Θέατρο: Κριτική της παράστασης «Η Δεύτερη έκπληξη του έρωτα»

Οι ηθοποιοί της παράστασης

«Η Δεύτερη έκπληξη του έρωτα» Μία λόγια στοχαστική κωμωδία ενορχηστρωμένη με μαγικό τρόπο και με κρυμμένα τα σκηνοθετικά της ευρήματα. (ΚΘΒΕ στο Βασιλικό θέατρο)

Με τα λόγια του υπηρέτη αρχίζει και κλίνει τεχνικά ο κύκλος της παράστασης. Ο διασκεδαστής-υπηρέτης με την γλωσσική υστέρηση, εισέρχεται στο προσκήνιο φλυαρώντας. Πετώντας την (ιατρική) μάσκα του, στην υπόσχεση μιας αποκάλυψης, ενώνει εποχές και χρόνους στον εξελικτικό θεατρικό-κοινωνικό συμβολισμό τους, αποδομώντας με αυτό το τρυκ, το κατ’ εξοχήν μέσον της κωμωδίας, το προσωπείο της μάσκας. Ύστερα βλέπουμε την θλιμμένη μαρκησία να αναστενάζει, εκδηλώνοντας το πένθος της και την υπηρέτριά της να επαναλαμβάνει με διαφορετική διάθεση τον αναστεναγμό, στο σχήμα ηχώ-αντήχηση. Έτσι αρχίζει το έργο, Η δεύτερη έκπληξη του έρωτα, του συγγραφέα Μαριβώ.

«Η Δεύτερη έκπληξη του έρωτα», του Μαριβώ

Η ιστορία αναπτύσσεται ως αγώνας λόγων, παραδοχής και διεκδίκησης (αισθημάτων, φήμης και χρημάτων), γύρω από τρία πρόσωπα: την μαρκησία, τον ιππότη και τον κόμη. Γύρω τους περιστρέφονται οι δύο υπηρέτες και ο αναγνώστης-επιμορφωτής της μαρκησίας.

Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε ήταν σαφής η στόχευση. Το έργο ξετυλίχθηκε ως κωμωδία στοχαστικής διάθεσης. Οι γλωσσικές ξιφομαχίες των επιχειρημάτων αποδόθηκαν με λεπτότητα, υποδηλώνοντας το πνεύμα του συγγραφέα και την εποχή του. Το βασικό θέμα των αισθημάτων του έρωτα, της φιλίας, αλλά και των συνεπαγομένων τους, τα ζητήματα των σχέσεων, των φόβων, των εξαρτήσεων, της μόρφωσης, των κοινωνικών συμβάσεων και των κοινωνικών διαχωρισμών, όλα απεικονίστηκαν με ρυθμό, στην εκλέπτυνση μιας αμφιθυμίας, στην απόκρυψη μιας ειρωνείας, αποτυπώνοντας την Γαλλική αστική κοινωνία του 18ου αιώνα.

Το όχημα της εικονοποιΐας, το θέατρο ως αναπαράσταση, χρησιμοποιώντας τα τεχνάσματα και κάποιες μορφές-τύπους της κωμωδίας όπως της Ιταλικής comedia dell’ arte, (αρλεκίνοι-υπηρέτες, κλπ.) καθώς και το μέσον του λόγου, όπως οι πνευματώδεις συζητήσεις και η ανάπτυξη μιας ναρκισσιστικής φλυαρίας των καλλιτεχνικών σαλονιών, γύρω από το δαιδαλώδες, πολύπλοκο θέμα του έρωτα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και παραθέτει κάποια λογοτεχνικά τεκμήρια (βιβλία ρητορικής-φιλοσοφίας, επιστολές) προκειμένου να χαρτογραφήσει τα ήθη, τους χαρακτήρες, τα αισθήματα και να εξελίξει την θεατρική δράση.

Το σκηνικό της παράστασης – δύσβατο πεδίο εμποδίων- ανέδειξε ένα γκροτέσκ άκομψο στοιχείο, ανασύροντας τον αχαρτογράφητο συνειρμό του υποσυνειδήτου. Τα πρόσωπα κινήθηκαν στις παρεκβάσεις λόγων -και από παραδρόμους- μέχρι να δουν στην ουσία των αισθημάτων τους. Σ’ αυτό το αμφιλεγόμενο σκηνικό (σαλόνι–κήπος δύο γειτονικών οικιών), διασταυρώθηκαν τα λόγια σε διαξιφισμούς, ακκίσματα και πτώσεις, προκειμένου να –μην- μιλήσουν για τα αισθήματά τους.

Η υποβλητική μουσική συνόδεψε τα λόγια, την εικόνα και την κίνηση κάποιων σκηνών, επιτονίζοντας τον διαφορετικό τύπο ανάγνωσης της ηχοτοπίας της κωμωδίας, σε έναν διασκελισμό της δραματουργικής διαχρονίας των μεγάλων έργων της ευρωπαϊκής κληρονομιάς.Σκηνή απο την παράσταση

Οι ηθοποιοί της παράστασης απέδωσαν το πνεύμα του έργου συστήνοντας στις σκηνές του τους θεατρικούς εαυτούς, με γνώση, ευαισθησία, αισθήματα και σκέψεις.

Ο ιππότης (Γιώργος Καύκας), κινήθηκε στην αμφίσημη αίγλη της δραματικής κωμωδίας με πλούσια εκφραστικότητα και ευπλαστότητα ύφους, δίνοντας, στην ιδιαίτερη και ξεχωριστή ερμηνεία του, χαρακτήρα στον ρόλο, καθαρογράφοντας αισθήματα ακριβή με μια μελαγχολική και λεπταίσθητη επίδειξη της ελαφράδας και του γελοίου των εμμονών.

Ο κόμης (Ταξιάρχης Χάνος), ανέδειξε τον αφελή και νωθρό τύπο του αισθηματία με μια ανάλαφρη αίσθηση των μέσων που υιοθέτησε, πειστικός στο σχήμα των ρούχων που έντυσαν τον σωματότυπο του αδρανούς αστού ο οποίος εκπλήσσεται από το πρόσωπο του πόθου του και τον έτερο διεκδικητή-ανταγωνιστή του.

Ο υπηρέτης (Γιώργος Κολοβός), κινήθηκε με άνεση στα διαφορετικά επίπεδα εντός και εκτός ρόλου και με τις γλωσσικές αστοχίες του, υπογράμμισε την ευρηματικότητα και την ζωηρότητα μιας γλώσσας με τονισμένη μουσικότητα στο υπόβαθρο των διπλωματικών ελιγμών της. Η ερμηνεία του είχε την συμπάθεια του βλέμματος προς τον ταπεινό και ανίσχυρο άνθρωπο που διεκδικεί κι αυτός μερίδιο ευτυχίας.

Η μαρκησία (Σταυρούλα Αραμπατζόγλου), κρατήθηκε σθεναρώς στο κέλυφος της διακήρυξης του πένθους της και παράλληλα της μη αποκάλυψης και της μη έκφρασης των αισθημάτων της. Έδωσε δυναμισμό και κάποια χάρη στην γυναικεία υπόθεση των ζητημάτων της καρδιάς, εμπλεκόμενη στις ανατροπές με την σύγχυση των λόγων της, ως την αποκατάσταση και ισορροπία τιμής και αισθημάτων.

Ο αναγνώστης βιβλίων της μαρκησίας (Θέμης Πάνου), σκιαγράφησε τον τύπο του ευνοούμενου καλλιτέχνη της εποχής, με φιγούρες και χαρακτηριστικές στυλιζαρισμένες εκφράσεις.

Η υπηρέτρια της μαρκησίας (Zωή Μυλωνά), κινήθηκε επιτυχώς στο διπολικό υφολογικά σχήμα της ταξικότητας, (λόγω καταγωγής) έναντι της μαρκησίας και της ανωτερότητας, (λόγω κοινωνικής μόρφωσης) έναντι του υπηρέτη.

Τα κοστούμια έδειξαν στις γραμμές τους την εκλέπτυνση, την πολυτέλεια, την αισθητική της εποχής, διακοσμημένα στην χρωματική ζώνη του επίσημου μαύρου (πένθος-ιπποσύνη), στην γκρίζα ζώνη της ενδιάμεσης κατάστασης (υπηρέτες) και των αποχρώσεων της θεατρικής μεταμφίεσης (περούκα, ρούχα, βιβλία) του καλλιτέχνη και του κόμη.

Φωτισμένα τα πρόσωπα, τα σώματα, τα ρούχα, οι αντιδράσεις, όλα τυλίχθηκαν στους καπνούς μιας ατμοσφαιρικής εμπνευσμένης ελκτικής έκλαμψης. Και σ’ αυτά τα σχήματα καπνού, είδαμε και υποδεικτικές ονειρικές σκηνές, όπως ο χορός των υπηρετών και οι συνεχείς αντιμαχίες των λόγων τυλιγμένες σε πέπλα επιχειρημάτων. Όλες οι πλαγιοδρομίες και τα δαιδαλώδη κυνηγητά, προσώπων και αισθημάτων, άγγιξαν εν τέλει χορδές αισθητικών εγγραφών, όπως έδειξε και το θερμό, στο τέλος, επευφημιστικό χειροκρότημα των θεατών.Σκηνή απο την παράσταση


-Η Μαρκησία και ο Ιππότης, αν κινδυνεύουν τελικά από κάτι, είναι τα ίδια τους τα λόγια. Εκπρόσωποι ενός κόσμου που είναι σε αποδρομή (το έργο γράφεται 62 χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση), του κόσμου του «αδρανούς συμφέροντος», όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την αριστοκρατία, στέκουν μπροστά στα αισθήματά τους σαν μπροστά σε ένα κενό. Έχοντας όλο τον χρόνο στη διάθεσή τους να μιλούν, μην «ξέροντας κάποιες φορές τι λένε», όπως ομολογεί η Μαρκησία. Ή, όπως θα ‘λεγε ο Σαίξπηρ (που είναι η κρυφή μεγάλη αγάπη του Μαριβώ), «λόγια, λόγια, λόγια…».

Η ρητορική του αισθήματος υποκαθιστά το αίσθημα και στο φινάλε του έργου οι δυο ήρωες απομένουν σαν άδεια σακιά, στήλες άλατος, μέσα σε ένα μπουρίνι, που κυοφορείτο σε όλη τη διάρκεια του έργου και τώρα ξεσπά (ω, της ειρωνείας!) τη στιγμή που επισφραγίζεται η ένωσή τους. Κι αυτοί, όπως όλοι, πρέπει να τρέξουν να σωθούν. Το μπουρίνι αφ’ ενός δεν είναι παρά η εκδήλωση του βραχυκυκλώματος της γλώσσας, που είναι κεντρικό δραματουργικό στοιχείο όχι μόνο της «Δεύτερης έκπληξης του έρωτα», αλλά του σύνολου έργου του μεγάλου συγγραφέα, που λέγεται Μαριβώ.
(Σημείωση του σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου).

Κριτική της παράστασης «Η Δεύτερη έκπληξη του έρωτα» Άγγελα Μάντζιου

«Η δεύτερη έκπληξη του έρωτα» στο Βασιλικό Θέατρο

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως