Το εξώφυλλο του βιβλίου «Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι»
«Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι»

«Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι» | κριτική βιβλίου

«Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι»
Συγγραφέας: Raymond Carver
Εκδότης: Μεταίχμιο
Εισαγωγή μετάφραση επίμετρο: Γιάννης Τζώρτζης
ISBN: 9786180326871
Αριθμός Σελίδων: 856
Εξώφυλλο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 14 x 21
Γλώσσα Γραφής: ελληνικά
Ημερομηνία 1ης Έκδοσης: 2021

«Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι», είναι ο τίτλος του βιβλίου του αμερικανού ποιητή-συγγραφέα Reymond Carver. Πρόκειται για τρεις συλλογές διηγημάτων με τίτλους, “Λοιπόν, Θα πάψεις σε παρακαλώ;”, “Αρχάριοι” και “Καθεδρικός Ναός”. Τα διηγήματα που περιλαμβάνονται σε κάθε συλλογή είναι 22, 17 και 12 αντίστοιχα. Ο τίτλος της πρώτης συλλογής παίρνει τον τίτλο από το τελευταίο διήγημα. Το ίδιο και τον τίτλο στην τρίτη συλλογή τον δίνει το τελευταίο διήγημα. Ο τίτλος του βιβλίου, “Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι”, ανήκει σε διήγημα (το 10ο ) της συλλογής “Αρχάριοι”.

Πρόκειται για μελαγχολικά κατά βάση διηγήματα, δοσμένα με μια αίσθηση δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, απαλλαγμένα από λογοτεχνικά στολίδια. Σύντομα διηγήματα που αφηγούνται ιστορίες ανθρώπων, με μια διάθεση αποδοχής μιας κατάστασης, συνήθως στάσιμης ή αδιέξοδης.

Οι ιστορίες αφορούν σκηνές της καθημερινής ζωής κάποιων ανθρώπων που έχουν προβλήματα και δυσκολίες ή βρίσκονται σε κρίση και προσπαθούν να πιάσουν από την αρχή το νήμα κερδίζοντας τον έλεγχο της ζωής τους. Κατοικούν σε διάφορα σημεία της αμερικανικής επικράτειας και μετακινούνται αναζητώντας ευκαιρίες, εργασία, φίλους ή αγαπημένα πρόσωπα. Είναι χωρισμένα ζευγάρια, άνθρωποι μοναχικοί, χωρίς μέλλον, παιδιά, ηλικιωμένα και νεαρά ζευγάρια, αλκοολικοί άνδρες και γυναίκες, παραδομένοι στην μοίρα ή στην τύχη, παρατηρητές της ζωής που δεν τους χαρίστηκε. Άλλες φορές αγωνίζονται να ξεφύγουν από νομοτέλειες και επιχειρούν να δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία στον εαυτό τους, αλλάζοντας συνήθειες, τόπους, συντρόφους και άλλες φορές βυθίζονται σε μια απραξία παγιδευμένοι σε αντιξοότητες και δυσάρεστες, αδιέξοδες καταστάσεις.

Οι ήρωες των διηγημάτων διακατέχονται από ένα αίσθημα ανικανοποίητου και εξιστορούν με φυσικότητα τα δεινά που τους έτυχαν. Ο αναγνώστης εισέρχεται σε ένα πεδίο παρακμής και εγκατάλειψης, όπου κυριαρχούν οι διαλυμένες σχέσεις, η έλλειψη κινήτρων και στην ατμόσφαιρα επικρέμεται μια επικείμενη καταστροφή, απειλή, ή φόβος.

Σχεδόν χωρίς αίσθηση του χιούμορ, οι ήρωες των ιστοριών αυτών, εκφράζουν την δυσφορία και τους φόβους τους και μιλούν με τρόπο φυσικό, χωρίς ωραιοποίηση για όσα τους έτυχαν. Παρά τις καλές αρχικά προθέσεις, τα όνειρα και τις επιθυμίες τους, οι σχέσεις ναυάγησαν. Στην ατμόσφαιρα των ιστοριών κυριαρχεί μια αίσθηση μελαγχολικής παραίτησης αλλά και κάτι καταστροφικό. Το τέλος των ιστοριών αυτών αφήνεται μετέωρο, αινιγματικό και με μια κρυπτική ασάφεια.

Οι διάλογοι συνήθως είναι πλάγιοι ή αναμεταδίδονται από τον αφηγητή σε τρίτο πρόσωπο. Οι αφηγητές εναλλάσσονται. Είναι άνδρες αλλά και γυναίκες που μιλούν, σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, για την ζωή τους, ή για άλλα πρόσωπα τα οποία έτυχε να συναντήσουν ή να συναναστραφούν για χρόνια ή για κάποιες στιγμές της ζωής τους.

Το βασικό θέμα των διηγημάτων είναι οι σχέσεις των ανθρώπων, οικογενειακές και κοινωνικές, αλλά και οι φιλικές, οι ερωτικές, οι εργασιακές σχέσεις, διερευνώνται και εξετάζονται στα διάφορα διηγήματα από διάφορες όψεις ή εκφάνσεις τους.

Τα επί μέρους θέματα του βιβλίου είναι η εργασία, η ανεργία, οι ασχολίες και τα χόμπυ, η διασκέδαση, οι υποχρεώσεις, τα όνειρα και οι στόχοι, τα ταξίδια, οι συνθήκες ζωής στις πόλεις και στην ύπαιθρο, τα βιβλία, η μουσική, η νεότητα και τα γηρατειά, η πίστη, η απιστία και η προδοσία, ο χρόνος, η συνήθεια, τα πάθη και οι εμμονές, ο πόνος της απώλειας και ο φόβος της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, ο θάνατος.

Η επικοινωνία των ανθρώπων είναι άμεση και κάποιες φορές γίνεται μέσω τηλεφώνου ή ακόμα και με επιστολές ή κασέτες -στο διήγημα “Καθεδρικός ναός”- όπου ένας τυφλός άνδρας και μία γυναίκα ανταλλάσσουν τα νέα τους στέλνοντας κασέτες ο ένας στον άλλον. Τα ταξίδια και οι μετακινήσεις γίνονται με αυτοκίνητο, με τρένο και κάποιες φορές με αεροπλάνο ή συνδυαστικά.

Σε πολλά διηγήματα ορίζονται επακριβώς οι εξωτερικές συνθήκες όπως η εποχή, ο μήνας ή η μέρα της εβδομάδας, ο καιρός, η θερμοκρασία και οριοθετείται το περιβάλλον, εξωτερικοί ή εσωτερικοί χώροι, μπαρ, σπίτια, αυτοκίνητα, σταθμοί τρένων, δημόσια κτίρια, κέντρα απεξάρτησης, κλινικές, δρόμοι, πλατείες, χώροι αναψυχής, ως φυσικό ή αστικό τοπίο στο οποίο κινούνται οι άνθρωποι.

Τα σπίτια, εξοχικές ή αγροτικές κατοικίες, μονοκατοικίες στα περίχωρα των πόλεων ή διαμερίσματα, τα ρούχα, διάφορα αντικείμενα, αλλά και προγράμματα της τηλεόρασης, τραγούδια, βιβλία, κάποιες αναφορές σε συγγραφείς, προκύπτουν ως συμπληρωματικά στοιχεία περιγραφής της ταυτότητας του σκηνικού, εντός του οποίου τα πρόσωπα αλληλεπιδρούν, συνδιαλέγονται, συνομιλούν ή εκτίθενται.

Ο συγγραφέας παρουσιάζει ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο. Καλούνται να αντιμετωπίσουν τα λάθη τους ή κάποια προβλήματα στις σχέσεις τους και να πάρουν αποφάσεις, για τους ίδιους ή για άλλα πρόσωπα, προκειμένου να συνεχίσουν την ζωή τους. Όλα γύρω τους αλλάζουν όπως και οι ίδιοι άλλωστε και αυτό τους καθιστά συναισθηματικά τρωτούς και ευάλωτους.

Μια αίσθηση μοναχικότητας τυλίγει τις κοινότυπες συνομιλίες και συζητήσεις, τις εξομολογητικές εκμυστηρεύσεις τους και μια τάση παραίτησης, δισταγμού και αμφιβολίας, διαφαίνεται στις κινήσεις τους. Πολλές φορές τα προβλήματα κρύβονται πίσω από διαλόγους με υπονοούμενα και σιωπές που παρατείνουν τα αδιέξοδα σε μια δύσθυμη διάθεση απελπισίας ή θλίψης.

Οι άνθρωποι συναντιούνται προκειμένου να διευθετήσουν πρακτικά θέματα ή ζητήματα εργασίας, αλλά και για να γιορτάσουν μαζί κάποια γιορτή ή επέτειο, (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, γενέθλια), ή για να διασκεδάσουν και να ξεφύγουν από τα προβλήματα. Πίνουν σαμπάνια, μπύρα, ουίσκι, βότκα, κρασί, σόδα, νερό ή γάλα στα διάφορα γεύματα με φίλους, συζητώντας άλλοτε νηφάλια και άλλοτε όχι, αυτά που τους απασχολούν, επικυρώνοντας συναισθήματα ή διαπιστώνοντας αλλαγές και αποκλίσεις από τα αρχικά τους σχέδια.

Οι ιστορίες, μολονότι στρέφονται συνεχώς γύρω από το θέμα των σχέσεων, παρουσιάζουν μια λεπτομερή και πρωτότυπη οπτική διαφόρων εκδοχών. Καταδεικνύουν την συνθετότητα και πολυπλοκότητα των δεσμών και την ιδιαιτερότητα των καταστάσεων, δίνοντας ένα μωσαϊκό της ζωής και παρουσιάζοντας μια τοιχογραφία της αμερικάνικης μεταπολεμικής κοινωνίας.

Τα επαγγέλματα των ανθρώπων είναι πωλητές, πλασιέ, καθηγητές, καθαριστές, τεχνίτες, αγρότες, ιδιοκτήτες γης και ακινήτων, σερβιτόροι, δικηγόροι, γραμματείς, γιατροί, αρτοποιοί κλπ.

Μια επικείμενη απειλή κρέμεται πάνω από τις ζωές τους και μια τάση βίας και καταστροφής υπονοείται στις ιστορίες τους. Περιγράφεται με ακρίβεια μια στιγμή, ένα περιστατικό και κάποιες φορές η κατάσταση εκτρέπεται με οδυνηρές συνέπειες.

Τυχαίες συναντήσεις και απρόσμενες καταστάσεις, ξαφνικές αποφάσεις, αναμενόμενες και μη αντιδράσεις, δίνουν στις ιστορίες μια εντύπωση αληθοφάνειας και ρεαλισμού, καθιστώντας τον αναγνώστη μάρτυρα μιας αναφοράς, ενός χρονικού, μιας αντίστροφης καταγραφής των όψεων του αμερικανικού ονείρου, όταν ο καθρέφτης θαμπώνει και ραγίζεται και όλα μοιάζουν αβέβαια χωρίς προοπτική.

Ο συγγραφέας, ένας έμπειρος παρατηρητής κρυμμένος πίσω από τους ήρωές του, δείχνει με θάρρος και κατανόηση το τραύμα και καταγράφει το βήμα απόστασης από -και προς- την ευτυχία και την επιτυχία, εκθέτοντας το βίωμα, την θρυμματισμένη προσδοκία και το ανεκπλήρωτο όνειρο των ανθρώπων.

Αποσπάσματα «Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι»

Το βιβλίο «Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι»“Στο μεταξύ όλοι γύρω σου συνεχίζουν να μιλάνε σαν να είσαι ο ίδιος ακριβώς άνθρωπος που ήσουν και χτες ή το προηγούμενο βράδυ, ή πριν από πέντε λεπτά, όμως εσύ περνάς πραγματικά μια κρίση, η καρδιά σου έχει ραγίσει… Το παρελθόν είναι θαμπό. Λες και ένα λεπτό πέπλο καλύπτει εκείνα τα χρόνια. Δεν είμαι σίγουρη αν τα πράγματα που θυμάμαι πως έχουν συμβεί μου έχουν πραγματικά συμβεί”. Σελ. 476-477 [Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι]

“Εκείνο το καλοκαίρι ο Γουές νοίκιασε ένα επιπλωμένο σπίτι βόρεια του Γιουρίκα από έναν πρώην αλκοολικό που τον έλεγαν Σεφ. Μου τηλεφώνησε λοιπόν και μου ζήτησε να τα παρατήσω όλα και να πάω εκεί πέρα να ζήσω μαζί του. Είπε πως είχε κόψει το ποτό. Ήξερα τι κόψιμο ήταν αυτό. Αλλά δεν δεχόταν κουβέντα. Τηλεφώνησε ξανά και είπε, Έντνα, από το μπροστινό παράθυρο βλέπεις τον ωκεανό. Μυρίζεις το αλάτι στον αέρα. Τον άκουγα να μιλάει. Δεν μπέρδευε τα λόγια του. Του είπα, θα το σκεφτώ. Και το σκέφτηκα. Μια βδομάδα αργότερα τηλεφώνησε ξανά και είπε, θα έρθεις; Του είπα πως το σκεφτόμουν ακόμα. Είπε, θα ξεκινήσουμε πάλι απ’ την αρχή. Είπα, αν είναι να έρθω εκεί, θέλω να μου κάνεις μια χάρη. Πες το, είπε ο Γουές. Είπα, θέλω να προσπαθήσεις να είσαι ο Γουές που ήξερα κάποτε. Ο παλιός Γουές. Ο Γουές που παντρεύτηκα. Ο Γουές έμπηξε τα κλάματα, κι εγώ το πήρα σαν ένδειξη των καλών του προθέσεων. Κι έτσι είπα, καλά λοιπόν, θα έρθω”.
Σελ. 647 [Το σπίτι του Σεφ]

“Όμως εξακολουθεί να στέκεται στο παράθυρο και να αναπολεί τα περασμένα. Ύστερα από εκείνο το πρωινό όλα τα δύσκολα ήταν μπροστά τους, άλλες γυναίκες γι’ αυτόν κι ένας άλλος άντρας για κείνη, όμως εκείνο το πρωινό, ειδικά εκείνο το πρωινό, είχαν χορέψει. Είχαν χορέψει και είχαν αγκαλιαστεί σφιχτά, λες κι εκείνο το πρωινό θα κρατούσε για πάντα, κι αργότερα θα γελούσαν με τις τηγανίτες. Έγειραν ο ένας πάνω στον άλλο μέχρι που τους ήρθαν δάκρυα, ενώ έξω τα πάντα είχαν παγώσει, προσωρινά έστω”. Σελ. 554 [Απόσταση]

“Και τότε το αγόρι είπε:”Μπαμπά; θα με περνάς για τρελό, αλλά θα ήθελα να σε γνωρίσω όταν ήσουν μικρός. Δηλαδή, όσο είμαι εγώ τώρα περίπου. Δεν ξέρω πώς να το πω, αλλά νιώθω κάτι σαν μοναξιά γι’ αυτό το πράγμα. Είναι σαν -είναι σαν να σ’ έχω κιόλας χάσει, όταν το σκέφτομαι αυτό”. Σελ. 248[Ποδήλατα, Μύες, Τσιγάρα]

“Τη νύχτα πριν τον γάμο είχαν κρατηθεί χέρι με χέρι κι είχαν δώσει υπόσχεση να κρατήσουν για πάντα ζωντανή τη συγκίνηση και το μυστήριο του γάμου”. Σελ. 272 [Λοιπόν, θα πάψεις σε παρακαλώ;]

“Έκλεισε τα μάτια κι έφερε τις παλάμες του στ’ αυτιά να κρατήσει το κεφάλι του. Κι ύστερα σκέφτηκε να κάνει χωνί της παλάμες του, ν’ ακούσει να έρχεται εκείνο το βουητό, όπως ο άνεμος που σφυρίζει μες σ’ ένα θαλασσινό κοχύλι”. Σελ. 117 [Εξήντα εκτάρια]

“Συνέχισα να του λέω, χωρίς καμιά ένταση ή μνησικακία, όλα όσα είχα στο μυαλό μου. Απόσωσα λέγοντας καθαρά το τελευταίο και χειρότερο, πως ένιωθα ότι δεν πάμε πουθενά, και ήταν καιρός να το παραδεχτούμε, αν και δεν υπήρχε πια καμιά ελπίδα”. Σελ. 355-356
[Θέλεις να δεις κάτι;]

“ Αγαπήσαμε ό ένας τον άλλο όσο κανείς απ’ τους δύο δεν πρόκειται να αγαπήσει κάποιον άλλο ξανά”. Σελ. 323 [Πού έχουν πάει όλοι;]

Πηγαίναμε για χορό κάθε βράδυ” είπε ξανά. Αναρωτιόμουν τι εννοούσε. Δεν ήξερα για τι πράγμα μιλούσε κι έτσι περίμενα να συνεχίσει. Συνέχισε να σκέφτεται εκείνα τα χρόνια και ύστερα από λίγο συνέχισε: “Είχαμε ένα γραμμόφωνο και μερικούς δίσκους, γιατρέ. Βάζαμε μπροστά το γραμμόφωνο κάθε βράδυ κι ακούγαμε εκείνους τους δίσκους και χορεύαμε εκεί στο σαλόνι. Κάθε βράδυ το κάναμε αυτό. Μερικές φορές χιόνιζε έξω και το θερμόμετρο έπεφτε κάτω απ’ το μηδέν. Το θερμόμετρο κυριολεκτικά πέφτει από τον τοίχο εκειπέρα Γενάρη και Φλεβάρη. Εμείς όμως ακούγαμε τους δίσκους και και χορεύαμε με τις χοντρές μας κάλτσες στο σαλόνι, μέχρι να εξαντλήσουμε όλους τους δίσκους. Και ύστερα άναβα το τζάκι και έσβηνα όλα τα φώτα, εκτός από ένα, και πέφταμε για ύπνο. Μερικές νύχτες που χιόνιζε, είχε τέτοια ησυχία εκεί έξω πουι που κυριολεκτικά άκουγες το χιόνι να πέφτει.
Αλήθεια γιατρέ” είπε “συμβαίνει αυτό. Μερικές φορές μπορείς ν’ ακούσεις το χιόνι να πέφτει. Αν είσαι ήρεμος και το μυαλό σου είναι καθαρό κι έχεις ειρήνη με τον εαυτό σου και με τα πράγματα γύρω σου, μπορείς να κάθεσαι στο σκοτάδι και ν’ ακούς το χιόνι να πέφτει”. Σελ. 576 [Αρχάριοι]

“Σ’ εκείνες τις παλιές εποχές, ο θεός έπαιζε έναν σημαντικό ρόλο στη ζωή του καθενός. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό απ’ την ανοικοδόμηση των καθεδρικών ναών”. Σελ. 846 [Καθεδρικός ναός]

Διαβάστε επισης: «Ορατή σαν αόρατη» Ζυράνα Ζατέλη | κριτική


REYMOND CARVER (1938 – 1988)
1976 -Will you please be quiet, please? (Διηγήματα)
1981 -What we talk about when we talk about love (Διηγήματα)
1983 -Fires (Συλλογή δοκιμίων, ποιημάτων, διηγημάτων)
1983 -Cathedral (Διηγήματα)
1985 -Where water comes together with other water (Ποιητική συλλογή)
1985 -The stories of Raymond Carver (Οι τρεις συλλογές διηγημάτων)
1986 -Ultramarine (Ποιητική συλλογή)
1987 -Errand ( Το τελευταίο διήγημα)
1988 -Elephant {Συλλογή διηγημάτων. Κυκλοφόρησε μία μέρα μετά τον θάνατο του συγγραφέα)
(Από τις σημειώσεις του μεταφραστή του βιβλίου Γ. Τζώρτζη)

Raymond Carver |  «Τόσο πολύ νερό τόσο κοντά στο σπίτι» | Κριτική Άγγελα Μάντζιου cityportal.gr

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως