«Το θείο τραγί» από την ομάδα «Γκραν Γκινιόλ» | Κριτική

«Το θείο τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα από την ομάδα «Γκραν Γκινιόλ» στη «Μικρή Σκηνή» Θεσσαλονίκης. Κριτική παράστασης Παύλος Λεμοντζής


 

Πρόλογος

«Ξέρετε πώς περπατάνε στη γη; να, πηγαίνουν· τίποτ’ άλλο· πηγαίνουν σε προϋπαντάνε τα όρια σε ακολουθάν πίσω οι δρόμοι -οι πολιτείες- σού τραγουδάνε βαθιά. Έχει ένα χτύπο το χάος· έχει ένα σφυγμό το κενό· και μόνο οι ώρες σωπαίνουν· και μόνο οι καιροί δε μιλούν. Η αιωνιότη σε κοιτάζει και σκέφτεται· τα πλάτη, οι απόστασες, είναι αφιερωμένα στο βάδι σου· αναθυμιάζει μ’ ευλάβεια κατ’ απ’ το βήμα σου η γη.

»Έτσι πάνε· όλο ίσα και ντρίτα· άκρη-άκρη στις σιδεροτροχιές, στα ποτάμια, άκρη-άκρη στους ωραίος γιαλούς· πάντα δημοσιά κι όλο κάμπο· δεν ανεβοκατεβαίνουν τα βήματα, δεν παν οι στράτες λοξά· για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη, να εξελίσσονται οι θάλασσες· η καμπύλη, η ευθεία, αλλά τί καμπύλη; Όση η γη. Και τι ευθεία; Όσο ατέρμονη είναι η πλήξη των όρνιων και το τέρμα των τραίνων που κουβαλάν το χιονιά… κι ο κόσμος αργά· η αιωνιότη πιστώνει».

Γραμμένο το 1931 και δημοσιευμένο στις αρχές του 1933 το “Θείο Τραγί” αποτελεί το σημείο εκκίνησης της νεωτερικής γραφής του Γιάννη Σκαρίμπα, αφού εμπεριέχει, προδρομικά, τα περισσότερα από τα στοιχεία εκείνα που θα εξελιχθούν και θα αποτελέσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γραφής του συγγραφέα.

Σήμερα, 91 χρόνια μετά τη γέννησή του, το “Θείο Τραγί” εξακολουθεί να αποτελεί ένα νεωτερικό μυθιστόρημα, λόγω της αφηγηματικής του τεχνικής και της αναρχικής του γραφής, αλλά κυρίως, λόγω του ιδιότυπου πρωταγωνιστή, ο οποίος είναι κατά πολύ συγγενικός με τον τύπο του ήρωα που ξεπήδησε στην Αμερική, τριάντα χρόνια αργότερα, από το κίνημα των Beats.

Υπόθεση

«Κύριος; Ας γελάσω… συνάδελφε! Ας ξαναγελάσω αδερφέ μου και όμοιέ μου, αντίγραφο (που να μη μου βασκαθείς) του εαυτού μου.

Από «Κυρίους» είναι γεμάτη η πλάση, ενώ η παλιανθρωπιά είναι κάτι το πολύ ακριβό! εγώ δεν γνώρισ’ ακόμα μήτ’ έναν που να μολογήσει έστω και εμπιστευτικά πως είναι παλιάνθρωπος ή τουλάιστο να το παραδεχτεί τέτοιο πράμα˙ είναι τόσο ακριβό, τόσο σπάνιο τούτο το είδος που αν πεις σ’ έναν όποιονε πως είσαι παλιάνθρωπος, είναι καλός να ζηλέψει˙ πιο καλά τόχει να σε περνάει για τρελλό πάρεξ να το πιστέψει πως τόχεις. Ενώ για «Κύριος» ποιος θάχε αντίρρηση; Ψέμα πως τον παπά δεν τον κάνουν τα ράσα».

Ο ήρωας που ονομάζεται Γιάννης, συνονόματος του συγγραφέα , επέλεξε συνειδητά τον ρόλο του περιπλανώμενου αλήτη, παρά την παιδεία που φαίνεται ότι διαθέτει.

Μετά από πολλές περιπλανήσεις επιστρέφει στα πάτρια εδάφη, συναντά την αδερφή του και, κατόπιν, μένει για κάμποσο καιρό στο αρχοντικό, όπου ζει ένας παλιός ανεκπλήρωτος έρωτας.

Η διεισδυτική ματιά του αφηγητή Γιάννη εμπλέκεται στην καθημερινότητα, χαρίζοντάς μας στιγμές επίγνωσης του ανθρώπινου γίγνεσθαι. Αποφασίζει να αναχωρήσει αφήνοντας πίσω του μια καινούργια ζωή και βαδίζει προς τον δρόμο της επιθυμίας και της επιλογής του.

Ο συγγραφέας

Ιδιότυπος ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, που χρονικά μόνο τοποθετείται στη γενιά του τριάντα. Ο Γιάννης Σκαρίμπας αποτελεί μια μοναχική περίπτωση στα ελληνικά γράμματα, ένας «διάττων αστέρας», όπως χαρακτηρίστηκε, που αγνοήθηκε για πολλά χρόνια από τη φιλολογική επιστήμη στην χώρα μας (ο Κ. Δημαράς ούτε καν τον αναφέρει στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας»).

Υπήρξε ένας από τους εισηγητές του παράδοξου στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας αλλά και του θεάτρου. Πολλοί μάλιστα μελετητές τον θεωρούν ως τον πρώτο έλληνα θεατρικό συγγραφέα του παραλόγου. Η πεζογραφική παραγωγή του χαρακτηρίζεται από την αναγωγή της γλώσσας σε κυρίαρχο στοιχείο της, μέσω της συστηματικής εξάρθρωσής της (τεχνική που παραπέμπει στο σουρεαλισμό) και την τοποθέτηση της πλοκής στο επίπεδο του προσχήματος. Παράλληλα και συμπληρωματικά στην πρωτοποριακή γραφή του κινείται και το ποιητικό του έργο.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε στο Αίγιο της Αχαΐας (αναφέρεται ως τόπος γέννησής του και η Αγία Ευθυμία Φωκίδας) στις 28 Σεπτεμβρίου 1893.

Τον Ιανουάριο του 1914 στρατεύτηκε και με την είσοδο της Ελλάδας στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, βρέθηκε να πολεμάει στο μακεδονικό μέτωπο, όπου τραυματίστηκε και παρασημοφορήθηκε για τον ηρωϊσμό του. Απολύθηκε προσωρινά, ανακλήθηκε στο στράτευμα και αποστρατεύτηκε οριστικά τον Απρίλιο του 1919.

Την ίδια χρονιά προσλήφθηκε στο τελωνείο της Χαλκίδας, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παντρεύτηκε την Ελένη Κεφαλινίτη, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά.

Μελέτησε νεοελληνική ποίηση και δημοτικό τραγούδι, καθώς επίσης έργα των Έντγκαρ Άλαν Πόε, Κνουτ Χάμσουν, Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ερρίκου Ίψεν και Όσκαρ Ουάιλντ, που επηρέασαν το έργο του.

Η πρώτη επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1929 με τη δημοσίευση του διηγήματός του «Στις πετροκολόνες στο λιμάνι» και τη βράβευσή του στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Ελληνικά Γράμματα», για το έργο του «Καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης», που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από την κριτική επιτροπή, την οποία αποτελούσαν ο Κωστής Μπαστιάς, ο Φώτης Κόντογλου, ο Κώστας Καρθαίος και ο Λέων Κουκούλας.

Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου δημοσίευσε άρθρα στην εφημερίδα της Χαλκίδας «Εύριπος» και στράφηκε με ενδιαφέρον προς το ελληνικό θέατρο σκιών. Στρατεύτηκε στο ΕΑΜ και το 1945 κυκλοφόρησε τη βραχύβια εφημερίδα «Λευτεριά».

Η συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα συνεχίστηκε ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του με ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και ιστορικές μελέτες από τις οποίες ξεχωρίζει το τρίτομο «Το ’21 και αλήθεια» (1971-1975). Τιμήθηκε από την Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών (1964) και το Δήμο Χαλκιδέων (1978), καθώς και με το Α Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για την αντιπολεμική νουβέλα «Φυγή προς τα Εμπρός», που εξέδωσε το 1975 και βασίζεται στα βιώματά του από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Γιάννης Σκαρίμπας πέθανε στην Χαλκίδα στις 21 Ιανουαρίου 1984 και κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη.

Ο «μπαρμπα-Γιάννης» πολιτογραφήθηκε μέσα μας σαν μια συνείδηση, τόσο εθνική όσο και λαϊκή. Ήταν ένας απέραντος ποταμός σοφίας -λαϊκής σοφίας-, γνώσης, σπουδής, πάθους για τη γυμνή αλήθεια και αγωνιστικότητα. Είτε θυμόσοφος, είτε οργισμένος, είτε είρωνας σαρκαστής ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν η φωνή του καθένα μας.

Ανάγνωση

Πρόκειται για έναν αντιήρωα που γυρνάει από τόπο σε τόπο, αρνείται την κοινωνία και τις συμβατικότητές της, θέλοντας να πείσει τον αναγνώστη για τη γκρίζα ψυχή του. Ο πραγματικός του στόχος,όμως, είναι να διασαλεύσει τις καθιερωμένες αξίες και την κατασκευή τους.

Αυτόκλητος δικαστής και τιμωρός,δολιοφθορέας των κοινωνικών συμβάσεων,περιπλανώμενος τιμητής της αλήθειας, που γυρεύει να λιανίσει την πουλημένη ψυχή όποιου συναντάει στο διάβα του, γίνεται στο περιλάλητο για την γλωσσική του διατύπωση έργο του Σκαρίμπα «Το Θείο Τραγί», ο τρομερός ήρωάς του, ο Γιάννης.

Με τις «παλαβές» πράξεις του (στα μάτια των διαβιούντων εντός των κανόνων) είτε είναι αφεντικά είτε υποτακτικοί ,δε χάνει ευκαιρία να ορμάει με λύσσα πάνω στην τακτοποιημένη- σύμφωνα με την τάξη που ανήκουν – ζωούλα τους και να τους ρημάζει την υπαρκτή ή ψευδεπίγραφη βολή τους.

Ξέρει καλά τα «χούγια» τους, γιατί ήταν ένας από αυτούς και τώρα τα πολεμάει με τον παράδοξο τρόπο του,σίγουρος ότι εκείνος έχει απαλλαγεί από τη μισαλλοδοξία.

Συντρίβει τη ματαιοδοξία την τρυπωμένη στα πλούσια ή στα φτωχικά σπίτια τους, χωρίς διάκριση. Δεν μπαίνει καν στον κόπο να ασχοληθεί με τα βάσανα ή τις χαρές τους,δεν τον αγγίζουν.

Άπλυτος,αγνώριστος,καταπονημένος από το ατελείωτο περπάτημα και τον, όπου γης και πατρίς, βίο του,αλλαγμένος σε εμφάνιση και μυαλά, ξεμυτίζει από το προσωπικό του κενό ανακατεύοντας τους πάντες, χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Έχει διαλέξει να είναι ο, σύμφωνα με τα δικά τους και κάποτε και δικά του μέτρα και σταθμά,τελευταίος των τελευταίων και κάτι ακόμα:διασκεδάζει τσιγκλώντας συνεχώς την υποκρισία τους με το να είναι ο γραφικός τρελός,ο τιποτένιος,αυτός που οι κάθε τάξης και σειράς γνωστικοί τον αποφεύγουν ή τον φοβούνται.

Δεν έχει σ’ αυτόν πέραση η όποια ηθική και καλοσύνη. Ό,τι γι΄ αυτούς είναι καλό κι ενάρετο και κάποτε ήταν και για εκείνον,τώρα έχει αποκαλυφθεί ότι δεν ισχύει.

Η παράσταση

Η ομάδα «Γκραν Γκινιόλ» στήνει μια παράσταση – σπουδή στο έργο του Γιάννη Σκαρίμπα. Στο ιδιαίτερο, αντισυμβατικό και παράλογο ύφος της γραφής του, στο «α- λα – Σκαρίμπα» κατά τον Φώτη Κόντογλου ύφος που σφράγισε τα ελληνικά γράμματα και αποτέλεσε υλικό για διαλέξεις, συζητήσεις, αντεγκλήσεις, διαλόγους, διασκευές και παρουσιάσεις σε εκδηλώσεις Τέχνης και Λόγου, η ομάδα περιπλανιέται, απλώνει, συμμαζεύει και τέρπει θεατές και μέλη της.

Ο Χρήστος Παπαδημητρίου μελέτησε σε βάθος το έργο, μπόλιασε στην αφήγηση τις αγάπες του συγγραφέα, όπως θέατρο Σκιών, θέατρο Παραλόγου, ζωντανές ζωγραφιές και μας δίνει εικόνες ομιλούσες, δράση και αντίδραση από έναν αντιήρωα «Γιάννη», κωμικό και δραματικό συνάμα. Στον παλμό του σύγχρονου θεάτρου, εξαλείφοντας τις αποστάσεις ανάμεσα στο παλιό και το νέο, δημιουργεί μια έξυπνη και πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, έμπλεη ευρημάτων.

Ο «μπαρμπα- Γιάννης» «φωνάζει» στο έργο του ότι το παράλογο δεν είναι το «παρά λόγον», δεν αρνείται τη ζωή, μα την επιφάνειά της, το ακίνητο, το στάσιμο. Ο Χρήστος Παπαδημητρίου, με τη σειρά του, μας δείχνει ότι το παράλογο έχει σχέση με την ουσία, τον πλούτο της ζωής, που είναι η κίνηση και το συνεχώς μετακινούμενο βάθος. Άλλωστε ο βίος δίχως το παράδοξο, θα ήταν κάτι εύκολα και βαρετά κατανοητό και δε θα είχε την έλξη του αγνώστου, επειδή ο νόμος της επιβίωσης είναι η ανατροπή του παλαιού από το νέο, το επαναστατικό, αυτό που φέρνει ρήγματα στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

Ο «αλητεύων Γιάννης» του Σκαρίμπα στο έργο αισθάνεται αρχικά κυρίαρχος, ποδηγέτης, ύστερα αδικημένος, ευερέθιστος, μα και ευτυχής ,δικαιωμένος, ελεύθερος, επειδή μια δειλή στον έρωτα και στην αγάπη γυναίκα(ανθρωπάκι κι αυτή του συρμού,όπως δεκάδεςάλλες),τον παράτησε για τα πλούτη. Αυτός ήταν κι ο περιβόητος ομφάλιος λώρος που κόπηκε μαχαίρι.

Αν δεν ήταν η ερωτική προδοσία της λιγωμένης για λεφτά γυναίκας στη μέση -και αυτό πάλι εκείνος το αφηγείται- μήπως δε θα γίνονταν οι δυο μαζί ό,τι αυτός μίσησε κι άρχισε να το κοροϊδεύει; Ένα κοινό,κοινότατο ζευγάρι ανθρωπάριων, σαν τα πολλά που είναι ο κόσμος γεμάτος, και που, αν δεν μεσολαβούσε η προσωπική του απώλεια, ποτέ δε θα τα έπαιρνε εμπαικτικά και ανελέητα στο κυνήγι;

Στη «Μικρή Σκηνή» η παράσταση κυλάει με καταιγιστικούς ρυθμούς, σ’ ένα αναδομούμενο διαρκώς σκηνικό, που υπογράφει η Μαρία Καβαλιώτη. Κύβοι και φωτόβεργες μετακινούνται, δομούν τόπους, χώρους, αποδομούνται για να σχηματίσουν στη συνέχεια δρόμους, κρεβάτι, βωμό, όπου λικνίζεται η Ιωάννα Λαμνή, σαν ένα υπέροχο ζωντανό άγαλμα, σαν μια αρχετυπική Μινωική φιγούρα, σαν μια θεά Αφροδίτη που σαγηνεύει τον ήρωα.

Ο Στάθης Μαυρόπουλος αφηγείται την ιστορία και ερμηνεύει τον κεντρικό ήρωα , όταν η αφήγηση δραματοποιείται, συμπράττοντας επί σκηνής με τα μέλη ενός Χορού αρχετυπικού, που ταυτόχρονα είναι αφηγητές, χαρακτήρες, ιντερμέδια, τρεις σημαντικές συνιστώσες δρώσες στο παρόν. Ο Διονύσης Καραθανάσης, η Ιωάννα Λαμνή και η Ιωάννα Σιδηροπούλου, εξαιρετικοί σε ένα πρωτότυπο θεατρικό γεγονός που πλαισιώνεται από φωτισμούς και ηχητικά τοπία, τα οποία ζωντανεύουν μπροστά στο κοινό, ενώ για τη δημιουργία τους είναι υπεύθυνος ο Σάββας Τραπεζάνογλου.

Ο Στάθης Μαυρόπουλος, με κοστούμι που παραπέμπει ευθέως σε τραγί, λασπωμένος από κορυφής έως ονύχων, ως περιοδεύων αλήτης στον χρόνο και στη βρωμιά, είναι ο τολμηρός «Γιάννης», άλλοτε είρων, προσβλητικός, άλλοτε λαίμαργος , έμφορτος γενετήσιων ορμών, λειτουργεί ερεθιστικά για το κοινό που προσηλωμένα τον συνοδεύει στο περίεργο ταξίδι του. Κερδίζει για μια ακόμη φορά τις εντυπώσεις.

Στο σύνολό της η παράσταση είναι μια ευφυής μεταφορά στο σανίδι του γραφικού τρελού ήρωα του Γιάννη Σκαρίμπα.

Επίλογος

Πέρα,όμως, από την σαφή και αδιαπραγμάτευτη διάκριση της πολυεπίπεδης ιδιαιτερότητας του κειμένου φιλολογικώς, το «Θείο Τραγί» απογοητεύει, ίσως, μερίδα κοινού, επειδή προτάσσει επίμονα το ατομικό και μόνον αυτό,το επαινεί σαν φιλοσοφία,το εκθειάζει ως φυγή.

Ο (αντι)ήρωας του Σκαρίμπα δείχνει δειλός και θλιβερός ατομιστής, ένα ύπουλο αρσενικό, που δεν ασπάζονται όλοι τις τελικές θριαμβικές πράξεις του, πιθανώς να τον κρίνουν αυστηρά. Ούτε αυθεντικό, ούτε ωραίο και μεγαλόψυχο λούμπεν,ούτε ασυμβίβαστο, ούτε γενναίο,ούτε ανατρεπτικό.

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία αντίρρηση ότι αυτό το «Θείο Τραγί» είναι μια ιδιαίτερη παράσταση φτιαγμένη να «περπατά» αλήτικα, όπως ο ήρωάς της, που «μετατοπεί» τα πράγματα προς μια αναρχική ανάγνωση-θέαση του κόσμου.

«Να γεννιέται – μούλος – ο χρόνος… να δημιουργούνται οι ορίζοντες…».

Ταυτότητα παράστασης

Κείμενο: Γιάννης Σκαρίμπας
Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία: Χρήστος Παπαδημητρίου
Σκηνικά – Κοστούμια: Μαρία Καβαλιώτη
Φωτισμοί: Διονύσης Καραθανάσης
Ηχοπεριβάλλοντα: Σάββας Τραπεζάνογλου
Κατασκευές: Γιώργος Μαυρόπουλος
Teaser: Πάνος Βλασσάς
Αφίσα: Βίκτωρ Γκουντάρας – StudioHervik
Επικοινωνία: Λία Κεσοπούλου
Παραγωγή: Γκραν Γκινιόλ

Επί σκηνής: Διονύσης Καραθανάσης, Ιωάννα Λαμνή, Στάθης Μαυρόπουλος, Ιωάννα Σιδηροπούλου, Σάββας Τραπεζάνογλου.

«Το θείο τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα από την ομάδα «Γκραν Γκινιόλ» στη «Μικρή Σκηνή» Θεσσαλονίκης. Κριτική παράστασης Παύλος Λεμοντζής


 

«Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ | Κριτική