{ Βιβλία }

«Το αστείο» - Μίλαν Κούντερα | Κριτική

Βιβλιοκριτική Άγγελα Μάντζιου


Κατηγορίες: Παρουσιάσεις βιβλίων

«Το αστείο» - Μίλαν Κούντερα | Κριτική

«Το αστείο» - Μίλαν Κούντερα, σε μετάφραση από την αναθεωρημένη, γαλλική έκδοση | Βιβλιοκριτική της Άγγελας Μάντζιου

«Το αστείο» 
Συγγραφέας: Μίλαν Κούντερα 
 Εκδόσεις Εστία
 ISBN: 9789600510225
 Αριθμός Σελίδων: 404 
Σκληρό εξώφυλλο
Μετάφραση: (από την αναθεωρημένη, γαλλική έκδοση)Χάρης Η. Γιάννης
Έτος Έκδοσης: 9η έκδοση 2012
 
Μυθιστόρημα πολυεπίπεδης εστίασης, πολιτικής κυρίως διάστασης,  στην αφηγηματική του πλοκή, εξετάζει την σχέση του ατόμου και της ομάδας στην συγκυρία  γεγονότων  τα οποία διαμόρφωσαν την επίσημη Ιστορία μιας χώρας και καθόρισαν τη ζωή κάποιων  νέων ανθρώπων. Τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα την εποχή «της άνοιξης της Πράγας» και του τερματισμού της εξέγερσης με την εισβολή των ρώσικων τανκς. Αυτό είναι το ιστορικό-πολιτικό φόντο του μυθιστορήματος. 
 
Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος φέρουν τα ονόματα, Λούντβιχ, Έλενα,  Γιάροσλαβ,  Κόστκα, Πάβελ Ζεμάνεκ. Γύρω τους υπάρχει ένα πλήθος ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται  μεταξύ τους με  δεσμούς κοινωνικούς, πολιτικούς, συναισθηματικούς, συνθέτοντας ένα μωσαϊκό ιστοριών και  μια τοιχογραφία της εποχής εκείνης. 
Ο κύριος αφηγητής  είναι ο Λούντβιχ. Όμως στην αφηγηματική γραμμή της ιστορίας του, παρεμβάλλονται φωνές και οπτικές και των άλλων προσώπων, είτε άμεσα ως εσωτερικοί μονόλογοι, εξομολογήσεις, είτε έμμεσα ως πλάγιοι διάλογοι συζητήσεων και  αναδιηγήσεις  συμβάντων που συνδέουν τις τύχες των πρωταγωνιστών, συνθέτοντας το σκηνικό  μιας καταστροφής με μια αίσθηση γενικευμένης απογοήτευσης, αποτυχίας, παραλογισμού και γελοιότητας.
 
Η εξιστόρηση γίνεται σε υστερόχρονο χρόνο, όταν έχει ήδη περάσει αρκετός καιρός από την τέλεση των γεγονότων. Στην  αισθητική δομή κινηματογραφικών πλάνων με θεατρικούς διαλόγους, αποκαλύπτονται πτυχές και σκηνές ζωής του παρελθόντος, αναβιώνοντας στον παρόντα χρόνο αισθήματα για συντελεσμένες πράξεις μοιραίων επιπτώσεων.
 
Όλα ξεκινούν από μια ερωτική ιστορία- απόπειρα ενός φλερτ- και  ένα αστείο. Ο Λούντβιχ είναι δευτεροετής φοιτητής στο πανεπιστήμιο της Πράγας και πολιορκεί την Μαρκέτα, μια φοιτήτρια, η οποία δεν έχει καμία αίσθηση του χιούμορ και τα παίρνει όλα στα σοβαρά.  Σε ένα ενθουσιώδες γράμμα της, του μεταφέρει τις εντυπώσεις από την συμμετοχή της σε ένα επιμορφωτικό σεμινάριο του κόμματος στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών. Εκείνος, απογοητευμένος, επειδή  περίμενε να περάσουν μαζί αυτές τις διακοπές στην πόλη της Πράγας, για να την πειράξει, της στέλνει μία κάρτα όπου της γράφει τις φράσεις, «Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού! Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία. Ζήτω ο Τρότσκι!»(Σελ. 48) 
 
Η Μαρκέτα απαντά στην κάρτα αυτή με δυο τρία λόγια αλλά στη συνέχεια τον αποφεύγει και δεν απαντάει στα γράμματά του. Εκείνος της γράφει κι άλλα γράμματα εκφράζοντας τα συναισθήματα και το μελαγχολικό πάθος του, έως ότου τον καλούν σε απολογία για το περιεχόμενο εκείνης  της κάρτας. Η προσπάθεια να πείσει την επιτροπή ότι το περιεχόμενο της κάρτας ήταν απλά ένα αστείο που αφορά αυτόν και την φίλη του και δεν έχει να κάνει με κριτική και αμφισβήτηση  του κόμματος, πέφτει στο κενό. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν την ανάκριση αναλαμβάνει ένας συμφοιτητής του, ο οποίος, αν και τον γνωρίζει ως χαρακτήρα, εισηγείται την διαγραφή του από το κόμμα και από το πανεπιστήμιο. Στέλνεται έτσι ως στρατιώτης σε τάγμα ανεπιθύμητων να δουλέψει στα ορυχεία όπου θα παραμείνει «οικειοθελώς» και μετά την λήξη της θητείας του. Αυτό το γεγονός θα στιγματίσει την ζωή του ήρωα και θα ανατρέψει τα όνειρά του. Η  τιμωρία και η αποπομπή από το πανεπιστήμιο θα αλλάξουν τη ρότα της ζωής του.
 
Η εξιστόρηση του βιβλίου  αρχίζει χρόνια μετά, όταν ο Λούντβιχ  επισκέπτεται την γενέτειρά του, σε μια προσπάθεια να ξαναθυμηθεί και να εφαρμόσει ένα σχέδιο εκδίκησης. Θα συναντήσει τα παλιά γνώριμα πρόσωπα σε ένα τοπίο επαρχιακό και παρηκμασμένο. Το σχέδιο της εκδίκησης περιλαμβάνει την ταπείνωση του παλιού συμφοιτητή Ζεμάνεκ, μέσω της προσβολής της Έλενας, της γυναίκας του. Όμως η προσβολή παίρνει μια διαφορετική τροπή και  δεν έχει το αναμενόμενο αποτέλεσμα. 
Στο σκηνικό παρελαύνουν και  άλλα πρόσωπα, φίλοι από τα νεανικά φοιτητικά χρόνια και η ιστορία εκείνης της εποχής ξεδιπλώνεται  στα αδρά της χαρακτηριστικά, ως χρονικό δραματικών καταστάσεων, σημαντικών και ασήμαντων στιγμών, όταν το άτομο γίνεται μάρτυρας της ιστορίας του, περιθώριο της επίσημης  Ιστορίας. 
 
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε επτά μέρη και αυτά  φέρουν ως τίτλο τα ονόματα των ηρώων. Κάθε μέρος έχει αριθμημένα κεφάλαια, εκτός από το Πρώτο Μέρος με τον τίτλο, Λούντβιχ. Το Δεύτερο Μέρος, Έλενα, έχει 3 κεφάλαια,  το Τρίτο Μέρος, Λούντβιχ, έχει 14  κεφάλαια, το Τέταρτο Μέρος, Γιάροσλαβ, έχει 10 κεφάλαια, το Πέμπτο Μέρος, Λούντβιχ, έχει 5 κεφάλαια, το Έκτο Μέρος, Κόστκα, έχει 20 κεφάλαια και το Έβδομο Μέρος, Λούντβιχ-Γιάροσλαβ-Έλενα, έχει 19 κεφάλαια.
Διάχυτη  είναι  η αίσθηση του χιούμορ, ενός ιδιότυπου, σαρκαστικού και πικρού χιούμορ, το οποίο αποτελεί σημείο αναφοράς της γραφής και του ύφους του συγγραφέα Κούντερα, διακριτό και στα άλλα του μυθιστορήματα. (Το χιούμορ ως στοιχείο χαρακτηριστικό των μεγάλων έργων της λογοτεχνίας, μια  άποψη που ο ίδιος υποστηρίζει μελετώντας τις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού κυρίως μυθιστορήματος). 
 
Τα  γεγονότα περιγράφονται εξομολογητικά και με ένταση, με  κριτική διάθεση αλλά παράλληλα  και με ανάλαφρο ύφος. Ζωηρές  σκέψεις και παρατηρήσεις γύρω από θεμελιώδη ζητήματα, συμπυκνώνουν φιλοσοφικά μια θεωρία μυθιστορήματος,  ζωής και τέχνης, αποκαλύπτοντας έναν ιδιοφυή και ιδιαίτερο συγγραφέα. Στην θεωρία του μυθιστορήματος, προστίθεται και ο προβληματισμός της  αξίας της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς, στην σύγκριση  λαών και εθνών τα οποία βρίσκονται στην περιφέρεια στον χώρο της ανατολικής Ευρώπης.
 
Οι περιγραφές του τοπίου και των ανθρώπων δίνονται με καίριες αναφορές και οι  διεισδυτικές, λεπτές παρατηρήσεις σχολιάζουν συμπεριφορές, συνήθειες και καταστάσεις, παγιωμένες ως συλλογικές νοοτροπίες χαρακτηριστικών  χειρονομιών. 
 
Ήθη και έθιμα, ο λαϊκός πολιτισμός, η μουσική, οι παραδοσιακοί χοροί, τα μοραβίτικα τραγούδια, η ζωγραφική,  χαρακτηριστικές εκφράσεις, ποιήματα και σύμβολα των παλιών χρόνων, το ανέμελο ύφος, η ομορφιά, η επαρχιακή ζωή,  αποτελούν άξονες προβολής της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας. Παρεμβάλλονται  ως μοτίβα -εικόνες στη ροή της εξιστόρησης, απηχώντας στοχασμούς με μια αίσθηση νοσταλγίας για όλα εκείνα τα στοιχεία ταυτότητας που χάνονται και θα τα σκεπάσει το πέπλο της λήθης. 
 
Μέσα  από τον καμβά του μυθιστορήματος αναδύονται τα θέματα της ελευθερίας της έκφρασης, της πολιτικής διαπαιδαγώγησης, της κομματικής πειθαρχίας, της θεωρίας και  πράξης, του αυταρχισμού,  του ελέγχου,  της εξουσίας, των ιδεολογιών, των ιδεών του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού, των προτύπων και των στερεοτύπων, της ταυτότητας, της αισθητικής, της ζωής, της τέχνης, των σχέσεων, των επιρροών και των επιλογών, της τυχαιότητας, των ανατροπών  της στιγμής ενός συμβάντος το οποίο γίνεται  Ιστορία. Ψηφίδα  την ψηφίδα αναδεύονται όλες οι πτυχές της ζωής του κεντρικού ήρωα,  η απομόνωση στο στρατόπεδο και στο ορυχείο, η μοναξιά, η αναζήτηση του έρωτα, η διαπάλη των ιδεών στο πεδίο του ψυχαναγκασμού και  των  άξεστων τρόπων, του πειθαναγκασμού και της καταστολής της αντίδρασης, της περιφρόνησης  της νιότης.
 
Αυτά τα στοιχεία  μπλέκονται στην φάρσα της ιστορίας του αστείου,  όπως μας την αφηγείται με έναν βιωματικό παλμό ειλικρίνειας και ωριμότητας ο συγγραφέας, καθιστώντας διαχρονικό και επίκαιρο το στίγμα του νοήματος του μυθιστορήματος. 
(Το αστείο, του συγγραφέα Μίλαν Κούντερα, γράφτηκε το 1965 και εκδόθηκε το 1967 στην Τσεχοσλοβακία. Στη χώρα μας κυκλοφόρησε το 1971. Η νέα μετάφραση βασίστηκε στην αναθεωρημένη  και οριστική έκδοση του έργου στα Γαλλικά από τον συγγραφέα).

«Το αστείο» - Μίλαν Κούντερα - Αποσπάσματα

«Ήταν η πρώτη χρονιά μετά τον Φεβρουάριο του 48· είχε αρχίσει μια καινούργια ζωή, πραγματικά διαφορετική, που τα χαρακτηριστικά της, έτσι όπως τα θυμάμαι τώρα, είχαν μια άκαμπτη σοβαρότητα· το περίεργο είναι ότι αυτή η σοβαρότητα δεν είχε τίποτα το σκυθρωπό, ίσα ίσα εμφανιζόταν χαμογελαστή· ναι, τα χρόνια εκείνα μας παρουσιάζονταν σαν τα πιο χαρούμενα από όλα τα άλλα, κι όποιος δεν αγαλλιούσε, στρεφόταν αμέσως πάνω του η υποψία ότι θρηνεί τη νίκη της εργατικής τάξης ή (εξίσου σπουδαίο αμάρτημα) ότι είναι ατομιστής βυθισμένος στις προσωπικές του στενοχώριες». Σελ. 43-44
 
«Αλλά ποιος πραγματικά ήμουν; Οφείλω  να το ξαναπώ: Ήμουν κάποιος με πολλά πρόσωπα. Στις συνελεύσεις ήμουν σοβαρός, γεμάτος ζήλο και ενθουσιασμό· με την παρέα μου αυθόρμητος και πειραχτήρι· με τη Μαρκέτα, απελπιστικά κυνικός και επιτηδευμένος· κι όταν έμενα μόνος (και σκεφτόμουν τη Μαρκέτα) ήμουν όλο ανασφάλεια και ταραγμένος σαν γυμνασιόπαιδο». Σελ. 46
«Όταν παίζει η μουσική, εμείς ακούμε τη μελωδία και ξεχνούμε πως πρόκειται για  μία από τις μορφές του χρόνου· σωπαίνει η ορχήστρα, και τότε ακούμε το χρόνο,  τον ίδιο το χρόνο. Εγώ ζούσα σε παύση». Σελ. 74
 
«Τον 17ο και τον 18ο αιώνα το τσέχικο έθνος έπαψε, κατά κάποιον τρόπο, να υπάρχει. Τον 19ο ουσιαστικά ξαναγεννήθηκε. Ανάμεσα στα παλιά ευρωπαϊκά έθνη  ήταν παιδί. Είχε βεβαίως το ένδοξο παρελθόν του, απο το οποίο όμως το χώριζε  ένα χάσμα διακοσίων ετών. Στο διάστημα αυτό η τσέχικη γλώσσα από τις πόλεις κατέφυγε στην επαρχία, κι ανήκε πλέον μόνο στους αγράμματους. Αλλά κι ανάμεσα σε αυτούς εξακολούθησε να δημιουργεί τον δικό της πολιτισμό. Έναν  ταπεινό πολιτισμό, κρυμμένο εντελώς από τα μάτια της Ευρώπης. Πολιτισμό των τραγουδιών, των παραμυθιών, των παμπάλαιων ηθών και εθίμων, των παροιμιών και των γνωμικών. Το  μοναδικό γεφύρι πάνω απο το χάσμα των διακοσίων ετών». Σελ. 169 
 
«Δεν πίστευα στα αυτιά μου και δεν ήξερα τι να πω. Αλλά κι ο Λούντβιχ, δεν ήθελε να τον λυπούνται, και άλλαξε αμέσως κουβέντα. Το συγκρότημά μας έφευγε σε δεκαπέντε μέρες  για μια μεγάλη περιοδεία στο εξωτερικό. Κι εμείς οι επαρχιώτες το περιμέναμε  αυτό πώς και πώς. Ο Λούντβιχ άρχισε να με ρωτάει για το ταξίδι. Τότε θυμήθηκα που από μικρός ονειρευόταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό, αλλά  τώρα δε θα μπορούσε πια να φύγει. Την εποχή εκείνη όσοι είχαν στιγματιστεί πολιτικά δεν μπορούσαν να βγουν από τα σύνορα». Σελ. 197-198 
 
«Ήδη σήμερα η Ιστορία δεν είναι άλλο από το λεπτό νήμα αυτών που θυμόμαστε πάνω απο τον ωκεανό αυτών που ξεχάσαμε, περνάει όμως ο καιρός και θα ερθει η εποχή των χιλιετιών, που η μη επεκτάσιμη μνήμη των ανθρώπων δε θα μπορεί πια να τη χωρέσει· έτσι, θα εξαφανιστούν αιώνες ολόκληροι και χιλιετίες, αιώνες ζωγραφικής και μουσικής, αιώνες ανακαλύψεων, πολέμων, βιβλίων, και θα είναι φοβερό αυτό, γιατί ο άνθρωπος θα χάσει την αίσθηση του εαυτού του, και η ιστορία του, ασύλληπτη, αχώρητη, θα συρρικνωθεί σε μερικά τυποποιημένα σύμβολα, γυμνά από νόημα. Χιλιάδες κωφάλαλες Ιππασίες των Βασιλέων θα κινήσουν, με τα λυπητερά και ακατάληπτα μηνύματά τους, και κανένας δε θα έχει το χρόνο να τα ακούσει». Σελ. 372 
 
 «Κι αν σκαρώνει και η Ιστορία αστεία; Τότε κατάλαβα πως δεν είναι δυνατόν να ακυρώσω εγώ το δικό μου αστείο, αφού εγώ ο ίδιος κι όλη μου η ζωή συμπεριλαμβανόμαστε σε ένα αστείο πολύ μεγαλύτερο (για μένα ακατανόητο) και εντελώς αμετάκλητο». Σελ.366
 
«Ναι, ξαφνικά το έβλεπα καθαρά: οι περισσότεροι άνθρωποι εγκαταλείπονται στην πλάνη μιας διπλής πίστης: πιστεύουν στην αιώνια μνήμη των ανθρώπων, των πραγμάτων, των πράξεων, των εθνών) και στη δυνατότητα επανόρθωσης (των πράξεων, των σφαλμάτων, των αμαρτιών, των αδικιών). Λάθος και  η μία και η άλλη. Η αλήθεια είναι ακριβώς το αντίθετο: τα πάντα θα ξεχαστούν και τίποτα  δε θα επανορθωθεί. Την υπόθεση της επανόρθωσης (με την εκδίκηση ή με τη συγνώμη) θα την αναλάβει η λήθη. Κανένας δε θα  επανορθώσει τις αδικίες που έγιναν· αντίθετα, όλες οι αδικίες θα ξεχαστούν». Σελ. 373
 
«…όχι, δε θέλω να ξεφύγω απο τη μοίρα μου,  από την ηλικία μου, έστω κι αν τα τριάντα εφτά μου χρόνια αντιπροσωπεύουν μονάχα ένα απειροελάχιστο και εφήμερο κομμάτι μιας εποχής που ήδη την ξεχνάμε, που την ξεχάσαμε». Σελ. 353 

cityportal.gr | «Το αστείο» - Μίλαν Κούντερα | Κριτική Άγγελα Μάντζιου
 
 
 
 





 



TOP 10 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