Πώς τελειώνει ένα ποίημα;

Μόλις κάθισα εδώ -με δύο βιβλία μπροστά μου και δίπλα ένα διπλωμένο φύλλο λευκό χαρτί και ένα στυλό από πάνω και παραδίπλα ένα ποτήρι με ουίσκι, νερωμένο. Και σκέφτηκα: «Μπορώ να πεθάνω;» Νιώθω κουρασμένος, όχι προσωρινά κουρασμένος, κουρασμένος βαθιά… Μα δεν έχω σε ποιον να απευθύνω την ερώτηση αυτή. Ποιος ορίζει πόσο θα ζήσω;
Κι έτσι άνοιξα το χοντρό βιβλίο με τα ποιήματα, που συνήθως χρησιμοποιώ για υποστήριγμα, για ν? ακουμπώ πάνω του υπό γωνία το λεπτό βιβλίο, με τους παλαβούς διαλόγους, για να παίρνει μια θέση επικλινή, κάτι σαν σε αναλόγιο για να μη χρειάζεται να γέρνω το βλέμμα μου πάνω από τις σελίδες.
Άνοιξα το χοντρό βιβλίο με τα ποιήματα σε κάποια σελίδα, τυχαία, και έπεσα στη σελίδα 138, στο ποίημα με τίτλο «παρατηρήσεις για τη μουσική». Μιλάει για τη συμφωνική, κλασική μουσική…
Διάβασα βιαστικά τις πρώτες παρατηρήσεις αλλά στην πέμπτη παρατήρηση στάθηκα:
«5. ελάχιστοι συνθέτες ξέρουν πώς να ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ τις συμφωνίες τους αλλά τα περισσότερα εναρκτήρια μέρη, όπως τα ειδύλλια, διατηρούν κάποια γοητεία.»
Κόλλησα στα ειδύλλια. Σκέφτηκα για τους έρωτες: «Οι ωραίοι έρωτες, ναι, είναι αυτοί που τελειώνουν με πάθος… Όλοι οι έρωτες, τουλάχιστον όταν είμαστε νέοι αρχίζουν με πάθος, με κάποιο πάθος, αλλά λίγοι έρωτες τελειώνουν με έναν τρόπο αντάξιο του έρωτα που έζησαν δύο εραστές…». Μετά σκέφτηκα: «Ναι, αυτό είναι: το τέλος μιας ερωτικής σχέσης πρέπει να συνοψίζει αυτό που ήταν όλη η ερωτική σχέση.» Και μετά: «Όπως στα έργα τέχνης, στα σπουδαία έργα τέχνης , που το τέλος τους αποκαλύπτει το θέμα… και συνοψίζει αυτό που υπήρξε όλη η ουσία της ιστορίας…». Κι εκεί κόλλησα: «Ναι, όταν πρόκειται για έργο αφηγηματικό, ένα μυθιστόρημα, ένα θεατρικό, μια ταινία, ένα ποίημα, έστω και μια μουσική συμφωνία… αλλά σε έναν πίνακα ζωγραφικής, ποιο είναι το τέλος;» Έμεινα με την απορία. «Ποιος μπορεί να πει ποια ήταν η τελευταία πινελιά με την οποία έβαλε ένα τέλος ο ζωγράφος σε μια διαδικασία δημιουργικής αναζήτησης που θα μπορούσε να είναι και αέναη, αλλά πρέπει σε κάποια στιγμή να μπει μια… τελεία; Και μπορεί άραγε ένας θεατής ενός πίνακα, ένας θαυμαστής αυτού του πίνακα, να ανακαλύψει αυτήν την τελευταία πινελιά, το ίχνος του τέλους;» Με παρέσυρε η απορία αυτή σε μια προοπτική που ποτέ άλλοτε δεν είχα διανοηθεί. Και μετά σκέφτηκα, συνειρμικά: «Και σε έναν έρωτα, που δύο εραστές αγαπήθηκαν πολύ, μπορεί άραγε κάποιος να εντοπίσει εκείνη τη στιγμή που τελεύτησε ο έρωτάς τους; Να πει, εκ των υστέρων, ο ένας από τους δύο: “Τότε που μου είπες εκείνο, που έκανες εκείνο ή που δεν μου έκανες εκείνο που περίμενα, τότε ένιωσα ότι τελείωσε, σαν να τελείωσε για μένα αυτό που ένιωθα τόσο καιρό”… Δεν είναι φοβερό να υπάρχει μια τέτοια στιγμή, μια ρωγμή καθοριστική που φέρνει το τέλος;»  Κόλλησα πάλι.
Μετά συνέχισα να διαβάζω το ποίημα, τις επόμενες παρατηρήσεις για τη μουσική…
Σταμάτησα στη δέκατη τρίτη: «13. η μουσική είναι η πιο παθιασμένη μορφή τέχνης, μακάρι να ήμουν μουσικός ή συνθέτης.» Κάτι μου έκανε. Μ? έκανε να σκεφτώ: «Άλλος ένας συγγραφέας που ζηλεύει την τέχνη του μουσικού… Διότι τι μπορεί να πει ένας συγγραφέας που να είναι αντάξιο μιας σπουδαίας μουσικής; Πώς να την περιγράψει;» Κι αυτό μου φάνηκε σημαντικό.
Μετά διάβασα και τις δύο τελευταίες παρατηρήσεις:
«14. ελάχιστοι συγγραφείς ξέρουν πώς να ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ ένα ποίημα σαν αυτό.»
«15. αλλά εγώ ξέρω.»
Μου φάνηκε αστείο, ευθύμησα. Και μου φάνηκε τόσο μακρινή η στιγμή που επιθύμησα να πεθάνω. Γιατί να πεθάνω;
Και ήταν και αυτή η λέξη: ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ, με κεφαλαία. Ήταν η πρώτη λέξη που είχα κολλήσει και με έκανε να σκεφτώ για τους έρωτες και το τέλος τους, όπως και για τα έργα τέχνης και την τελευταία, τελειωτική στιγμή μιας αγάπης, να κάνω τις δικές μου παρατηρήσεις κι εγώ… Ναι! Και γιατί λοιπόν να πεθάνω; Δεν ήρθε το τέλος μου, δεν ΤΕΛΕΙΩΣΑ, δεν ήρθε η ώρα μου… Έχω τόσα πράγματα να κάνω ακόμα, να τα τελειώσω, με την έννοια να τα ολοκληρώσω… Έτσι σκέφτηκα. Και άρχισα να σφυρίζω ένα σκοπό, εύθυμα, ρυθμικά. Κλείνοντας έτσι μια μακριά μέρα κουραστική, μια δίχως νόημα μέρα… που με είχε κουράσει μέχρι θανάτου. Ωω, τέλεια! Και να πέθαινα τώρα, ακόμα και αν δεν το επιθυμούσα, δεν θα με πείραζε… Ωω!… Νά κάτι που δεν το ήξερα πριν… Τώρα το ξέρω!

Έμεινα ακόμα καθισμένος εκεί… δεν ξέρω γιατί. Προσπάθησα να διαβάσω και άλλα ποιήματα από το χοντρό βιβλίο, αλλά δεν με πήγαινε πουθενά… Αναρωτήθηκα: «Δεν μπορείς να σταματήσεις εδώ; Να μείνεις στο  προηγούμενο τέλος; Σε αυτό που κατέληξες πριν; Πας τώρα να το χαλάσεις;  Ή θέλεις να το τραινάρεις… για να το απολαύσεις;»
«Έλα μαλάκα, τελείωνε» είπα από μέσα μου. Ναι, με είπα: μαλάκα. Αλλά για πλάκα, το διασκέδαζα, είχα διάθεση καλή. Όλο και κάτι αναπηδούσε στριφογυριστό – χοροπηδηχτό  στο μυαλό μου, και κάτι ανάβλυζε εντός μου… ο άλλος εαυτός μου. «Έι, τι έχεις πάθει;» τον ρώτησα, τον άλλον εαυτό μου… Τώρα, βλέπεις, ήμασταν δύο!
(Παύση)
– Εσύ, πώς τα πας;
    
Σωτήρης Ζήκος
sz@citymedia.gr

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως