Σαν μια εμπειρία «έκτης αίσθησης»...

Στέκομαι όρθιος σε ένα αστικό λεωφορείο πίσω από τον οδηγό. Σε μια στάση στη Λεωφόρο Στρατού το λεωφορείο σταματάει, ανοίγει η μπροστινή πόρτα στα πλάγια του οδηγού και κατεβαίνει μια μεσόκοπη κυρία. Δίπλα στη στάση είναι παραταγμένοι κάποιοι κάδοι σκουπιδιών περιτριγυρισμένοι από σκουπίδια που δεν χωρούν μέσα τους. Ο οδηγός, ένας ευτραφής πενηντάρης, δράττεται της ευκαιρίας να ξεφορτωθεί το πλαστικό ποτήρι με καφέ που έχει πιει, γέρνει προς την ανοιχτή πόρτα και πετάει έξω το ποτήρι προς το σωρό των σκουπιδιών… «Ωχ» ακούγεται την επόμενη στιγμή και βλέπω την κυρία που κατέβηκε στη στάση να στρέφεται πίσω και να κοιτάει άναυδη. «Σας λέρωσα;» τη ρωτάει ο οδηγός χωρίς καμιά αισχύνη, κι εκείνη κάνει έναν μορφασμό του στιλ «τι να σου πω!» και παρατηρεί τον ποδόγυρο της φούστας της και τα παπούτσια της να δει αν έχει λερωθεί. Ο οδηγός κλείνει την πόρτα και ξεκινάει. Από τον εσωτερικό καθρέφτη κοιτάει στο εσωτερικό του λεωφορείου… Κοιτάω κι εγώ στον καθρέφτη, ώσπου τα βλέμματά μας συναντιούνται: σαν να του λέω «Μπράβο, είσαι μεγάλος μαλάκας». Το πιάνει, χαμηλώνει τα μάτια και κοιτάει το δρόμο μπροστά του, μετά ξανακοιτάει στον καθρέφτη, συναντάει πάλι το βλέμμα μου, συνοφρυώνεται, σαν να ετοιμάζεται κάτι να πει, αλλά μετά το καταπίνει… Κι όλα αυτά χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη.
Είδα την ταινία «Δύο έρωτες» με τον Χοακίν Φοίνιξ και την Γκουίνεθ Πάλτροου.  Έπαθα -κατά τη διάρκεια της θέασης. Είχα μια αίσθηση «εξωαισθητηριακής εμπειρίας» που είχα βιώσει με τη ρουμάνικη ταινία «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες» και με την τούρκικη ταινία «Κλίματα αγάπης». Ήταν σαν να βίωνα μια μαγική εμπειρία, που είχε σχέση με την ουσία του σινεμά και ήταν πέρα από ό,τι προσελάμβανα ως αφήγηση της ιστορίας με τις αισθήσεις και τη λογική… Σαν να είχε ενεργοποιηθεί μια «έκτη αίσθηση» που με έκανε να ακούω και να βλέπω πράγματα που δεν λέγονταν στους διαλόγους και δεν δείχνονταν καν ερμηνευτικά, στις εκφράσεις των προσώπων… Όπως όταν, για παράδειγμα, ο Λίοναρντ λέει στη Μισέλ ότι την αγαπά και της προτείνει να φύγουν μαζί, σαν να αναδύεται από το δισταγμό της Μισέλ ένα σμήνος ανέκφραστων αποριών, λαχτάρας και δισταγμού, ευγνωμοσύνης η οποία  υποχρεώνει απέναντι στον άλλον, αντιδράσεων που πρέπει να συγκρατηθούν για να μην πληγώσουν, αμφιθυμιών, προσδοκιών, επιφυλάξεων -διότι πώς διάολο ένας ανώριμος άντρας, που ακόμα μέχρι τώρα εργάζεται στο καθαριστήριο του πατέρα του, θα φροντίσει μια τέτοια γυναίκα; Ο Λίοναρντ δεν θέλει ούτε να το σκέφτεται αυτό, υπάρχει όμως στην αγωνία του να την πείσει ένας φόβος μήπως το σκέφτεται εκείνη, η οποία ούτε κι αυτή τολμάει να το σκεφτεί διότι θα ήταν ποταπό για έναν τόσο αγαπημένο φίλο. Και η οποία Μισέλ -σαν να νιώθει διαισθητικά αυτό που νιώθει ο Λίοναρντ- για να μην τον κάνει να νιώσει ότι τον απορρίπτει για λόγους ποταπούς, του δίνεται, παρασυρμένη από μια δίνη ανομολόγητων παρορμήσεων, που καταλήγουν να εκδηλωθούν εντέλει σαν ερωτικός  ενθουσιασμός, ενώ δεν είναι… Κι όλα αυτά στο χώρο του άρρητου και του αοράτου, στην πιο κρίσιμη σκηνή της ταινίας, που είτε τα πιάνεις διαισθητικά είτε δεν τα πιάνεις.


Η Μισέλ θα βρεθεί κατά λάθος στον κόσμο του Λίοναρντ, προερχόμενη από έναν κόσμο παράλληλο, τόσο κοντά και τόσο μακριά από το δικό του κόσμο. Και στο πρόσωπό του θα βρει μια «αδερφή ψυχή» που είναι πρόθυμη να την ακούσει και να την φροντίσει. Ο Λίοναρντ θα μπει για λίγο στον κόσμο της Μισέλ σαν συνοδός της, απ’ όπου αν βγει για λίγο, δεν του επιτρέπεται να επιστρέψει χωρίς αυτήν, όπως συμβαίνει στο κλαμπ που πηγαίνουν να χορέψουν. Σε μια τέτοια παράταιρη -τυχαία- επαφή ακόμα κι αν υ-πάρξει μια σπίθα ερωτικής έλξης δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε έναν «έρωτα δίχως αύριο».


Όλοι ερχόμαστε σε έναν κόσμο ιδιαίτερο, μικρό ή μεγάλο, ανάλογα με την εποχή, τη χώρα, την πόλη, την τάξη, την οικογένεια στην οποία γεννηθήκαμε και η πορεία της ζωής μας καθορίζεται κατά 99, 9 τοις εκατό από αυτόν, ακόμα και οι έρωτές μας. Οι «ερωτικές εμμονές», που καμιά φορά γίνονται μεγάλα ερωτικά πάθη, γεννιούνται ανάμεσα σε «αταίριαστους εραστές», όπως ανάμεσα στη Νύφη και το Λεονάρντο στο «Ματωμένο γάμο» ή τον Χίθκλιφ και την Κάθριν στα «Ανεμοδαρμένα ύψη». Και οι έρωτες αυτοί τελειώνουν (τελειώνονται /ολοκληρώνονται) με θάνατο ή χωρισμό. Γράφουν όμως αθάνατες ιστορίες ερωτικού πάθους.


 

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως