Site icon Cityportal.gr

Σαμουράι: Η Ιστορία πίσω από τον Μύθο

Όταν σκεφτόμαστε τους σαμουράι, στο μυαλό μας έρχεται αμέσως μια εικόνα: πολεμιστές με πανοπλίες, σπαθιά katana που λάμπουν στον ήλιο, άνδρες δεμένοι από έναν αυστηρό ηθικό κώδικα, πρόθυμοι να πεθάνουν για την τιμή τους. Αυτή η εικόνα κυριαρχεί στον κινηματογράφο, στα βιντεοπαιχνίδια, στη λογοτεχνία. Αλλά πόσο αληθινή είναι; Η ιστορία των σαμουράι είναι ένα συναρπαστικό παράδειγμα του πώς ο μύθος μπορεί να είναι πιο ισχυρός από την πραγματικότητα, και πώς ο κινηματογράφος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αναβίωση και διάδοση αυτού του μύθου σε παγκόσμια κλίμακα.

Από τους λόφους της Ηeian στα κάστρα του Edo

Η ιστορία των σαμουράι ξεκινά τον 8ο και 9ο αιώνα μ.Χ., στην περίοδο Heian, όταν η κυβέρνηση της Ιαπωνίας κατήργησε το σύστημα υποχρεωτικής στρατολόγησης. Πλούσιοι γαιοκτήμονες άρχισαν να προσλαμβάνουν ιδιωτικούς στρατούς για να προστατεύουν τις περιουσίες τους. Αυτοί ήταν οι πρώτοι σαμουράι. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα “saburau”, που σημαίνει “να υπηρετώ”. Δεν ήταν ακόμα η ελίτ που φαντάζεται κανείς, μόνο μισθοφόροι πολεμιστές που εξυπηρετούσαν όποιον είχε χρήματα να τους πληρώσει.

Η άνοδος των σαμουράι ως κυρίαρχης τάξης έγινε τον 12ο αιώνα, όταν η σύγκρουση μεταξύ των κλαν (φατρίες) Minamoto και Taira οδήγησε στην εγκαθίδρυση του πρώτου στρατιωτικού shogunate το 1192. Για τα επόμενα 700 χρόνια, οι σαμουράι θα κυβερνούσαν την Ιαπωνία. Στην περίοδο του Sengoku, τον 15ο και 16ο αιώνα, η χώρα κατακερματίστηκε σε δεκάδες ανεξάρτητα κράτη που πολεμούσαν συνεχώς μεταξύ τους. Ήταν η χρυσή εποχή των σαμουράι ως πολεμιστών. Πολλές από τις διασημότερες ταινίες του Akira Kurosawa διαδραματίζονται ακριβώς σε αυτή την εποχή.

Από πολεμιστές …δημόσιοι υπάλληλοι

Με την περίοδο Edo (1603-1868) ήρθε η σχετική ειρήνη. Το shogunate των Tokugawa καθιέρωσε ένα αυστηρό σύστημα κοινωνικών τάξεων, με τους σαμουράι στην κορυφή, ακολουθούμενους από αγρότες, τεχνίτες και εμπόρους. Οι σαμουράι αναγκάστηκαν να ζουν σε πόλεις που είχαν χτιστεί γύρω από κάστρα. Οι σαμουράι υποχρεώθηκαν να ζουν σε αυτές τις πόλεις, κοντά στο κάστρο του κυρίου τους – και μάλιστα όσο πιο υψηλός ο βαθμός τους, τόσο πιο κοντά στο κάστρο. Σε αυτή την περίοδο ειρήνης, πολλοί σαμουράι μετατράπηκαν από πολεμιστές σε δημόσιους υπαλλήλους, δασκάλους, καλλιτέχνες και ποιητές. Ήταν λιγότερο μυώδεις και περισσότερο μορφωμένοι από ό,τι φαντάζεται κανείς.

Η πραγματικότητα των σαμουράι, όπως αποκαλύπτουν ιστορικές πηγές, ήταν πολύ διαφορετική από τον μύθο. Ναι, ήταν επιδέξιοι πολεμιστές. Ναι, ακολουθούσαν κάποιους κώδικες συμπεριφοράς που υπαγόρευαν οι κυρίαρχοί τους. Αλλά ήταν επίσης άνθρωποι που έψαχναν οικονομικό όφελος, άλλαζαν πλευρά σε μάχες, έκαιγαν χωριά και σκότωναν αμάχους. Η εμμονή τους με το να συλλέγουν τα κομμένα κεφάλια των θυμάτων τους ως αποδείξεις νίκης αποκαλύπτει πόσο πραγματιστική ήταν η προσέγγισή τους στον πόλεμο. Ο ρομαντισμός ήρθε αργότερα.

Ο Μύθος των Σαμουράι γεννήθηκε, όταν εξαφανίστηκαν απο τη πραγματική ζωή στον 19ο Αιώνα

Το 1868, με την Αποκατάσταση Meiji, η τάξη των σαμουράι καταργήθηκε.Η Αποκατάσταση Meiji (Meiji Restoration) ήταν η επανάκτηση της εξουσίας από τον αυτοκράτορα της Ιαπωνίας μετά από αιώνες που η πραγματική εξουσία ανήκε στους στρατιωτικούς ηγέτες (shogun). Για 700 χρόνια η Ιαπωνία κυβερνιόταν από το shogunate (στρατιωτική δικτατορία), ενώ ο αυτοκράτορας ήταν απλώς διακοσμητικός. Το 1868 έγινε επανάσταση, ο νεαρός αυτοκράτορας Meiji πήρε πίσω την εξουσία, το shogunate καταργήθηκε, και η Ιαπωνία εκσυγχρονίστηκε γρήγορα (δυτικά όπλα, βιομηχανία, σιδηρόδρομοι κλπ).

Η Ιαπωνία εκσυγχρονίστηκε γρήγορα, αγκαλιάζοντας τη δυτική τεχνολογία και τη στρατιωτική οργάνωση. Οι πρώην σαμουράι μετατράπηκαν σε επιχειρηματίες, αξιωματικούς, δημοσίους υπαλλήλους. Και ακριβώς τότε που εξαφανίστηκαν από την πραγματική ζωή, άρχισε η εξιδανίκευσή τους.

“Bushido: The Soul of Japan” (Μπούσιντο: Η Ψυχή της Ιαπωνίας)

Το κλειδί ήταν ένα βιβλίο: το “Bushido: The Soul of Japan” (Μπούσιντο: Η Ψυχή της Ιαπωνίας), που δημοσίευσε το 1899 ο Nitobe Inazo. Ο Νιτόμπε, μορφωμένος στη Δύση, θέλησε να αποδείξει στον δυτικό κόσμο ότι η Ιαπωνία είχε δικό της σύστημα ηθικών αξιών, ισάξιο του χριστιανισμού και της ευρωπαϊκής ιπποσύνης. Έτσι, κωδικοποίησε οκτώ αρχές του bushido: δικαιοσύνη, θάρρος, καλοσύνη, ειλικρίνεια, σεβασμός, τιμή, πίστη και αυτοέλεγχος.

Το πρόβλημα; Δεν υπήρξε ποτέ ενιαίος κώδικας bushido. Ήταν μια καλλιτεχνική κατασκευή. Διάφορα κλαν (φατρίες) είχαν διαφορετικούς κανόνες, άλλοι σαμουράι εκτιμούσαν τον πολιτισμό, άλλοι τον απέρριπταν ως χάσιμο χρόνου και ανοησία.

Ο Kato Kiyomasa, για παράδειγμα, απαγόρευε στους άνδρες του να διαβάζουν ποίηση και τους έλεγε να αυτοκτονήσουν αν ασχολούνταν με παραδοσιακό χορό Noh. Άλλοι ηγέτες θεωρούσαν την καλλιτεχνική μόρφωση απαραίτητη για τον σαμουράι.

Αλλά ο μύθος που δημιούργησε ο Νιτόμπε ήταν εξαιρετικά ισχυρός. Η ιαπωνική κυβέρνηση τον αγκάλιασε γρήγορα και τον χρησιμοποίησε ως προπαγάνδα. Το bushido έγινε το ιδανικό που όλοι οι Ιάπωνες πολίτες έπρεπε να ακολουθήσουν, όχι μόνο οι πολεμιστές. Αυτό το ρομαντικοποιημένο όραμα χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τον ιαπωνικό ιμπεριαλισμό και, αργότερα, να παρακινήσει τους στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πιλότοι kamikaze πίστευαν ότι ακολουθούσαν την αρχαία παράδοση των σαμουράι, αν και στην πραγματικότητα έπεφταν θύματα μιας σύγχρονης προπαγανδιστικής μηχανής.

Ο Κινηματογράφος καθιέρωσε τον Μύθο των Σαμουράι

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής κατοχής, οι ταινίες σαμουράι (jidaigeki, δηλαδή ιστορικά δράματα) είχαν απαγορευτεί ως προπαγάνδα του παλιού καθεστώτος. Αλλά όταν η κατοχή τελείωσε στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το ιαπωνικό κοινό ζητούσε να δει πάλι τους πολεμιστές του στην οθόνη. Και εκεί μπαίνει στο παιχνίδι ένα όνομα: Akira Kurosawa.

Το 1950, ο Κουροσάβα σκηνοθέτησε το “Rashomon” (Ρασομόν), μια ταινία που κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας και άνοιξε για πρώτη φορά τις δυτικές αγορές στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Η επαναστατική του αφήγηση (η ίδια ιστορία από διαφορετικές οπτικές γωνίες) και η οπτική του μεγαλοπρέπεια συγκλόνισαν τον κόσμο. Αλλά το αριστούργημά του ήταν ακόμα μπροστά το

“Seven Samurai” (Οι Επτά Σαμουράι)

Το 1954, ο Κουροσάβα κυκλοφόρησε το “Seven Samurai” (Οι Επτά Σαμουράι), μια ταινία τριών ωρών και μισής που άλλαξε για πάντα τον κινηματογράφο. Η ιστορία είναι απλή: ένα χωριό του 16ου αιώνα προσλαμβάνει επτά σαμουράι για να το υπερασπιστούν από ληστές. Αλλά η εκτέλεση είναι μνημειώδης. Ο Κουροσάβα χρησιμοποίησε πολλαπλές κάμερες, τηλεφωτογραφικούς φακούς και καινοτόμες τεχνικές μοντάζ για να δημιουργήσει μάχες που ακόμα και σήμερα συγκλονίζουν. Η τελική μάχη κάτω από τη βροχή και τη λάσπη έχει συγκριθεί με το “Saving Private Ryan” του Spielberg για την ένταση και τον ρεαλισμό της.

Αλλά το “Seven Samurai” δεν είναι μόνο δράση. Είναι ένα βαθιά ανθρώπινο δράμα για την τάξη, την αξιοπρέπεια, το θάρρος και την απώλεια. Οι χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι, από τον σοφό ηγέτη Kambei (Takashi Shimura) έως τον ένθερμο Kikuchiyo (Toshiro Mifune), ένα παιδί αγρότη που ψεύδεται ότι είναι σαμουράι. Ο Κουροσάβα δεν εξιδανίκευσε τους πολεμιστές του. Έδειξε ότι οι σαμουράι έχασαν τη θέση τους σε έναν κόσμο που άλλαζε, ότι παρά την αναγνώριση και τη νίκη, δεν κέρδισαν τίποτα, ενώ οι αγρότες που υπερασπίστηκαν ήταν οι αληθινοί νικητές.

Η ταινία έγινε άμεσα κλασική και επηρέασε αμέτρητους σκηνοθέτες. Το Hollywood την διασκεύασε ως “The Magnificent Seven” (Και οι επτά ήταν υπέροχοι) το 1960, western με τον Yul Brynner και τον Steve McQueen. Ο George Lucas παραδέχτηκε ότι το “The Hidden Fortress” (Το Κρυφό Κάστρο) του Κουροσάβα ήταν μεγάλη έμπνευση για το “Star Wars”. Ο Spielberg, ο Scorsese, ο Coppola, όλοι μιλούν για τον Κουροσάβα ως για δάσκαλο.

Ο Κουροσάβα συνέχισε να κάνει αριστουργήματα: το “Yojimbo” (1961), που ο Sergio Leone διασκεύασε ως “A Fistful of Dollars” γεννώντας τα spaghetti westerns, το “Throne of Blood” (1957), εμπνευσμένο από τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ, το “Ran” (1985), βασισμένο στον Βασιλιά Ληρ. Ο κινηματογράφος του άλλαξε τον τρόπο που ο κόσμος έβλεπε τους σαμουράι, μετατρέποντάς τους από ιαπωνική παραδοσιακή ιστορία σε παγκόσμια πολιτιστικά εικονίδια.

Από την Ιαπωνία στο Hollywood

Οι επόμενες δεκαετίες έφεραν μια χιονοστιβάδα ταινιών σαμουράι. Η σειρά “Zatoichi” (Ζατόιτσι) για τον τυφλό πολεμιστή, η “Lone Wolf and Cub” για τον πατέρα και τον γιο που περιπλανώνται ως μισθοφόροι, το “Harakiri” (1962) του Masaki Kobayashi που αμφισβήτησε τον μύθο της σαμουραϊκής τιμής, όλα έγραψαν νέα κεφάλαια στο είδος.

Αλλά τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και οι αρχές του 2000 έφεραν μια νέα έκρηξη ενδιαφέροντος, αυτή τη φορά από το Hollywood. Το 2003, ο Edward Zwick σκηνοθέτησε το “The Last Samurai” (Ο Τελευταίος Σαμουράι) με τον Tom Cruise, μια ταινία για έναν Αμερικανό αξιωματικό που μαθαίνει τον δρόμο των σαμουράι κατά την περίοδο Meiji. Παρότι η ταινία επικρίθηκε ως το ιαπωνικό “Dances with Wolves” και ως εξωτικοποίηση, ήταν εμπορικά επιτυχημένη και επανέφερε το ενδιαφέρον για την εποχή.

Την ίδια χρονιά, ο Quentin Tarantino κυκλοφόρησε το πρώτο μέρος του “Kill Bill”, ως φόρος τιμής στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Η Uma Thurman ως “The Bride” ταξιδεύει στην Ιαπωνία για να πάρει ένα σπαθί από τον θρυλικό κατασκευαστή Hattori Hanzo (παιγμένο από τον Sonny Chiba, αστέρα των ιαπωνικών ταινιών δράσης), και στη συνέχεια σφάζει ολόκληρη τη yakuza στο “House of Blue Leaves”, μια σκηνή εμπνευσμένη από την “Lady Snowblood” (1973) και άλλες κλασικές ταινίες εκδίκησης. Ο Ταραντίνο δεν προσπάθησε να κάνει ιστορική ταινία. Έκανε ένα love letter σε όλο το είδος, ανακατεύοντας αναφορές σε ντόζεν ταινιών.

Kill Bill: Vol. 1 (2003)

Στο σύγχρονο κινηματογράφο, η επιρροή των σαμουράι είναι παντού. Το “13 Assassins” (2010) του Takashi Miike αναβίωσε το είδος με σύγχρονη βία. Το video game “Ghost of Tsushima” (2020) έγινε παγκόσμια επιτυχία χάρη στην αφοσίωσή του στην αισθητική των ταινιών Κουροσάβα. Η σειρά “Shogun” κέρδισε Emmy το 2024. Anime όπως το “Samurai Champloo” ανακατεύουν hip-hop με σαμουραϊκό action.

Ο Μύθος ζει

Σήμερα, η εικόνα των σαμουράι παραμένει ισχυρή στη λαϊκή φαντασία, όχι παρά τη ρομαντικοποίησή της, αλλά εξαιτίας της. Ο μύθος που κατασκεύασε ο Νιτόμπε, που επανέγραψε ο Κουροσάβα και που διέδωσε το Hollywood έχει γίνει η δική του αλήθεια. Δεν είναι ακριβώς ιστορία, αλλά ούτε είναι ψέμα. Είναι κάτι πιο ισχυρό: μια ιστορία για τιμή, θυσία και αξιοπρέπεια που αγγίζει κάτι καθολικό στην ανθρώπινη ψυχή.

Όταν ο Κουροσάβα σκηνοθετούσε το “Seven Samurai”, δεν προσπαθούσε να αναπαράγει με ακρίβεια τον 16ο αιώνα. Προσπαθούσε να πει κάτι αληθινό για τον άνθρωπο. Όταν ο Ταραντίνο έστελνε την Uma Thurman να μάχεται με katana στο Τόκιο, δεν έκανε ντοκιμαντέρ. Έκανε ποίηση.

Οι σαμουράι, όπως τους γνωρίζουμε σήμερα, δεν υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα. Αλλά αυτό δεν τους κάνει λιγότερο πραγματικούς στη συλλογική μας φαντασία. Είναι ένα παράδειγμα του πώς η τέχνη μπορεί να ξαναγράψει την ιστορία και να δημιουργήσει μύθους που υπερβαίνουν τα σύνορα και τον χρόνο. Και στην εποχή μας που ψάχνουμε για ήρωες, για κώδικες τιμής, για νόημα, ο μύθος των σαμουράι συνεχίζει να έχει μια παράξενη και συναρπαστική δύναμη.


Γράφει ο Πέτρος Γραμμενίδης | Φωτογραφία αρχείο Depositphotos

Ο συγγραφέας που αρνήθηκε το Κρατικό Βραβείο λογοτεχνίας

Exit mobile version