίζει να είναι ιδιαίτερα υπομονετική με όσους αρνούνται να προσαρμοστούν (και να βελτιώνονται).

 

Exit mobile version