Όταν πεθάνω θάψτε με στο Facebook

«Όταν πεθάνω θάψτε με στο Facebook» | Κριτική

Όταν πεθάνω θάψτε με στο Facebook | Συγγραφέας: Αντώνης Τσιπιανίτης | Εκδόσεις: Μαραθιά | Μορφή: Μαλακό Εξώφυλλο | Αριθμός σελίδων: 266 | Κωδικός ISBN-13: 9786188442771 | Διαστάσεις: 21×14 | Χρονολογία Έκδοσης Δεκέμβριος 2020

«Όταν πεθάνω θάψτε με στο Facebook» του Αντώνη Τσιπιανίτη | Κριτική  Παύλος Λεμοντζής | cityportal.gr

Μου αρέσει ο Αντώνης Τσιπιανίτης. Μου αρέσει πολύ ο Αντώνης Τσιπιανίτης. Έχω δει τρεις φορές την «Πόρνη από πάνω», δεν έχω διαβάσει τίποτα άλλο δικό του, πλην των αναρτήσεών του στο Facebook, διότι είναι φίλος μου διαδικτυακός ο Αντώνης Τσιπιανίτης.

Όχι κολλητός μου, περιστασιακός θα έλεγα. Γράφει κάτι στο προφίλ του, αίφνης, σπεύδω και συμπληρώνω. Είτε είναι πνευματώδες είτε πεζό, συνηθισμένο. Σκέφτομαι ότι είναι συγγραφέας με περγαμηνές, ότι έχει εκατοντάδες φίλους, ότι μερικοί σαν κι εμένα που αναρτούν λογάκια, θα με διαβάσουν. Κλέβω σταγόνες από τη λάμψη του. Λίγο είναι αυτό σε μια περίοδο επικοινωνιακής ανομβρίας;

Επί της ουσίας, αυτό το νέο του βιβλίο «Όταν πεθάνω θάψτε με στο Facebook» είναι ένα ογκώδες κείμενο μεν, χαλαρωτικό δε, ψυχαγωγικό και, συνάμα, ψυχοθεραπευτικό.
Θα μπορούσα να πω, πως είναι μια πρώτης τάξεως ανέξοδη ψυχοθεραπεία, ψυχανάλυση, εφόσον βοηθά τους αναγνώστες- και χωρίς κόπο – να κατανοήσουν και να λύσουν προβλήματά τους, μέσα από μια βαθιά γνωριμία και επαφή με τον εσωτερικό τους κόσμο. Διότι, αυτό το ανάγνωσμα δρα όπως ο καθρέφτης. Το διαβάζει ο σύγχρονος αναγνώστης και βλέπει ολοκάθαρα τον εαυτό του. Μόλις λιώσει η γλυκιά γεύση της διασκέδασης, έρχεται η πίκρα της αλήθειας. Τον περιτριγυρίζει βουίζοντας η σφήκα της αυτογνωσίας και ο κλοιός της αυτοανάλυσης του προσφέρει ένα απρόσμενο άλγος στομάχου. Μετά την παραδοχή: «τι είχα και τι έχασα» τον ραπίζει ένας περίεργος, ακάλεστος μυκτηρισμός. Για τον εαυτό του, φυσικά.

Ακριβώς αυτή η επίγνωση σηματοδοτεί την αρχή της αλλαγής, καθώς θέτει τη βάση για την επεξεργασία των συχνά δύσκολων εμπειριών, αλλά και των συναισθημάτων που συνδέονται με αυτές. Ο αναγνώστης που ταυτίζεται με τον ήρωα του βιβλίου, έχει και την ευκαιρία να αξιολογήσει τις επιλογές που έχει κάνει, καθώς και τους ρόλους που μέχρι εκείνη τη στιγμή έχει αναλάβει, μέσα από ένα καινούριο πρίσμα, ώστε να μπορέσει να πραγματοποιήσει τις αλλαγές που χρειάζεται.

Ο συγγραφέας όμως, είναι κι ένας – δυνάμει – εξαιρετικός σκηνοθέτης. Στήνει ένα έξοχο σενάριο, το παραθέτει στις σελίδες σαν σε ταινία – πολύ διαφορετική από το «Έχετε μήνυμα στον υπολογιστή σας» της Νόρα ΄Εφρον.

«Γυρίζει» σκηνές από το γραφείο του στις πυραμίδες της Αίγυπτου, φερ’ ειπείν, με το χέρι στον στυλό ή στον υπολογιστή κι όχι στην κάμερα, ένα «road move» αλλά ταυτόχρονα κι ένα θέμα – αμείλικτο «κατηγορώ» στην ανελέητη χειραγώγηση του μέσου κοινωνικής δικτύωσης ή καλύτερα, στο δίκτυο ακοινωνησίας. Υπό την επίφαση κωμικών καταστάσεων στηλιτεύει αδρά την εκούσια απομόνωση, τη «φυλάκιση» της συναναστροφής στα νοητά κάγκελα του ίντερνετ, και δη του Facebook , την αλλοίωση συναισθημάτων αλληλεγγύης στον συνάνθρωπο, την επίπλαστη γοητεία της ανωνυμίας στα ψεύτικα συναγελάσματα και, κυρίως, την ευχέρεια του οποιουδήποτε να ενδύεται το «είναι» εκείνου που θα ήθελε να δείχνει στην πραγματικότητα, ενώ θάβει το «φαίνεσθαι» στην απενοχοποιημένη απάτη του fake προφίλ.

Το άξιο σχολιασμού στο βιβλίο είναι, πρωτίστως, ο αυτοσαρκασμός και το χιούμορ του συγγραφέα. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, κερδίζει αποδοχή και θαυμασμό για την ακομπλεξάριστη θέση του, ως πρωταγωνιστής- ήρωας των δρώμενων.

΄Άλλωστε, όταν ακούμε ή διαβάζουμε κάποιον που κάνει ή γράφει αστεία σατιρίζοντας τον εαυτό του, συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε ότι το κάνει για να κρύψει τις ανασφάλειές του. Ωστόσο, πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το να κάνει κάποιος τον εαυτό του το επίκεντρο των αστείων του, δείχνει στην πραγματικότητα μεγαλύτερο επίπεδο ευτυχίας και αυτοπεποίθησης.

Γλώσσα απλή, οικεία, όχι λόγια αλλά ρέουσα, εύληπτη, της συντροφιάς γλώσσα, της καθημερινής συναλλαγής, αλλά όχι φτωχή, όχι συμμαζωμένη σε κώδικες εφήβων. Γλώσσα πλούσια σε εικόνες και περιγραφές. Φορές- φορές θυμίζει Βασίλη Βασιλικό στον «Μονάρχη του. Χωρίς λυρισμό ούτε ποίηση. Μόνο νερό που τρέχει γάργαρα και σε προκαλεί- προσκαλεί να κολυμπήσεις. Εύκολα το κάνεις, εύκολα γεύεσαι τη δροσιά της σάτιρας, αλλά και το νάμα των υπαινιγμών, που είναι καμπανάκια κινδύνου για τη δίνη της αλλοτρίωσης που ελλοχεύει σε κάθε on line συζήτηση. Είναι ένα ταξίδι, ουσιαστικά, χωρίς προορισμό. Ενίοτε άσκοπο, μάταιο, ανέλπιδο. Οδηγεί στο πουθενά ή σ’ αυτά που είχες, πριν την πλοήγηση στα άγνωστα κύματα του διαδικτύου: τη μοναξιά και την αποδόμηση.

Ωστόσο, παρουσιάζει γενναιόδωρα και λεπτομερειακά την άλλη πλευρά του νομίσματος, που δεν είναι της αποδόμησης αλλά της ευλογίας. Δίνει στον ήρωα – εαυτό του και , εξ αντανακλάσεως στον αναγνώστη, ευκαιρίες να ζήσει στιγμές ποθητές, καθώς ήταν εγκλωβισμένος στη ρουτίνα της καθημερινότητάς του, ήταν χαμένος από την αποκοπή σχέσεων εξαιτίας υποχρεώσεων ή αναβλητικότητας, ακόμα και βαρεμάρας. Ακόμη, του προσφέρει ένα παράθυρο σε άγνωστους τόπους μέσα από τον φακό των φίλων του, που ταξιδεύουν κι απαθανατίζουν κομμάτια από τη ζήση τους σε ξένα μέρη. Το σημαντικότερο, κάνει πραγματικότητα ένα όνειρο ερωτικού «one night stand».

Προσωπικά, γνωρίστηκα με την «αποδόμηση» λίγα χρόνια πριν. Όχι ότι δεν ήξερα πως ο άνθρωπος, φύσει ανήσυχο ον, έχει την τάση να αμφισβητεί και να ισοπεδώνει. Αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ την ευκολία με την οποία το κάνει πίσω από ένα πληκτρολόγιο, το οποίο δίνει, συγχρόνως, ανωνυμία και βήμα σε ανθρώπους που, παλιότερα, δε θα τολμούσαν να εκφέρουν δημόσια προσβλητική γνώμη, πόσω μάλλον να δηλώσουν αποστροφή, δυσαρέσκεια, ακόμα και μίσος, με τον χείριστο τρόπο.

Διότι η έκφραση τής διαφωνίας είναι δημοκρατία, η δήλωσή της όμως από τον διαμαρτυρόμενο με τρόπο μειωτικό , χωρίς να θέλει ν’ ακούσει , να καταλάβει, να «δει» πίσω απ’ αυτό που κοιτάζει, να χλευάσει το λάθος τού άλλου, ως αναμάρτητος που «πρώτος τον λίθον βαλέτω», να μην έχει καμία δύναμη – ούτε καν στην κατάσταση του θανάτου τού απέναντι – να σωπαίνει (αν όχι να συγχωρεί), αλλά να καταριέται μέσα στην επικρατούσα λογική του «χάσου από προσώπου γης», είναι κάτι που ξεπερνάει αγωγή, παιδεία και στοιχειώδη ανθρωπιά.

Επομένως, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο άνθρωπος, ως «ζώο» πολιτικό και ξεχωριστό, μπορεί να γίνει εξολοθρευτής των ομοίων του, εξαιτίας του ίδιου του όπλου (του έναρθρου λόγου), που τον καθιστά ξεχωριστό.

Πόσο εύκολα πυροβολούμε σήμερα την αντίθετη άποψη του «άλλου» ως πρόσωπο, ως προσωπικότητα εξέχουσα ή μη, ως κόμμα, ως παράταξη, ως ομάδα, ως κοινωνία. Δε μένουμε στο λάθος σα μεμονωμένο γεγονός, αλλά το χρησιμοποιούμε για να απαξιώσουμε παντελώς κάτι ή κάποιον.

Ο Αντώνης Τσιπιανίτης, εν τέλει, νοηματοδοτεί μέσα από το « Όταν πεθάνω θάψτε με στο Facebook» το γεγονός ότι ο χώρος του διαδικτύου και δη των «social media» είναι ένα μεγάλο σχολείο που διδάσκει όλα τα παραπάνω- με το παραπάνω- και άλλα, όπως: ποιος θα λοιδορήσει ποιον, ποιος θα φανεί πιο πατριώτης, πιο εναλλακτικός, πιο καλλιεργημένος, πιο μορφωμένος, πιο προοδευτικός, πιο άξιος, πιο ενήμερος, πιο πολιτικοποιημένος, πιο διαβασμένος, αλλά και πιο αδιάκριτος, πιο κολλημένος στην κλειδαρότρυπα, πιο κοσκινιστής της ζωής των άλλων κι όλα αυτά στη μια πλευρά του νομίσματος, ενώ στην άλλη, δικαιώνει τον λογαριασμό του στα φατσοβιβλίο, επειδή Self-άρω, σημαίνει υπάρχω, αρέσω, άρα αξίζω.

Ωστόσο, επιβάλλεται των θετικών παραμέτρων, στη δική μου διαδικτυακή πλοήγηση, το κυνήγι του καλύτερου πορτρέτου, το άγχος να περάσει στην αθανασία η καλύτερη στιγμή της επιδειξιομανούς μου προσεκτικότητας , για να κραυγάσω σε όλους πως η εικόνα μου δεν είναι εύθραυστη, αλλά ατσάλινη. In vitro φυσικά. Γιατί in vivo, όταν πληγώνεται από την παραμικρή μου αποτυχία, το πρώτο μου σφάλμα, την υποψήφια αμφισβήτηση των ικανοτήτων μου, καταρρέω, πληγώνομαι, κλαίω, με παίρνει από κάτω, θλίβομαι, καταθλίβομαι, συνθλίβομαι.

Διέξοδος η selfie φωτο, βάλσαμο το like. Πανάκεια τα «μπράβο» μέσω θαυμαστικών. Αλλά την κατάθλιψή μου δεν την βλέπεις. Άλλωστε, ξέρω καλά να την κρύβω πίσω από τσιτάτα αποδεκτά, που τα ανεβάζω στο Facebook για να τα πιστέψω. Που αν τα πίστευα θα είχα πραγματικούς φίλους, θα ήμουν καλύτερος πραγματικός φίλος και όχι ιδανικός e-φίλος, γιατί θα έκανα πράξη τα όσα ανεβάζω περί ζωής και δύναμης να ξεπεράσω τα δύσκολα και δε θα έπασχα από κομπορρημοσύνη, οίηση, έπαρση, ίσως και κατάθλιψη.

Μίλησα τώρα για μένα. Εξ αφορμής του βιβλίου του Αντώνη Τσιπιανίτη. Εγώ που έμαθα από καιρό την αντιδιαστολή «in vitro – in vivo». Και το επιδεικνύω. Μάλιστα, όταν είδα ότι μερικοί της πένας ανεβάζουν κατεβατά στ΄ αγγλικά, στραγγάλισα κάθε ενδοιασμό.
Τι; Δεν είμαι σαφής;

Οκ. Είναι καρφί, όπως όλο το υπέροχο βιβλίο του Αντώνη Τσιπιανίτη, που έγινε και παράσταση το 2019. Επίσης, θέλω και να εντυπωσιάσω , χώρια που αυτό το εισπράττεις και ως αυτοκριτική. Σωστά, Αντώνη;

 

Σύντομο Βιογραφικό

Αντώνης Τσιπιανίτης
Αντώνης Τσιπιανίτης

Ο Αντώνης Τσιπιανίτης είναι συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα.
Κατάγεται από την Αίγυπτο. Σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κι εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε περιοδικά.
Δείγμα της δουλειάς του στο θέατρο είναι οι παραστάσεις: «Η πόρνη από πάνω» (2011), «Απολυμένη» (2015), «Να μ’ αγαπάς τα Σάββατα» (2016), «Checkin στον Άδη» (2017), «Όταν πεθάνω, θάψτε με στο facebook!» (2019), «Η μάνα του ΄Άγιου» 2019.

Επίσης, έχει γράψει τα:
Τα καρότα της οργής
Σπασμένα Φρένα
Το Αστείο
Μπάρμπι
Αλίκη!

Σταχυολογώ μια παράγραφο από παλιότερες δηλώσεις του που τον χαρακτηρίζουν: «Κατοικώ σε μία πολυεθνική περιοχή της Αθήνας.
Οι γείτονές μου, οι άνθρωποι που συναντώ στον δρόμο στην Αχαρνών, όπου συνήθως κινούμαι, όπως και στην Πατησίων και στους γύρω δρόμους, είναι Άραβες (Σύροι, Αιγύπτιοι, Μαροκινοί, Ιρακινοί), Πέρσες, Αφγανοί, Πακιστανοί, Ινδοί, Μπαγκλαντεσιανοί, Αφρικανοί από διαφορετικές χώρες της Αφρικής.
Είναι άνθρωποι έξω καρδιά-χαμογελούν πολύ, γελούν με το παραμικρό, είναι ευγενικοί.
Στα καταστήματά τους-μίνι μάρκετ, εστιατόρια, ρουχισμό, δε χρεώνουν τη σακούλα, το θεωρούν ντροπή.
Χαίρομαι που ζω ανάμεσά τους».

«Όταν πεθάνω θάψτε με στο Facebook» του Αντώνη Τσιπιανίτη | Κριτική  Παύλος Λεμοντζής | cityportal.gr


Διαβάστε επίσης:

«Εξ αδιαθέτου» Γιώργος Παπαθανασόπουλος