Τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς…

Περπατώ μεσημέρι μπροστά από την Εθνική Τράπεζα στη Διαγώνιο και βλέπω μια νεαρή γυναίκα να προσπαθεί να ανεβάσει ένα καρότσι με ένα μωρό μέσα, στο σκαλοπατάκι της εισόδου, κρατώντας ταυτόχρονα ανοιχτή με το πόδι της τη γυάλινη πόρτα, και να ζορίζεται. Κανείς δεν τη βοηθάει ούτε απ’ έξω ούτε από μέσα απ’ την τράπεζα. Πλησιάζω βιαστικά και πιάνω το καρότσι από την έξω μεριά και την βοηθάω να το ανεβάσει. Μου χαμογελάει εγκάρδια και μου λέει «ευχαριστώ
». Μου χρειάζονται κάτι τέτοια για να νιώθω ωραία, τελευταία.
Περιμένω στη στάση Καμάρα το λεωφορείο για να πάω στο σπίτι μετά τη δουλειά. Κοιτάω αφηρημένα ανάμεσα στους αναμένοντες στη στάση, ένα νεαρό, ίσα με 20 χρονών, να κρατάει μια τυρόπιτα τυλιγμένη σε χαρτοπετσέτα και να την τρώει με βουλιμία. Φτάνει ένα λεωφορείο και ο νεαρός μπουκώνεται βιαστικά το υπόλοιπο της τυρόπιτας, πετάει κάτω στην άσφαλτο την χαρτοπετσέτα και πηδάει
πάνω στο λεωφορείο. Τον παρατηρώ να μασάει με αυτάρεσκο ύφος και φαντασιώνομαι πως ανεβαίνω δίπλα του στο λεωφορείο, κρατώντας στο χέρι την χαρτοπετσέτα που μάζεψα κάτω απ’ το δρόμο και του τη χώνω στο στόμα να τη φάει κι αυτή μαζί με την τυρόπιτά που μασουλάει μπουκωμένος. Αλλά μετανιώνω που σκέφτομαι έτσι, παιδί είναι, λέω, και ίσως -κατά τ’ άλλα- καλό παιδί… Οι πόρτες
κλείνουν και το λεωφορείο ξεκινάει.
Στην ίδια στάση παρατηρώ δύο κορίτσια που περιμένουν το λεωφορείο, στρουμπουλά και τα δυο, γύρω στα 16 με 17 χρονών, το ένα ντυμένο ευπρεπώς, το άλλο όμως που έχει την πλάτη γυρισμένη σε μένα, είναι ντυμένο σαν ξέκωλο, με πολύ κοντή φούστα, εφαρμοστό μπλουζάκι
που αφήνει γυμνή την κοιλιά και τα ψωμάκια πάνω από τους γοφούς της. Περνάει ένα κοντός γκριζομάλης, πενηντάρης- εξηντάρης και ολίγον λιγδιάρης, και καρφώνεται απροκάλυπτα, κοιτάει το ξέκωλο από πίσω και μετά και από μπροστά κι εκείνο του ρίχνει μια βιαστική ματιά (πιάνει αμέσως αυτούς που την μπανίζουν).
Αναρωτιέμαι: «Γιατί είναι έτσι ντυμένη, σαν να βγήκε για βίζιτα;». Και μετά: «Δεν έχει κάποιον να της πει: πού πας έτσι βρε κορίτσι μου;». Αλλά σκέφτομαι αμέσως: «Ντροπή! Το κάθε κορίτσι στην εφηβεία ντύνεται όπως γουστάρει, ποιος είσαι εσύ που θα πεις ή ακόμα και θα σκεφτείς, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να φοράει;»
Την ίδια μέρα το πρωί στο λεωφορείο, που κατέβαινα για τη δουλειά, ήμουν καθισμένος στο πίσω μέρος του λεωφορείου σε εκείνες τις θέσεις που είναι ανά δύο αντικριστά, ήμουν στην έξω μεριά, κοιτώντας μπροστά. Στη στάση Θεαγένειο ανέβηκε ένας άντρας γύρω στα εξήντα, φτωχικά ντυμένος, ίσως από την επαρχία, που μου φάνηκε καταβεβλημένος. Σκέφτηκα, μπορεί να είναι συγγενής κάποιου καρκινοπαθούς ή να ήρθε να εξεταστεί ο ίδιος στο νοσοκομείο. Στέκεται όρθιος δίπλα μου, χαμένος στις σκέψεις του και του χτυπάω τον ώμο και τον ρωτάω: «Θέλετε να καθίσετε;» Μου λέει «Όχι, όχι, ευχαριστώ » χαμογελώντας και μου κάνει μια φιλική χειρονομία ευγνωμοσύνης για την προσφορά. Νιώθω ωραία! Απέναντι μου κάθονται ένας νεαρός και μία νεαρή, μάλλον φοιτητές, που αντιλαμβάνονται τη φάση και επειδή δεν προσφέρθηκαν οι ίδιοι να παραχωρήσουν τη θέση τους, κοιτούν προς το τζάμι, δήθεν αφηρημένοι. Νιώθω ακόμα καλύτερα (εγώ ο πενηντάρης)
–απέναντι σε αυτούς τους δυο. Θυμάμαι μια άλλη μέρα στο λεωφορείο, που καθόμουν στην ίδια θέση: από την άλλη μεριά των καθισμάτων και αντικριστά μου, κάθονταν δύο κορίτσια γύρω στα 18, παρέα με ένα αγόρι της ίδιας ηλικίας περίπου, που στεκόταν όρθιο δίπλα τους. Μιλούσαν με κέφι και οίστρο, μισά Ελληνικά με ξενική προφορά και μισά μια άλλη γλώσσα, μάλλον σλάβικα, κυρίως μιλούσε το ένα κορίτσι, ένα παλιομοδίτικα όμορφο κορίτσι, που έκανε αστείους μορφασμούς και χειρονομίες, έκανε και παντομίμες -την χάζευα όσο μπορούσα πιο διακριτικά… Σε μια στάση ανεβαίνει μια νεαρή γυναίκα γύρω στα 25 και στέκεται μπροστά τους. Η κοπέλα με τις παντομίμες
μετά από λίγο την παρατηρεί απορημένη και τη ρωτάει: «Καλέ εσύ, είσαι έγκυος;» Εκείνη κουνάει το κεφάλι καταφατικά και χαμογελάει περήφανη. Και η κοπέλα με τις παντομίμες σηκώνεται σαν ελατήριο και της παραχωρεί τη θέση της. Της λέει: «Συγνώμη, δεν φαινόταν…». Πράγματι δεν της φαινόταν, δεν το πρόσεξα ούτε εγώ. Φτάνω στη γειτονιά μου, κατεβαίνω από το λεωφορείο, περνώ στο απέναντι πεζοδρόμιο και μετά στη διασταύρωση πάω να περάσω στη διάβαση απέναντι, σε ένα μικρότερο δρόμο, μόλις ανάβει το πράσινο. Μου κόβει τη φόρα ένα αυτοκίνητο που στρίβει από το μεγάλο δρόμο και σταματάω απότομα μη με πατήσει. Περνάει, είναι ένα παλιό μοντέλο, βλέπω μέσα τρεις νεαρούς με κοντοκουρεμένα μαλλιά και ύφος «στ’ αρχίδια μας», μου μοιάζουν για Ρωσοποντιόπουλα ή Αλβανόπουλα ή κάτι τέτοιο. Δεν μου δίνουν καμιά σημασία, σαν να μην υπάρχω. Σκέφτομαι ότι δεν θα ξέρουν ότι όταν σε μια στροφή ανάβουν βέλη πορτοκαλί, αυτό σημαίνει ότι στη διάβαση υπάρχει πράσινο για τους πεζούς, οι οποίοι βεβαίως έχουν προτεραιότητα. Έτσι δεν τους κάνω καμιά χειρονομία (για να τους δείξω, ας πούμε, το πράσινο φανάρι
των πεζών). Παιδιά είναι, λέω, και μάλιστα μεταναστών. Το καταπίνω πάλι.

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως