Τα χρόνια | Annie Ernaux

Το βιβλίο «Τα χρόνια» της Annie Ernaux, ανοίγει προμετωπίδα σε δύο αναφορές του Χ. Ο. Ι. Γκασέτ και του Α. Τσέχοφ, σχετικά με τον χρόνο, την μνήμη και την ιστορία. «Όλες οι εικόνες θα χαθούν». Μ’ αυτή την φράση ο αναγνώστης εισέρχεται στο σώμα της αυτοβιογραφικής εξιστόρησης- αποτίμησης και μαρτυρίας της συγγραφέως Annie Ernaux, για την ζωή και τα χρόνια, έτσι όπως τα έζησε, έτσι όπως κύλησαν και περνούν: στιγμές χαραγμένες στην μνήμη, σε φωτογραφικές αποτυπώσεις, στις αναμνήσεις, καταστάσεις και πρόσωπα καταγεγραμμένα σε ένα βιβλίο.

Η αφήγηση των περιστατικών, των παρατηρήσεων και των εξηγήσεων δεν είναι συνεχής. Διακόπτεται από σχολιασμούς φωτογραφιών, όπως τις ξαναβλέπει η συγγραφέας από την κατάσταση της ώριμης ηλικίας, κοιτάζοντας από απόσταση αυτά που υπήρξαν, σχολιάζοντας και αναπολώντας την ζωή της: αυτό το άθροισμα φωνών και στιγμιοτύπων, εμπειριών και βιωμάτων της προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας της, ενταγμένης στην συνθήκη της κοινωνικής ζωής και των πολιτικών γεγονότων της χώρας και του κόσμου.

Εκκινώντας από την δεκαετία του 1940 μέχρι την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, «Τα Χρόνια», διαρθρώνουν ένα υλικό corpus στοιχείων κοινωνιολογικού ενδιαφέροντας, μιας συμπερίληψης ποικίλων μοτίβων που αθροίζονται ως αγαθά και ψηφίδες της ευρωπαϊκής ταυτότητας, επιθυμίες και διαψεύσεις, επιδιώξεις και οράματα πολλών γενεών.

Αυτή η ανασκόπηση της ζωής του παρελθόντος και του παρόντος, καθώς και κάποιες νύξεις για το μέλλον, περιλαμβάνει μια ευρεία θεματολογία κοινωνικών δεδομένων: καταγωγή, ανισότητα, φτώχεια, εξέλιξη και κοινωνική κινητικότητα, μόρφωση, εργασία, μετανάστευση, ένταξη και πολιτισμική ταυτότητα, διαπαιδαγώγηση, στερεότυπα, ελεύθερος χρόνος, κατανάλωση, ταξίδια, σεξουαλική απελευθέρωση, χάσμα γενεών, Ιστορικά γεγονότα, μάχες, εκλογικές αναμετρήσεις, διαδηλώσεις, συγκρούσεις και διεκδικήσεις, αλλά και ενοχές, ανησυχίες και διλήμματα, καθώς και κάποια παγκόσμια θέματα, όπως οι πόλεμοι, η αποικιοκρατία, η παγκοσμιοποίηση, το περιβάλλον, η οικονομική κρίση, η τρομοκρατία, ο ρατσισμός, η μετανάστευση, η ανεργία.

Η ζωή όπως την έζησε η συγγραφέας και όπως καταγράφεται ως κανόνες αταβιστικών συνηθειών και αντιλήψεων, ως κοινωνική επιρροή και αντικατοπτρισμός αισθητικής στα έργα τέχνης (μουσική, ζωγραφική, λογοτεχνία, κινηματογράφος) και ως δυνατότητα προόδου και εξέλιξης μέσω της τεχνολογίας (καταναλωτικά προϊόντα και διάφορα αντικείμενα κοινωνικού status αυτοκίνητα, κινητά, κομπιούτερ), συνθέτει ως πραγματικότητα ένα μωσαϊκό στοιχείων της λαϊκής κουλτούρας και της εξουσιαστικής κατά βάθος προτροπής, της κατανάλωσης αγαθών, προκειμένου να αμβλυνθούν τα όρια ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, στο ψευδαισθητικό τοπίο των διαφημίσεων και το ρεαλιστικό πεδίο του κέρδους του καπιταλιστικού συστήματος. Η ανισότητα ωστόσο υφίσταται και είναι διακριτή τόσο σε εξωγενείς όσο και ενδογενείς κλίμακες (διαχωρισμοί, ανταγωνισμός και διαφοροποιήσεις στον άξονα Βορράς -Νότος, επαρχία – αστικά κέντρα, Ανατολικοευρωπαϊκά – Δυτικοευρωπαϊκά κράτη, Γαλλία – Αποικίες, Αμερική -Ευρώπη).

Τα χρόνια | Annie Ernaux 

Τα χρόνια | Annie ErnauxISBN: 9789606715976
Ημερ/νία έκδοσης: 11/2009
Εκδότης: Πάπυρος Εκδοτικός Οργανισμός
Σελίδες: 285
Γλώσσα πρωτοτύπου: Γαλλικά
Τίτλος πρωτοτύπου: Les Années
Συντελεστές: Κολαΐτη, Ρίτα
Βάρος βιβλίου: 354 gr
Διαστάσεις βιβλίου: 21×14 cm

Σχολιάζοντας τις προσωπικές φωτογραφίες, σε τρίτο κυρίως πρόσωπο, δίνεται αποστασιοποιημένα, πολυπρισματικά και θραυσματικά, μέσα από διάφορα στιγμιότυπα του ακινηματοποιημένου χρόνου, το προφίλ του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος αλλά και το στίγμα της εποχής (τοπία, επικαιρότητα, αισθητική, πρόσωπα).

Το υλικό εμπλουτίζεται από αναφορές σε τραγούδια και είδωλα της μόδας, περιγραφές σκηνών από ταινίες του σινεμά, διαφημίσεις προϊόντων, διαφόρων κατηγοριών με άμεσες και ρητές καταγραφές. Οι ονοματολογίες, οι διάφορες μάρκες των προϊόντων κατανάλωσης, υποδηλώνουν και τις συνθήκες μιας εποχής συνυφασμένης με τα κινήματα ελευθερίας, την πολιτισμική ιδιαιτερότητα, την παγκοσμιοποίηση, την κατηγοριοποίηση, τους διαχωρισμούς.

Η αφηγήτρια καταγράφει τις αναμνήσεις και τα βιώματα της ζωής της. Είναι καθηγήτρια και κατοικεί σε αστικό περιβάλλον. Αυτό το γεγονός την απομακρύνει από τις ρίζες της οικογένειας, τους γονείς και παππούδες (αγρότες Νορμανδοί και μετέπειτα εργάτες και μικρο-ιδιοκτήτες επιχείρησης), ανοίγοντας νέους κύκλους στη ζωή της.

Η συγγραφέας με λεπτές παρατηρήσεις μιλάει για προσωπικά και οικογενειακά θέματα και διάφορα κοινωνικο-οικονομικά-πολιτικά ζητήματα: για την φτώχεια και τον πλούτο, τον ρατσισμό και την βία, τον φόβο και την καχυποψία έναντι του ξένου, τους κανόνες και τις απαγορεύσεις, τον τρόπο έκφρασης κοινωνικών τάξεων και γενεών, την εφηβεία της γενιάς της, των παιδιών της και την αντιδράσεις των γονέων, την εξέλιξη και τα σχήματα των σχέσεων, την ηθική, τη θρησκεία, τα φύλα, την σεξουαλικότητα, τον έρωτα, τους οικογενειακούς δεσμούς, την μητρότητα, τον χωρισμό, τις αμβλώσεις, την φθορά και την ασθένεια, τον θάνατο.

Έτσι το βιβλίο, στην επίπονη διεργασία της καταγραφής και καταχώρησης στην μνήμη, μέσω της γραφής, αποκτά την αξία ενός προσωπικού οδηγού ανάγνωσης της εποχής και της ζωής, όπως την έζησαν η ίδια και άλλοι άνθρωποι στον μικρό και τον μεγάλο κύκλο. Είναι μια σύνθεση ενός χρονικού του σύγχρονου κόσμου, μια προσπάθεια αποτύπωσης των αξιακών κωδίκων και συνισταμένων του συλλογικού – προσωπικού στίγματος, με κάποια από τα εργαλεία της λογοτεχνίας. Με αυτά κατατάσσεται σε ένα υβριδικό είδος αφήγησης, μια autobiograpfie impersonnelle, όπως το χαρακτηρίζει η συγγραφέας.

Τα χρόνια | Αποσπάσματα

« Τα πάντα θα σβήσουν σ’ ένα δευτερόλεπτο. Το λεξικό που φτιάχνουμε από το λίκνο έως τον τάφο θα χαθεί. Σιωπή, και μήτε μια λέξη για να την εκφράσει. Τίποτα δεν θα βγαίνει απ’ το ανοιχτό στόμα. Μήτε το «εγώ» μήτε το «εμένα». Η γλώσσα θα συνεχίσει να μεταμορφώνει τον κόσμο σε λέξεις. Στις κουβέντες γύρω από ένα γιορτινό τραπέζι θα είμαστε απλώς ένα όνομα, ολοένα και πιο πολύ δίχως πρόσωπο, μέχρις ότου εξαφανιστούμε μες στην αχανή ανωνυμία μιας μακρινής γενιάς». Σελ. 20

«Διακατέχεται από τη επιθυμία να συνδράμει πάντα την υλική ευτυχία των παιδιών της, να αντισταθμίζει το άλγος της ζωής που, ενδεχομένως, νιώθουν και για το οποίο νιώθει υπόλογη, εφόσον αυτή τα έφερε στον κόσμο. Έχει συμβιβαστεί με την ιδέα ότι, παρά τα διδακτορικά τους, ζουν με συμβάσεις βραχυπρόθεσμης απασχόλησης, με δουλειές πληρωμένες με το κομμάτι, ακόμα και με επιδόματα ανεργίας, ανάλογα με τους μήνες, σ’ ένα παρόν διαποτισμένο με μουσική, αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές και βιντεοπαιχνίδια, λες και συνεχίζουν επ’ αόριστον να ζουν σαν φοιτητές ή άποροι καλλιτέχνες, σαν μποέμ αλλοτινών εποχών, τόσο μακριά από τη «βολεμένη» ζωή που είχε εκείνη στην ηλικία τους. (Δεν ξέρει αν η κοινωνική ανεμελιά τους είναι πραγματική ή προσποιητή .)». Σελ.285

«Κι εμείς στο κατώφλι της δεκαετίας του ’80, πλησιάζοντας τα σαράντα, μες στην αποκαμωμένη γλυκύτητα που άφηνε η διαιώνιση μιας παράδοσης, κοιτάζοντας ένα ένα τα πρόσωπα των συνδαιτυμόνων που, κόντρα στο φως, έμοιαζαν σκοτεινά, νιώθαμε να μας κυριεύει φευγαλέα η παραδοξότητα της επανάληψης ενός τελετουργικού, στο οποίο τώρα εμείς καταλαμβάναμε τη θέση του κέντρου, ανάμεσα σε δυο γενιές. Ένας ίλιγγος που προκαλεί το αμετάβλητο, θαρρείς και τίποτα δεν είχε μετακινηθεί στην κοινωνία. Μες στις φωνές, οι οποίες αίφνης έμοιαζαν αποκομμένες από τα σώματα, ξέραμε ότι τα οικογενειακά γεύματα ήταν ένα μέρος όπου μπορούσε να σε κυριέψει η τρέλα και ν’ αναποδογυρίσεις το τραπέζι ουρλιάζοντας». Σελ.191

«Σε αντίθεση με την εφηβεία, όταν είχε τη σιγουριά πως δεν ήταν ίδια απ’ τη μια χρονιά στην άλλη, ακόμη κι απ’ τον ένα μήνα στον άλλο, ενώ ο κόσμος γύρω της παρέμενε αμετάβλητος, τώρα είναι εκείνη που νιώθει ακίνητη σ’ έναν κόσμο που τρέχει». Σελ. 332

«Στις αφηγήσεις για το παρελθόν, δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από πολέμους και πείνα». Σελ. 26

«Ακούγαμε τη μυθιστορία της γέννησής μας και της παιδικής μας ηλικίας με μια απροσδιόριστη νοσταλγία, την ίδια που νιώθαμε όταν απαγγέλαμε παθιασμένα το «Θυμήσου Μπαρμπαρά», που είχαμε αντιγράψει σ’ ένα κρυφό λεύκωμα με ποιήματα. Όμως, κάτι το απόμακρο υπήρχε στον τόνο της φωνής τους. Κάτι είχε πεθάνει μαζί με τους παππούδες μας που είχαν ζήσει και τους δυο Πολέμους, το μεγάλωμα παιδιών, την ανοικοδόμηση πόλεων που τώρα ολοκληρωνόταν, την πρόοδο και την αγορά επίπλων με δόσεις. Οι αναμνήσεις από τις στερήσεις της Κατοχής και τα παιδικά χρόνια στην ύπαιθρο έσμιγαν σ’ ένα αλλοτινό παρελθόν. Οι άνθρωποι ήταν βαθιά πεπεισμένοι πως σήμερα ζούσαν καλύτερα». Σελ. 78

« Ήταν ένα ψυχρό νόμισμα, με μικρά καθαρά χαρτονομίσματα, χωρίς εικόνες, μήτε μεταφορές, ένα ευρώ ήταν ένα ευρώ, τελεία και παύλα – ένα νόμισμα σχεδόν εξωπραγματικό, αβαρές και παραπλανητικό, που συρρίκνωνε τις τιμές και έδινε την εντύπωση μιας καθολικής φτήνιας στα μαγαζιά και μιας φτώχειας όταν κοιτούσες το αποδεικτικό μισθοδοσίας. Ήταν τόσο παράξενο να φαντάζεσαι την Ισπανία χωρίς πεσέτες, πλάι στα τάπας και τη σαγκρία, την Ιταλία χωρίς τις εκατό χιλιάδες λιρέτες της για μια νύχτα στο ξενοδοχείο. Δεν υπήρχε χρόνος για τη μελαγχολία περασμένων πραγμάτων». Σελ. 303

«Τώρα είναι καιρός να δώσει μορφή στη μελλοντική της απουσία μέσω της γραφής, να ξεκινήσει το βιβλίο – για την ώρα, ένα σκαρίφημα και χιλιάδες σημειώσεις-, που θα ξετυλίγει τη ζωή της…». Σελ. 337

«Το φεγγάρι, όταν κοιτούσαμε τον νυχτερινό ουρανό, έλαμπε σταθερά πάνω από δισεκατομμύρια ανθρώπους, πάνω από έναν κόσμο του οποίου την απεραντοσύνη και την αέναη βουή νιώθαμε στα τρίσβαθά μας. Η συνείδηση διαστελλόταν απ’ άκρη σ’ άκρη του πλανήτη προς άλλους γαλαξίες. Το άπειρο έπαυε να είναι φανταστικό. Γι’ αυτό μας ήταν αδιανόητο πως κάποια μέρα θα πεθαίναμε». Σελ. 320

Κείμενο Αγγέλα Μάντζιου  | cityportal.gr

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως