7.3 C
Thessaloniki
12.9 C
Athens

Ρέκβιεμ για ένα μικρό ράφτη. Απόσπασμα από «Το διπλό βιβλίο», του Δημήτρη Χατζή

Και σε τούτο το κεφάλαιο ο συγγραφέας τον έχει βάλει τον τίτλο. Εγώ δεν ήξερα τι θα πει – την έμαθα τώρα κι αυτή τη λέξη. Και δεν έβαλε μόνο τον τίτλο – αυτό το κεφάλαιο, λέει, δε με χρειάζεται, θα το γράψει ο ίδιος ολόκληρο.
Hταν ένα βράδυ στο ελληνικό καφενείο μ αυτές τις ατέλειωτες πολιτικές μας κουβέντες. Κάποιος είπε σε μια στιγμή, πως εκείνοι της αντίστασης, εκείνοι, μάλιστα, είταν όλοι τους σπουδαία παιδιά, μια γενιά σπουδαία παιδιά. Και πήγαν όλοι χαμένοι – σαν το σκυλί στ αμπέλι.
 
Εγώ τον άκουσα, είταν κάτι σα να με χτύπησε ξαφνικά, σηκώθηκα κ έφυγα. Ο πατέρας μου, ο μικρός ράφτης της Σούρπης, εκείνος ο μαραμένος άνθρωπος είτανε στην αντίσταση.
Η Αναστασία μας τα ξερε – τι δεν ήξερε αυτή; – έφυγε και μένα δε μου πε τίποτα.
Ύστερα που τα μαθα εκείνος είχε πεθάνει – κοιμόταν ησυχασμένος στο κοιμητήρι του χωριού μας. Μαθαίνοντας την ιστορία του σκέφτηκα πως εγώ δεν τον ήξερα αυτόν τον άνθρωπο που ταν πατέρας μου – δεν ήξερα τίποτα. Μια τύψη απόμεινε μέσα μου – δεν την ξέρω περισσότερο πώς να την πω – σα να ?χω φταίξει σε κάποιον, να τον αδίκησα – και πέθανε – δεν διορθώνεται πια.
Ο συγγραφέας βγήκε κι αυτός από πίσω μου, έρχεται, στέκεται δίπλα μου.
– Άφησέ τα τα παρακάτω, μου λέει, θα τα γράψω εγώ.
Το χωριό το δικό μας είναι μέσα-μέσα στον κάμπο. Όπως όλα τα χωριά στην Ελλάδα, στις καμπίσιες αυτές περιοχές, είτανε στα χέρια των κατακτητών, παραδομένο σ όλη την κατοχή, καταδικασμένο, χωρίς ελπίδα καμιά, όσο να τελειώσει ο πόλεμος. Τ αντάρτικα βρισκόντανε ώρες μακριά – στο Πήλιο από τη μια μεριά, στα ρουμελιώτικα βουνά από την άλλη. Οι Ιταλοί τον πρώτο καιρό, οι Γερμανοί, που ρθαν ύστερα, περνούσανε μέσα, μπαινοβγαίναν όποτε θέλαν. Μπορούσανε να παίρνουνε τρόφιμα, με τα κατοχικά λεφτά στην αρχή, αρπάζοντας ύστερα, να ζητούν τη σοδειά, να μαζεύουν όποτε θέλαν ομήρους για τα στρατόπεδα, για τις κλούβες, για αντίποινα. Ένα από κείνα τα μαρτυρικά, ματοβαμμένα χωριά του κατεχόμενου κάμπου.
 
Ο μικρός ράφτης της Σούρπης είτανε στον πόλεμο στην Αλβανία. Με την κατάρρευση γύρισε πίσω κι αυτός, έφτασε κάποτε σπίτι. Ο πόλεμος για μας είχε τελειώσει – τ όπλο του ωστόσο αυτός δεν το δωσε, δε το πέταξε. Κανένας δεν είταν ακόμα να του πει – φύλαξέ το. Το λάδωσε καλά, το φάσκιωσε, το θαψε στην αυλή του σπιτιού του. Που θα πει πως αυτός δεν τον είχε τελειώσει τον πόλεμο. Οι Ιταλοί, οι Γερμανοί, οι Βούλγαροι παραπάνω, κατεβαίναν και μοιραζόντανε την Ελλάδα – άρχιζε η κατοχή.
 
Με δυό-τρεις ακόμα που συμφωνήσαν μαζί του αρχίσαν και γυρίζανε την περιοχή – έτσι τους έκοψε – όπλα μην τα δίνετε, μην τα πετάτε. Όταν είχανε τελειώσει μ αυτό, καθίσαν πάλι κι αναρωτήθηκαν αν είτανε κανένας που να τους πει τι άλλο να κάνουν – δεν ξέραν κανένα. Τα πανε, τα ξανάπανε – σηκώθηκε αυτός και πήγε τότε στο Βόλο. Είταν οι παλιοί τσαγκαράδες εκεί, κομμουνιστές απ ανέκαθεν, όπως το λέγαν οι ίδιοι, λίγο τρελοί, λίγο αναρχικοί, λίγο χριστιανοί, με τα σχέδια μιας παγκόσμιας κομουνιστικής αδερφοσύνης, περισσότερο στην καρδιά τους παρά στο μυαλό τους – και με τη μισή τους ζωή στο μαγέρικο – άκακοι, ανώφελοι, ακίνδυνοι στην αρχή. Ξυλοδαρμένοι αργότερα, κυνηγημένοι, εξορισμένοι, φακελωμένοι. Πριν ακόμα απ τη δικτατορία του Μεταξά, τ ακίνδυνα αστεία τους είχαν τελειώσει – ο Μπουχάριν που τον λέγαν και τον ξαναλέγαν σα να ταν Βολιώτης, τ ανέκδοτά τους, οι φιλοσοφίες του μαγειρείου. Μερικοί τους τώρα γυρίζαν από την τετράχρονη εξορία.
 
Αυτός δεν είταν κομμουνιστής. Από ναν ράφτη παλιό του φίλο μπόρεσε και τους βρήκε.
Του φανήκαν άνθρωποι μυθικοί – οι καβαλάρηδες μιας νέας αποκάλυψης. Καλά τα κάνατε, του πανε. Να γυρίσει τώρα στο χωριό του, θα ρθούν εκεί να σας βρουν. Και γύρισε, τα πε και των αλλονών – και πήγαν εκεί και τους βρήκαν. Η μικρή τους ομάδα μπήκε στο ΕΑΜ. Και κάναν κι αυτοί εκείνα τα λίγα – πολλά που χαν να κάνουν μέσα σ αυτό που λεγόταν αντίσταση, ως τα σαράντα τρία που αγρίεψαν τα πράματα.
 
Μέσα σ αυτό τον καιρό ο μικρός ράφτης της Σούρπης, ακούγοντας από τους άλλους, διαβάζοντας τις παράνομες εφημερίδες και τ άλλα χαρτιά που τους στέλναν, οδηγώντας αυτός άλλους ανθρώπους, πέρασε μέσα του δρόμους που δεν τους ήξερε. Ως τον πόλεμο δεν έζησε άσχημα. Έφκιαξε εκείνο το σπίτι, αγόρασε και την τρίτη Σίνγκερ για να χει και κάλφα, τεχνίτης δεν είταν κακός, η πελατεία δεν έλειπε. Και δεν σκέφτηκε για τον εαυτό του τίποτα παραπάνω από μια τίμια, προκομμένη ζωή μ αυτό το ραφτάδικο, μ αυτή την τέχνη του, μ αυτή τη γυναίκα που τανε δίπλα του, στέρεα και σιωπηλή – η μάνα σας. Η ζωή του είταν αυτός ο κύκλος, σωστά φκιασμένος με το δικό του χέρι, όσο μπορούσε να φτάσει το χέρι του. Ο συμμαχικός πόλεμος τώρα στον κόσμο, η αντίσταση στην Ελλάδα – σοσιαλισμός και δημοκρατία, πατρίδα κ ελευθερία, τα δικαιώματα των ανθρώπων, η ζωή των λαών – καινούργια πράματα ολότελα, τον σπάζαν εκείνο τον κύκλο κ η μικρή του ζωή ένιωθε τώρα να ενώνεται με τη μεγαλοσύνη της κοινής ανθρώπινης υπόθεσης. Ο μικρός ράφτης της Σούρπης ονειρευότανε. Τον κόσμο – τον εαυτό του μέσα στον κόσμο. Ονειρευόταν. Αυτό που βρίσκεις εσύ να λείπει στο καφενείο, να λείπει στα κόμματα τα σημερινά. Ο μεγάλος μύθος. Ο ακέριος.
 
