tick-tick-boom

Tick Tick... Boom!: Μια ιστορία ενηλικίωσης και ένας Άντριου Γκάρφιλντ για Όσκαρ

Ο Λιν-Μανουέλ Μιράντα έφερε σχεδόν απευθείας από το Μπρόντγουεη στις οθόνες του Netflix, την αυτοβιογραφία ενός καλλιτέχνη με ένα μεγαλεπίβολο όνειρο το οποίο πέτυχε αλλά δεν πρόλαβε να δει. Με καλλιτεχνική μαεστρία και πάνω απ’ όλα σεβασμό και κατανόηση στη νεανική προσωπικότητα μιας ιδιοφυΐας που έφυγε πρόωρα.

Το Tick Tick Boom αφορά την αληθινή ιστορία του Τζόναθαν Λάρσον, ενός συγγραφέα μιούζικαλ, από τους τελευταίους του είδους, όπως αυτοχαρακτηρίζεται ο ίδιος, που παλεύει για να αναγνωριστεί. Η ταινία διαθέτει τρία επίπεδα αφήγησης. Ουσιαστικά βλέπουμε το αυθεντικό μιούζικαλ Tick Tick Boom, δραματοποιημένο. όπως το παρουσίασε ο Τζόναθαν Λάρσον το 1990 σε ένα μικρό θέατρο στη Νέα Υόρκη, ιστορία που περιγράφει άγνωστη αφηγήτρια η οποία μάλιστα δηλώνει ότι «όλα όσα θα ειπωθούν είναι αληθινά, εκτός από αυτά που σκαρφίστηκε ο Λάρσον».

Η αφήγηση ξεκινά με την τραγική κατάληξη της πραγματικότητας: Ο Τζόναθαν Λάρσον πέθανε από καρδιακό επεισόδιο σε ηλικία 36 ετών. Και όχι μια οποιαδήποτε μέρα αλλά μια μέρα πριν την πρεμιέρα του τελευταίου έργου του «Rent», το οποίο παιζόταν για 12 χρόνια και έκανε πολύ μεγάλη επιτυχία, αποτελώντας ένα από τα μακροβιότερα μιούζικαλ που παίχτηκαν στις σκηνές του Μπρόντγουεη αλλάζοντας ομολογουμένως τον ορισμό και την ταυτότητα των μιούζικαλ.

Η ταινία λοιπόν από την αρχή βαραίνει τους θεατές με την τραγικότητα του τέλους της, εξαϋλώνοντας τις όποιες ελπίδες για happy end, κάτι που στη διάρκεια της ταινίας ξεχνάς ή τουλάχιστον εύχεσαι να είχες ξεχάσει, επιζητώντας μανιωδώς τη λύτρωση του Λάρσον. Γιατί ο Λάρσον πέτυχε το μεγαλύτερο όνειρό του αλλά με μεγάλη ειρωνεία δεν έζησε για να το δει. Χαρακτηριστικό είναι ότι κέρδισε πολλά βραβεία μετά θάνατον, συμπεριλαμβανομένων ενός Πούλιτζερ και ένα Tony Award αλλά κανένα όσο ήταν εν ζωή πέρα από κάποια, αναμφισβήτητα σημαντικά, εγκώμια.

Λίγο πριν κλείσει τα 30 λοιπόν, ο Τζόναθαν περνάει κρίση ηλικίας καθώς τελειώνει η νεότητα και ο ίδιος δεν έχει πετύχει τίποτα απ’ όσα θα ήθελε. Είναι σερβιτόρος στο Moondance Dinner και δουλεύει εδώ και 8 χρόνια πάνω σε ένα μιούζικαλ ονόματι Superbia το οποίο τώρα έχει ευκαιρία να παρουσιάσει για πρώτη φορά μπροστά σε παραγωγούς.

Η ζωή του χωρίζεται ανάμεσα στο εστιατόριο, τα όνειρά του, τις παρέες του και την κοπέλα του, Σούζαν. Προσπαθεί να τα προλάβει όλα και να τους χωρέσει όλους υπερ-πιστεύοντας στον εαυτό του σαν ένα μικρό παιδί, ζωηρό και αναβλητικό με ατέλειωτη δίψα για ζωή.

Μέσα σε μια ατελείωτη σύνθεση, η ζωή του Λάρσον ξετυλίγεται μπροστά μας σαν ένα μεγάλο τραγούδι προκαλώντας μας συγκίνηση και πολλά συναισθήματα, χωρίς όμως η ίδια να γίνεται βαριά ή «δύσκολη» ταινία: Η έμφυτη ανάγκη του καλλιτέχνη να ξεχωρίσει και παράλληλα να μπορέσει να ζήσει μια κανονική -νεανική- ζωή αντιμάχονται μα ο Τζόναθαν ποτέ δε τα παρατάει. Ως νέος και αφελής, θέλει να τα κάνει όλα -εκτός από το να γίνει 30- και ας αποτυγχάνει συνεχώς. Και εκεί τελικά αναδύεται η ματαιότητα: Γιατί ποια η ουσία να πετύχεις τα όνειρα σου αν δε το δεις; Ποια η ουσία να γίνεις αυτό που πάντα ήθελες αν δεν το μάθεις ποτέ; Μια ματαιότητα που ο Λάρσον ποτέ δεν αποδέχτηκε, καθώς ποτέ δεν τα παράτησε παρά τις απογοητεύσεις που βίωνε, παρά τα όσα του έλεγαν, και ας τελικά τον επιστέγασε.

Πέντε καλές λέξεις από το ίνδαλμα του, τον Στίβεν Σόντχαιμ, -θεατρικό συγγραφέα μιούζικαλ που ανέβασε την πρώτη του παράσταση στα 27 του και αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση και σύγκριση για τον Λάρσον- ήταν αρκετές για να τον κάνουν να συνεχίσει, όπως στον καθένα που ψάχνει λόγους και αφορμές για να μη πιστέψει στο μάταιο.

Ο Λάρσον θυσιάζει τα πάντα για το μιούζικαλ, μαλώνει με τον φίλο του και την κοπέλα του, αφήνει τη ζωή του να οδεύσει προς τη διάλυση πιστεύοντας πως όλα θα αλλάξουν μόλις έρθει η αναγνώριση που γι’ αυτόν είναι μονόδρομος. Γίνεται εγωπαθής και αναβλητικός που μοιάζει να τυφλώνεται: χαρακτηριστική η σκηνή με την Σούζαν, την οποία αποφεύγει θεωρώντας ότι θα του ζητήσει να φύγει μαζί της ενώ εκείνη θέλει απλά να της ζητήσει να μείνει – σκηνή που ο Μιράντα δίνει με ένα, υπέροχο κατά τη γνώμη μου, πάντρεμα τραγουδιού και διαλόγου, εξηγώντας μέσα από το τραγούδι τα συναισθήματα που νιώθουν οι πρωταγωνιστές κατά τη διάρκεια ενός αχρείαστου αλλά αποκαλυπτικού καβγά.

Η αντίστροφη μέτρηση για το τέλος της νεότητας είναι αυτό που βαραίνει και κυνηγά τον Λάρσον αλλά δε συνειδητοποιεί, εύκολα τουλάχιστον, πως αυτό συμβαίνει και για όλο τον περίγυρό του: ο χρόνος μετρά αντίστροφα για τον κολλητό του που διαγνώστηκε με AIDS, για τη σχέση του με τη Σούζαν η οποία πρέπει να απαντήσει για μια δουλειά μακριά από τη Νέα Υόρκη και για τον συνάδελφό του ο οποίος παλεύει με τον καρκίνο. Απορροφάται στη δική του αντίστροφη μέτρηση μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι το ρολόι προχωρά για όλους όχι μόνο γι’ αυτόν.

Το μεγάλο χαστούκι έρχεται όταν παρουσιάζει επιτέλους το Superbia. Η αναγνώριση έρχεται, το μιούζικαλ εκθειάζεται από τους κριτικούς αλλά τελικά θεωρείται «πολύ κουλτουριάρικο» για να ανέβει στο Μπρόντγουεη. Όλα αυτά τα χρόνια πήγαν στράφι αφού τα καλά λόγια δεν αποφέρουν χρήματα και το «είσαι πολύ καλός αλλά…» που τον καταρρακώνει.

Η αφυπνιστική συζήτηση με τη μάνατζερ του, τον κάνει να επανανοηματοδοτήσει τον σκοπό του και να φτάσει σε μια σκληρή συνειδητοποίηση: Και τι κάνεις τώρα; Ξεκινάς να γράφεις το επόμενο, και μετά το επόμενο και αυτό κάνει ένας συγγραφέας, γράφει και συνεχίζει να γράφει μέχρι το τέλος περιμένοντας κάποτε να αναγνωριστεί.

Ο Λιν-Μανουέλ Μιράντα, πετυχημένος σκηνοθέτης στο Μπρόντγουεη, κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με το Tick Tick Boom και δείχνει να ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Η αφήγηση προχωρά κινηματογραφικά και χωρίς τη μουσική μα τα τραγούδια έχουν ρόλο επεξηγηματικό και είναι αυτά που αποκαλύπτουν τα συναισθήματα και εν τέλει την ολοκληρώνουν.

Μέσα από το Tick Tick Boom, ο Μιράντα μας δίνει όλη τη φιλοσοφία της Bohemia που ο Λάρσον έχει ασπαστεί, μας κάνει να γνωρίσουμε τη ζωή και τις επιρροές ενός συγγραφέα ο οποίος έψαχνε τον εαυτό του σε λάθος μέρη και έκανε επιτυχία όταν ακολούθησε την τελευταία και καθοριστική συμβουλή της μάνατζέρ του: όταν έγραψε δηλαδή για αυτά που ήξερε. Όταν δηλαδή έστρεψε το φακό στους άλλους, μακριά από αυτόν και την εγωπάθεια του καλλιτέχνη του και τότε κατάφερε να γίνει πραγματικός καλλιτέχνης: Όταν είδε τον κόσμο γύρω του και κατάφερε να πει την αλήθεια που ήξερε και υπήρχε αντί της αλήθειας που τόσο απεγνωσμένα έψαχνε θέλοντας να φωνάξει ότι η ζωή συμβαίνει τώρα και δεν την πρέπει να την περιμένεις να συμβεί και ότι η τέχνη δεν είναι τίποτα άλλο από απλά ο αντικατοπτρισμός της. Ο Λάρσον γίνεται πραγματικός καλλιτέχνης όταν ασχολείται με τα πραγματικά προβλήματα και όχι με αυτά που ο ίδιος δημιουργούσε. Χαρακτηριστικό είναι ότι το Rent, το magnum opus του, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος βλέπει τα μιούζικαλ, δείχνοντας αφενός ότι η ροκ μπορεί να ενταχθεί πολύ φυσικά σε μιούζικαλ και αφετέρου πραγματευόμενος προβλήματα του κόσμου του που για την εποχή του ήταν ακόμα ταμπού, όπως η Bohemia, η ομοφυλοφιλία και το AIDS.

Έτσι ο Λάρσον γίνεται τελικά 30 και ενηλικιώνεται μέσα από μια ιστορία πάθους, απόγνωσης, αμφισβήτησης και αποτυχίας που τελικά καταλήγει σε μια μεγάλη νίκη – και ας είναι μάταια. Εξάλλου ακόμα και η ματαιότητα είναι υποκειμενική.

Ο Μιράντα ανέλυσε τη προσωπικότητα του Λάρσον και τους στίχους του αναμειγνύοντας με εξαιρετική μαεστρία όλα αυτά τα υλικά που χρειάζεται μια ταινία και μια θεατρική παράσταση, με σεβασμό και στις δύο μορφές, εντάσσοντας την κινηματογραφική αφήγηση στο μιούζικαλ του Λάρσον. Το Tick Tick Boom είναι ουσιαστικά μια ιστορία ενηλικίωσης, ένα κυνήγι για το άπιαστο, τον άκρατο ενθουσιασμό και τη νεανική αφέλεια και τέλος την βαθιά τραγικότητα της ζωής.

Ο Άντριου Γκάρφιλντ κατάφερε να βρει έναν άλλον εαυτό στο πρόσωπο του Λάρσον, χαρίζοντας την πιο ώριμη ερμηνεία της καριέρας του με τον ενθουσιασμό, το πάθος και την ενσυναίσθηση που αρμόζει σε έναν τέτοιο καλλιτέχνη και γίνεται επάξιος διεκδικητής του Όσκαρ Α’ Άνδρικού, τιμή την οποία σίγουρα κέρδισε και του αξίζει.

 

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως