{ Θέατρo }

Συγκλονιστική Μαρία Ναυπλιώτου στο «Master class» του Τέρενς ΜακΝάλι - κριτική

κριτική Παύλος Λεμοντζής


Κατηγορίες: Θέατρο

Συγκλονιστική Μαρία Ναυπλιώτου στο «Master class» του Τέρενς ΜακΝάλι - κριτική



Συγκλονιστική Μαρία Ναυπλιώτου στο «Master class» του Τέρενς ΜακΝάλι.
Κριτική Παύλος Λεμοντζής
 
  Θέατρο «Αριστοτέλειον». Πλήρες. Στη σκηνή  και την πλατεία τα φώτα αναμμένα.  Ένας νεαρός- λαϊκό παιδί, περιφέρεται στο σανίδι και  χαριεντίζεται με το κοινό. Συμπεριφορά  λαϊκουριάς απ τον κόσμο του «Μπύθουλα», έτσι όπως ο Ψαθάς τον στρίμωξε ως πλέμπα στο μυαλό  της  φαντασμένης ηρωίδας του. Είναι το πρώτο σκηνοθετικό εύρημα , με το οποίο  ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στιγματίζει τη διαφορά στην αισθητική. Η Μαρία Ναυπλιώτου εμφανίζεται στη σκηνή.  Ένας μαθητής της παίζει πιάνο, δυο κυρίες από την πίσω σειρά ψιθυρίζουν: «αυτή είναι παντρεμένη;» . Η Μαρία Ναυπλιώτου, ήδη, ερμηνεύει.        
   Στο επόμενο λεπτό,  η φινετσάτη γυναίκα με το κομψό μαύρο της φόρεμα μεταμορφώνεται στον θρύλο Μαρία Κάλλας. Σωπαίνουν τα στόματα. Μάτια κι αυτιά καρφωμένα, πλέον,  πάνω της. Masterclass επί της ουσίας. Όχι ένα, αλλά πολλά μαθήματα. Ο καθένας  αποταμιεύει στο θυμικό του  αυτό που θέλει και μπορεί.
  Η Ναυπλιώτου δε μιμείται, ερμηνεύει σπαρακτικά τη γυναίκα Κάλλας, τη σοπράνο Κάλλας, τον προδομένο άνθρωπο, την προσωπικότητα που λάτρεψε η οικουμένη, τον χαρακτήρα που συσσώρευσε αρετές κι ελαττώματα, αδυναμίες και προτερήματα, ταλέντο –θείο χάρισμα και σκληρή δουλειά, απομόνωση και κατάθλιψη, απελπισία και αλαζονεία, πίκρα και απογοήτευση,  δόξα και τιμή. Και συναρπάζει.
  Η Μαρία Ναυπλώτου μεταμορφώνεται με άνεση ταχυδακτυλουργού από θαλασσινή αύρα σε άνεμο καταιγίδας, από νηνεμία σε μανιασμένη αντάρα, από λαμπερό ήλιο σε μαύρο σύννεφο, από τρυφερό χάδι σε άγριο ουρλιαχτό, από γλυκό χαμόγελο σε ανελέητη λοιδορία, από ατίθασο θηλυκό  χαρακτήρα σε συγκινητικά  ταλαιπωρημένη, αδικημένη, ευάλωτη γυναίκα.  Γίνεται  μια «Δεσποινίς Μαργαρίτα», μια αδίστακτη  δασκάλα- καταπέλτης, ζωντανεύοντας τη Λαμπέτη στη δυναμική και το ύφος, γίνεται ένας καθηγητής Ρόμπιν Γουίλιαμς σ «έναν κύκλο χαμένων ποιητών», διδάσκοντας τραγούδι με τη δική της μέθοδο  σε εν δυνάμει λυρικούς καλλιτέχνες,  γίνεται πληγωμένο αηδόνι χωρίς φωνή, καθισμένη στο κατώφλι, διπλωμένη στα δύο, ηττημένη από τη φύση κι από ανθρώπινα λάθη,  με το κεφάλι  σκυφτό και τα μάτια υγρά κι απότομα τινάζεται όρθια, σα λέαινα που αρνείται ν αποχωριστεί το θρόνο της. Σ όλες αυτές τις καταιγιστικές  μεταπτώσεις της,  παρασύρει και μας σαν αδύναμα φυλλαράκια που ταξιδεύουν  εκεί όπου η δύναμή της μας σεργιανάει. Γελάει και κλαίει, γελάμε και δακρύζουμε. Απίστευτη επιρροή. Συγκλονιστική εμπειρία. Μη τη χάσετε. Ζήστε την.
 
  Το πασίγνωστο  θεατρικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα Τέρενς ΜακΝάλι είναι βασισμένο στο περίφημο σεμινάριο που δίδαξε η Μαρία Κάλλας στη Μουσική Σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του '70. Πάνω σ αυτό το υλικό ο συγγραφέας δημιουργεί έναν συναρπαστικό διάλογο της Κάλλας με τους σπουδαστές και τον εαυτό της. Η μεγάλη ντίβα, στην πιο κρίσιμη καμπή της ζωής της, παρουσιάζεται λαμπερή κι επιβλητική, σκληρή αλλά κι ευαίσθητη, καυστική αλλά και ως μία απροσδόκητα αστεία παιδαγωγός. Άλλοτε απογοητευμένη κι άλλοτε εντυπωσιασμένη από τους σπουδαστές της, αναπολεί τις δόξες της καριέρας της και της προσωπικής της ζωής. Θυμάται τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής στην Ελλάδα, το ασχημόπαπο που ήταν στη νεότητά της, τη φυγή της στην Ευρώπη, τη μεταμόρφωση, την άνοδο, το έντονο μίσος  από τους αντιπάλους της, τους θριάμβους της .  Καθώς βυθίζεται  σε αναμνήσεις, βιώνουμε τις ημέρες της στη La Scala, τον γάμο της με το Meneghini και τη μεγάλη καταδικασμένη αγάπη της για τον Αριστοτέλη Ωνάση. 
  Στη σκηνή η εκθαμβωτική θεατρικότητα προέρχεται από τις συναισθηματικές εκρήξεις τής Κάλλας, από το πνεύμα της δημιουργίας  κι από την καταιγιστική  μουσική, καθώς κάθε μαθητής τραγουδάει ένα απόσπασμα όπερας, που εκθέτει τα τρωτά σημεία της  αλλά  και τη μεγαλοφυία της. Το μάθημα γίνεται, εντέλει, ένας  θεατρικός μονόλογος για τις θυσίες στο βωμό της τέχνης. 
  Η νέα μετάφραση του έργου ( προηγούμενη του Μάριου Πλωρίτη)  είναι του ποιητή Στρατή Πασχάλη, που θέλησε να μείνει πιστός τόσο στο ύφος όσο και στο γράμμα του πρωτότυπου κειμένου, διασώζοντας το νεύρο, την ενέργεια, το καυστικό χιούμορ και το πάθος του.
  «Το πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε ιερό χώρο. Η σκηνή και το θέατρο είναι τόποι καθαγιασμένοι, ω ναι», λέει η Μαρία Κάλλας στο Master Class.  Στη συγκεκριμένη παράσταση το εισπράττουμε  από την έναρξη ως το φινάλε. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος  σκηνοθετεί  έξυπνα, ήρεμα, χωρίς υπερφίαλες καινοτομίες και άχρηστες  υπερβολές. Σέβεται το κείμενο και εύστοχα  επενδύει στην  χαρισματική Μαρία Ναυπλιώτου , ώστε  η παράσταση να προκαλέσει και να προσκαλέσει:  «γνωρίστε τη Μαρία Κάλλας». Η θεατρική ντίβα της  όπερας προσφέρει μια περιπλάνηση  στο ταραχώδες παρελθόν της, αποκαλύπτοντας τους δαίμονές της, το χιούμορ της και τη μεγαλοφυΐα της . 
  Πράγματι,  η συγκλονιστική   Μαρία Ναυπλιώτου τοποθετεί τον πήχη πολύ ψηλά. Βιώνει τον πόνο μιας ψυχικής κατάπτωσης. Μας επιτρέπει να πάρουμε  δόσεις  απ όλη την γκάμα του βάσανου  και της μέθης, στοιχεία που σκιαγραφούν την προσωπικότητα της Κάλλας, άρρηκτα συνδεδεμένα με τη ζωή της και την κατάληξή της.
    Το κείμενο λειτουργεί  ως μονόλογος και μας επιτρέπει να μπούμε στον χώρο μιας ψυχικής εσωτερικότητας και να  ζήσουμε έντονα συναισθήματα. Η κίνηση, η ένταση, η τεχνική της  προκαλούν εκρήξεις  συγκίνησης  κι ενθουσιασμού.
   Όλα τα πρόσωπα που  μετέχουν στην παράσταση είναι επίλεκτοι ηθοποιοί και λυρικοί καλλιτέχνες. Συνεπικουρούν στην υψηλό αποτέλεσμα και «δένονται» έξοχα  με την  Κάλλας σε σκηνές  φορτισμένες συγκινησιακά , που ο σκηνοθέτης  και οι ρόλοι μας δώρισαν. Κάθε φορά που ένας μαθητής ( σοπράνο ή τενόρος) παρουσίαζε τις δυνατότητές του στη «δασκάλα» , ζωντάνευαν στη σκηνή  οι μαύρες μέρες της Κάλλας. Με τον Ωνάση και την αγοραία του γλώσσα, την αδυναμία της στο αρσενικό – φαλλοκράτη, το απωθημένο τής μητρότητας, τη χλεύη για την άσχημη  σκηνική της εικόνα πριν μεταμορφωθεί σε κύκνο, για τις αντιζηλίες και τις κακίες που εισέπραττε από συνάδερφους της και τους  δημοσιολογούντες, για την μοναξιά και τη χαμένη της φωνή.            
  Ωστόσο,  ακόμη κι αν  βρεθεί κάποιος  να υποστηρίξει  ότι ο Terrence McNally στο κείμενό του απομυθοποιεί- κατά κάποιο τρόπο -   τη Μαρία Κάλλας,  εκείνη εξακολουθεί να παραμένει απρόσβλητη, έστω κι αν οι  μέρες της δύσης  της ήταν φανερές  και οι πάντες γνώριζαν την κατάρρευσή της. Άλλωστε στον κύκλο της ζωής, την ακμή ακολουθεί η παρακμή. 
    Βρισκω σκόπιμο, σ αυτό το άρθρο,  να αναφέρω μερικές αράδες από το βιογραφικό της μεγάλης ντίβας,  για να μάθουν οι αναγνώστες, εάν δεν γνώριζαν, ποια ακριβώς ήταν η μεγάλη ντίβα της όπερας..
   Πλήρες όνομα:  Μαρία, Κεκίλια, Σοφία, Άννα Καλογερόπουλου. Γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1923 στη Νέα Υόρκη, πέθανε 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο  Παρίσι.

   Ήταν κόρη  Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική και  από πολύ νωρίς εξέφρασε ενδιαφέρον για το λυρικό  τραγούδι . Συνοδευόμενη από τη μητέρα της έφυγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1937, για να σπουδάσει στο Ωδείο Αθηνών με δασκάλα τη  σοπράνο Elvira de Hidalgo. Τραγούδησε τοπικά στην Cavalleria rusticana και Boccaccio και επέστρεψε στις Η.Π.Α  το 1945.

   Ξεκίνησε την καριέρα της  σοβαρά τον Αύγουστο του 1947, όταν εμφανίστηκε στη Βερόνα,  στην La gioconda . Σύντομα, με τη διδασκαλία του μύστη Tullio Serafin, έκανε ντεμπούτο στη Βενετία , το Τορίνο και τη Φλωρεντία . Το 1949 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Ρώμη , ύστερα  στο Μπουένος Άιρες και μετά  στη Νάπολη και το 1950 στην πόλη του Μεξικού .Η σοπράνο  φωνή της , ικανή να διατηρεί στο έπακρον τους λυρικούς και τους coloratura ρόλους, ήταν έντονα δραματική και  σε συνδυασμό με την ισχυρή αίσθηση του θεάτρου και τα αυστηρά υψηλά καλλιτεχνικά πρότυπά της,  ανελίχτηκε  γρήγορα στην πρωτοπορία του σύγχρονου ύφους της όπερας . Οι ικανότητές της κατέστησαν δυνατή την αναβίωση των έργων belcanto του 19ου αιώνα, κυρίως εκείνων του Vincenzo Bellini και του Gaetano Donizetti , που από καιρό έπεσαν από τα τυποποιημένα ρεπερτόρια .
  Η  Κάλλας έκανε το ντεμπούτο της στην αριστοκρατική La Scala του Μιλάνου το 1950, τραγουδώντας στο I Vespri siciliani . Το 1952 εμφανίστηκε στο Covent Garden του Λονδίνου . Το αμερικανικό ντεμπούτο της πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 1954 στην Λυρική Όπερα του Σικάγου, στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Norma , μια παράσταση που επαναλάμβανε ενώπιον  πυκνού ακροατηρίου στην Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης . Οι ηχογραφήσεις της  έγιναν δεκτές  με ενθουσιασμό  από το παγκόσμιο κοινό και υπήρξε μια από τις πιο δημοφιλείς τραγουδίστριες όπερας στην οικουμένη. Το πολύ δημοσιοποιημένο πτητικό της ταμπεραμέντο έφερε αρκετές παρατεταμένες διαμάχες με τους αντιπάλους της, αλλά και με  συνεργάτες της.
 
   Μετά από μια  χειρουργικής ακρίβειας  παράσταση της  Tosca στο Covent Garden (Ιούλιος 1965), η Μαρία Κάλλας γύρισε με τον Παζολίνι την πολύκροτη  ταινία «Μήδεια» (1969). Το 1966 έγινε Ελληνίδα  πολίτης και παραιτήθηκε από την αμερικανική ιθαγένεια. Δίδαξε μαθήματα στην όπερα Juilliard (1972), πριν από μια τελευταία περιοδεία συναυλιών στις ΗΠΑ και την Ευρώπη (1973-74). Μέχρι τη συνταξιοδότησή της, είχε ερμηνεύσει περισσότερους από 40 διαφορετικούς ρόλους και είχε καταγράψει περισσότερες από 20 πλήρεις όπερες. Η προσωπικότητα και η φιλοσοφία της μεγάλης σοπράνο απεικονίζονται, μάλλον,  υποκειμενικά στο έργο του Terrence McNally  «Master Class»  (πρώτη εκτέλεση και έκδοση 1995), με βάση τις τάξεις της στο Juilliard.
 
Συντελεστές παράστασης:
 
Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης
Σκηνοθεσία: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος
Σκηνικά, κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Φωτισμοί: Νίκος Βλασσόπουλος
Παίζουν:
Μαρία Κάλλας Μαρία Ναυπλιώτου
Σοπράνο Α' (Διπλή διανομή): Εύα Γαλογαύρου, Βάσια Ζαχαροπούλου
Σοπράνο Β' (Διπλή διανομή): Δάφνη Δαυίδ, Ληττώ Μεσσήνη
Τενόρος: Νίκος Μαραζιώτης
Πιανίστας (Διπλή διανομή): Πέτρος Μπούρας, Αλέξανδρος Αβδελιώδης
Φροντιστής: Βαγγέλης Δαούσης
 
cityportal.gr/  «Master class» / κριτικη Παύλος Λεμοντζής
 
 

:







TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ___