14.1 C
Thessaloniki
18.2 C
Athens

Πασχάλης Τσαρούχας (παράσταση «Σχέσεις οργής»)

Πρωταγωνιστεί στην παράσταση του έργου «Σχέσεις οργής» που βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Φρίντας Μπιούμπι σε θεατρική διασκευή Γιάννη Τσίρου και σκηνοθεσία της Άννας Βαγενά, που ανεβαίνει πρώτα στη Θεσσαλονίκη και μετά πάει Αθήνα.
Ο Πασχάλης Τσαρούχας έδωσε συνέντευξη στον Σωτήρη Ζήκο, αρχισυντάκτη του περιοδικού CITY.
 
Πώς προέκυψε η συνεργασία σε αυτήν την παράσταση με την Άννα Βαγενά;
Με την Άννα έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν και η ανάμνηση, φαντάζομαι, υπήρξε γλυκιά για αμφότερες τις πλευρές. Τις περισσότερες φορές, ξέρετε, ο χρόνος είναι που αποφασίζει για το ξαναντάμωμα με ανθρώπους στη δουλειά μας, παρά εμείς οι ίδιοι και οι προσωπικές μας επιθυμίες ή προτιμήσεις. Η Άννα φέτος, βρέθηκε αντιμέτωπη με τις «Σχέσεις Οργής» και το μυαλό της πήγε σε εμένα προκειμένου για τον ρόλο του πατέρα. Θεώρησε ότι εγώ ήμουν η κατάλληλη επιλογή για να υποστηρίξει αυτόν τον εξαιρετικών ισορροπιών ρόλο. Αυτός πιστεύω είναι και ο λόγος που συνεργαζόμαστε ξανά μετά από 13 χρόνια.

Ποιο είναι το στόρι της παράστασης (η πλοκή και τα πρόσωπα) «Σχέσεις οργής» στην οποία πρωταγωνιστείτε;
Μία ελληνική οικογένεια στην επαρχία. Δεκαετία ’80. Σε μία Ελλάδα που μόλις λίγα χρόνια πριν έχει μπει στη μεταπολιτευτική διαδικασία. Με το ΠΑΣΟΚ καθαρό ακόμα να υπόσχεται καλύτερες συνθήκες ζωής για όλους τους πολίτες. Τα πρόσωπα είναι ο πατέρας, η μάνα, ο γιος και η μικρότερη κόρη της οικογένειας. Το αγκάθι της υπόθεσης και ο άξονας επάνω στον οποίο στηρίζεται το δράμα της δικής μας οικογένειας, είναι οι ερωτικές σχέσεις του πατέρα με την μικρή του κόρη.

Τι σηματοδοτεί ο τίτλος του έργου «Σχέσεις οργής» σε σχέση με το βασικό θέμα που πραγματεύεται;
Έχω την εντύπωση ότι συμπεριλαμβάνει την οργή που μπορεί να συσσωρευτεί στις ψυχές των μελών μιας οικογένειας με αιτία τις ουσιαστικά ανύπαρκτες σχέσεις ουσίας μεταξύ των μελών της και αφορμή φυσικά, την παραβατική συμπεριφορά ενός εξ αυτών (στη δική μας περίπτωση, του πατέρα) με την ασέλγεια στην ανήλικη κόρη του. Και βέβαια, μιλάμε για οργή που ξεχειλίζει από τις ψυχές όλων των μελών και έχει παραλήπτες όλα τα μέλη της οικογένειας επίσης.

Ποιος είναι ο ρόλος που ερμηνεύετε εσείς και πώς τον δουλέψατε ως χαρακτήρα;
Ο ρόλος μου, είναι αυτός του Σταύρου. Του πατέρα. Του φορέα της δυστυχίας δηλαδή στην οικογένειά του. Του ανθρώπου ο οποίος παραδίδοντας τον εαυτό του στο σαρκικό του πάθος για την κόρη, κατορθώνει να ρημάξει όχι μόνο τον οικογενειακό ιστό, που, όπως είπα και πριν, είναι μάλλον ανύπαρκτος, αλλά τις ψυχές όλων των μελών της οικογένειας, συμπεριλαμβάνοντας βέβαια και τον εαυτό του στα θύματα αυτά.
Ο τρόπος που προσπάθησα να τον προσεγγίσω είναι, λίγο έως πολύ, ο τρόπος ο οποίος ακολουθώ σε κάθε ερμηνευτική μου προσπάθεια. Για μένα βασικό και πρωταρχικό στοιχείο, αφετηρία στη μελέτη δηλαδή, είναι να ανακαλύψω το «πού έχει δίκιο» ο ρόλος που πρόκειται να ερμηνεύσω. Με ενδιαφέρει σε πρώτο επίπεδο δηλαδή να πλησιάσω κοντά στην αλήθεια του. Αυτή συνήθως βρίσκεται στα παιδικά του χρόνια. Στις πρωταρχικές εμπειρίες, όπως συμβαίνει με όλους μας άλλωστε. Κατά την άποψή μου είναι μεγάλο λάθος να πέσει κανείς στην παγίδα του να λάβει υπ’ όψιν εξ αρχής ότι «παίζει τον κακό». Και τι είναι κακός ή καλός τελικά; Και ποιος είναι αυτός που μπορεί να τοποθετήσει μία απόλυτη, αυταπόδεικτη και ασφαλή διαχωριστική ανάμεσα στα δύο;
Σε όλους μας ενυπάρχει τόσο το καλό, όσο και το κακό. Οι συνθήκες είναι που φωτίζουν την πλευρά που τελικά επικρατεί. Κι αυτό όχι για πάντα, πάντοτε. Αλλά εδώ θα μπούμε σε φιλοσοφικά μονοπάτια και δεν νομίζω ότι αυτός είναι ο σκοπός της παρούσας συνέντευξης. Ο δρόμος που επιλέγω εγώ λοιπόν, είναι αυτός του ήρωα ο οποίος εκπλήσσεται και ο ίδιος από τις πράξεις του, καθώς και από τις αντιδράσεις του περιβάλλοντός του. Δεν κινείται βάσει σχεδίου. Αντιθέτως, ο ίδιος αποτελεί το πιόνι ενός πολύ ισχυρότερου από τον ίδιο (μοιραίου;) παιχνιδιού και ενεργεί σύμφωνα με τον προδιαγεγραμμένο ρόλο για τον οποίο έχει επιλεγεί.

Γιατί νομίζετε ότι έγινε η επιλογή ενός μυθιστορήματος που διασκευάστηκε θεατρικά, κάτι που συνηθίζεται τελευταία;
Δεν γράφονται πια αρκετά σύγχρονα, ελληνικά θεατρικά έργα;
Αυτήν την ερώτηση θα έπρεπε, μάλλον, να την απευθύνεται σ εκείνους που έκαναν την παρούσα επιλογή. Εν πάση περιπτώσει όμως, πιστεύω ότι καλό είναι εκείνο απ’ το οποίο μπορεί κανείς να αντλήσει έμπνευση. Τώρα, αν αυτό λέγεται θεατρικό κείμενο, πίνακας ζωγραφικής, ένα ποίημα, ένα τραγούδι ή απλώς μία είδηση ρουτίνας από το αστυνομικό δελτίο… εμένα με αφήνει παγερά αδιάφορο.
Ούτε βέβαια πιστεύω ότι το ζήτημα που πραγματεύεται η δική μας παράσταση είναι ένα θέμα-ταμπού που κατατρώει την νεοελληνική πραγματικότητα. Στο παρελθόν ίσως. Σήμερα, θέλω να πιστεύω, έχουν βελτιωθεί κάπως τα πράγματα. Βέβαια, έστω και μία υπαρκτή περίπτωση να καταφέρει να καυτηριάσει η δική μας δουλειά θα είναι αναμφισβήτητο και ανεκτίμητο κοινωνικό κέρδος.
Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης τώρα, έργα γράφονται, αλλά είναι άλλου προβληματισμού ή διαφορετικής σκηνικής πρακτικής. Αυτό δεν αναιρεί τη σπουδαιότητά τους. Απλώς, επιστρέφοντας σε όσα πριν λίγο σας είπα, το ζητούμενο για όποιον επιλέγει, είναι η έμπνευση. Και αυτήν μπορεί να την βρει κανείς οπουδήποτε γύρω του. Αρκεί να έχει οξυμένα τα αισθητήριά του.

Δεν είναι ρίσκο στην εποχή μας να ανεβαίνουν θεατρικές παραγωγές που δεν είναι κωμωδίες;
Τι είναι ρίσκο και ποια ακριβώς είναι η εποχή μας; Η πορεία που είχε το «Γάλα» (4χρόνια, δηλαδή 8 σαιζόν) αδιάκοπης επιτυχίας μπορεί από μόνη της να αποτελέσει ικανή απάντηση στην ερώτησή σας. Ποιος είναι αυτός που σας είπε ότι ο κόσμος θέλει μόνο να γελάει στο θέατρο ή στον κινηματογράφο; Μήπως είναι κανένας ξάδελφος του ανυπόληπτου πρωθυπουργού μας ο οποίος υποστηρίζει ότι πρέπει οπωσδήποτε να ξεπουλήσουμε τα πάντα στους γερμανούς ανακάμπτοντες κατακτητές χαμογελώντας; Μήπως αυτή είναι μία must αντίληψη η οποία προσπαθεί να περάσει προκειμένου οι άνθρωποι να απομακρυνθούν από τα συναισθήματά τους; Τις αρχές και τις αξίες τους; Μήπως βρίσκονται κάπου βαθύτερα και σε ύποπτα μέρη κρυμμένες οι πηγές που εκβάλλουν και επιχειρούν να καθορίσουν τελικά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ζούμε, να διασκεδάζουμε, να ανασαίνουμε, προκειμένου να είμαστε ευκολότερα διαχειρίσιμοι ως μάζες πλέον και όχι ως σύνολα προσωπικοτήτων;

Πώς βλέπετε να εξελίσσονται τα θεατρικά πράγματα στην Ελλάδα στην εποχή της κρίσης;
Νομίζω ότι αυτή τη στιγμή επικρατεί μία αμηχανία. Όχι απαραίτητα γιατί δεν υπάρχει λόγος ή πρόταση. Απλώς, το βήμα έχει γίνει εξαιρετικά δυσπρόσιτο για όσους έχουν πραγματικά να πουν κάτι. Να αρθρώσουν λόγο. Να διατυπώσουν άποψη. Έχουν μπει στο χώρο (χρόνια τώρα) και άνθρωποι που δεν έχουν καμία απολύτως υπόσταση σε σχέση με το αντικείμενο. Οι παρουσίες αυτές θα παρέλθουν με τον καιρό. Για τον πολύ απλό λόγο του ότι στερούνται του βασικού συστατικού του καλλιτέχνη – δημιουργού. Την τρέλα. Τη μανία της προσωπικής έκφρασης σε συλλογικό επίπεδο μέσα από την τέχνη τους. Και αυτό ισχύει σε όλες τις εκδοχές του θεάματος – ακροάματος. Δεν είναι και τόσο μακριά πάντως η ώρα που όλοι αυτοί οι άνθρωποι (οι ουσιαστικοί καλλιτέχνες) θα βρουν τον τρόπο. Την άκρη. Μια τέτοια περίπτωση, θέλω να πιστεύω, είναι και η δική μας παράσταση.
 
info:
«Σχέσεις οργής» στο θέατρο Αθήναιον
Από 10 Νοεμβρίου 2011

Τελευταία νέα

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Thessaloniki
few clouds
14.1 ° C
15 °
13.3 °
47 %
9.3kmh
20 %
Σα
13 °
Κυ
9 °
Δε
13 °
Τρ
10 °
Τε
10 °