Ύστερα από την κατάρρευση των Ιταλών έγινε εκείνη η σύσκεψη του Αλμυρού. Είτανε κι αυτός, γραμματέας πια του ΕΑΜ του χωριού του. Είταν κι από τους αντάρτες αντιπρόσωποι – κι από το Πήλιο κι από τη Ρούμελη. Τρία πράματα ζητήσαν αυτοί: τρόφιμα, συνδέσεις, πληροφορίες. Οι άλλοι μιλήσαν όλοι για τις μεγάλες δυσκολίες στο σκλαβωμένο κάμπο. Μαζί με τους Γερμανούς είτανε τώρα κ οι φασίστες της Θεσσαλίας, οργανωμένοι, οπλισμένοι καλά, με τη μυστική ενθάρρυνση των Άγγλων. Ένας βραχνάς απλωνόταν σ όλο τον κάμπο, πνίγοντας την ανάσα των ανθρώπων – και το τέλος του πολέμου δε φαινότανε κοντινό.
 
Αυτός είταν έτοιμος. Την παίρνω εγώ την περιοχή μας, σηκώθηκε κ είπε, αν μου τη δίνετε, αν με πιστεύετε. Εσείς οι άλλοι, πιο νέοι από μένα, φύγετε πια στο βουνό, σας ξέρουν, σας κουβεντιάζουν, σας υποπτεύονται – κάνατε και μερικές αστόχαστες παλληκαριές. Να πάρετε μαζί σας και τις γυναίκες σας, τα παιδιά σας.
 
– Έχεις και συ, του παν οι άλλοι.
– Αργότερα, αν χρειαστεί, τους φευγατίζω κ εγώ. Δεν με ξέρουν ακόμα.
    Και τον πιστέψαν και του τη δώσαν αυτουνού την περιοχή. Όταν τη ζήτησε το πρωί, ένιωθε τα γόνατά του και τρέμαν, φοβήθηκε μη τον νομίσουν θρασίμι, μην είταν ανάξιος. Τώρα που σκορπίζαν ένας – ένας, έφευγε από κει κ ένας σκοπός αντάρτικου τραγουδιού οδηγούσε τα βήματά του. Γυρίζοντας σπίτι, δεν ανέβηκε πάνω, μπήκε στο εργαστήρι του κ έκατσε εκεί. Και τότες, η γυναίκα εκείνη που ταν η μάνα σας, κατέβηκε κάτω κι αυτή, με την Αναστασία στην αγκαλιά, κάθισε σε μιαν άκρη και δεν είπε τίποτα. Κάποτε σήκωσε αυτός τα μάτια του και την κοίταξε. Σήκωσε κι αυτή τα δικά της – μείναν έτσι και κοιταζόντανε. Αυτός είδε ύστερα τ αγαπημένο πρόσωπο να φωτίζεται ακέριο, ένα χαμόγελο πέρα για πέρα σ όλο το πρόσωπο – πως όλα σωστά καμωμένα – πως μέσα κι αυτή – σε ζωή και σε θάνατο – από μένα, τη γυναίκα σου…
 Από την άλλη μέρα. Ο μικρός άνθρωπος με προσοχή και με τάξη μεγάλη άρχισε κ έδενε τα σκοινιά του από χωριό σε χωριό σ όλη την επαρχία. Αυτός – που δεν είχε σκεφτεί ποτέ τέτοια πράματα. Και πότε καθότανε στο ραφτάδικο περιμένοντας ήσυχα κι άγρυπνα  τους συνδέσμους του με τις εντολές, τις οδηγίες, τα σημειώματα, τις πληροφορίες, τα δέματα. Κάποτε χρειαζότανε να πάει μονάχος του. Και πήγαινε, τα κανόνιζε, ξαναγυρίζοντας σπίτι – να το ξαναρχίσει την άλλη μέρα το ίδιο παιγνίδι με το θάνατο.
 
   

Τελευταία νέα

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Thessaloniki
few clouds
7.4 ° C
8.3 °
6.1 °
53 %
8.8kmh
20 %
Κυ
10 °
Δε
13 °
Τρ
10 °
Τε
9 °
Πε
5 °