15.7 C
Thessaloniki
13.6 C
Athens

Τραγούδια όπως τα άκουσαν οι χωρικοί των πόλεων: Καραϊσκάκης

Όταν είμασταν παιδιά, ακούγαμε ιστορίες για ήρωες και για ξακουστές μάχες. Τα χρόνια εκείνα τα παλιά, κάτι κρύα χειμωνιάτικα βράδυα, οι άνθρωποι έκαναν νυχτέρια και έλεγαν ιστορίες. Τραγουδούσαν κιόλας. Καθισμένοι μπροστά στη φωτιά στο τζάκι που έκαιγε όλη νύχτα ή γύρω από κάτι παλιές ξυλόσομπες, μαζεμένες όλες οι γενιές, νέοι, παιδιά και γέροι, άκουγαν αυτούς που αρχινούσαν τις διηγήσεις.

Τα λόγια τους μπερδεύονταν με το μουρμουρητό των κούτσουρων που καίγονταν, με το τρίξιμο της σόμπας, με τους αέρηδες που φυσούσαν έξω κι ανακατώνονταν με το χιόνι που έπεφτε.

Χιόνιζε στα μέρη μας. Σκεπάζονταν οι σκεπές και τα παράθυρα κι όταν ξημέρωνε, φαίνονταν κλεισμένες οι πόρτες από το χιόνι που είχε στοιβαχτεί όλη νύχτα. Κρύσταλλα έσπαζαν από τις σκεπές κι έσταζαν στο βαρέλι, απάνω στην παχιά κρούστα του πάγου. Το βαρέλι το είχαμε στην αυλή για να μαζεύουμε το νερό της βροχής για να πλένουμε τα ρούχα.
 
Χιόνιζε πολύ τότε, εκείνα τα χρόνια. Κλείνονταν οι δρόμοι και όλα τα τύλιγε καταχνιά και έπεφτε το πούσι και η υγρασία τρυπούσε τα κόκκαλα. Ξημέρωνε και νύχτωνε με χιόνι. Μήνες και μέρες έπεφτε χιόνι ασήκωτο και οι χειμώνες έμοιαζαν χρόνια. Σ αυτό το σκηνικό του χιονιού, μέσα στη νύχτα ακούγονταν οι ιστορίες.

Μέσα στη χιονοθύελλα βαδίζει ο ξένος κοιτώντας ίσια μπροστά κι απάνω στα γένια του πέφτουν νιφάδες πυκνές. Λάμπουν στο αχνό φως πάνω στα ματοτσίνορα κι ύστερα στέκονται για λίγο στο πρόσωπό του και λιώνουν. Σταγόνες χοντρές κυλούν στον λαιμό ριγώνοντας το κορμί κάτω από τα μάλλινα ρούχα. Τον περιμέναμε να ρθει τον ξένο.

 
Είχαμε ακούσει γι αυτόν από κάτι παλιούς εμπόρους που κατέβαιναν από τις πολιτείες των ηγεμονιών, κουβαλώντας στις αποσκευές τους και στα εμπορεύματα ανάμεσα, κάτι επαναστατικές φυλλάδες που έμοιαζαν με ποιήματα και προκηρύξεις, χαρτιά γραμμένα με καλλιγραφικά γράμματα και άλλα τυπωμένα, στολισμένα με γκραβούρες τοπίων και με παράξενα σύμβολα. Πηγαινοέρχονταν καράβια και καραβάνια με μπαούλα φορτωμένα χρυσά, κεντήματα, πορσελάνες και άλλα αγαθά, βιβλία και όπλα. Οι προκηρύξεις και οι φυλλάδες μοιράζονταν σε αρχοντόσπιτα σε κεφαλοχώρια και χωριά, περιμένοντας να ανάψει η σπίθα του αγώνα. Ο σπόρος είχε πέσει σε έδαφος πρόσφορο και σε αυτιά εξασκημένα να ακούν και να κοιτούν με μάτι κοφτερό και να ζυγιάζουν στον καιρό δύστυχων χρόνων τα πράματα και τις περιστάσεις. Μέσα τους καίγονταν αυτοί από τον πόθο της ελευθερίας, πήγαιναν με το μπαϊράκι της ουτοπίας που γέννησε οράματα επαναστατικά. Αυτός ο ξένος, πέρασε ένα βράδυ κρύο και χιονερό από τα μέρη μας.
 
Χτύπησε την παραθύρα και στάθηκε στο τζάκι μπροστά να στεγνώσουν τα ρούχα του, να πιει κι ένα τσίπουρο, να φέρει τα μαντάτα που είχε από τη Βλαχιά. Αμέσως κλείστηκαν οι θύρες με τα μάνταλα από μέσα και τα παράθυρα με τις κουρτίνες και χαμήλωσε το φως της λάμπας. Ήταν οι μέρες της επανάστασης και του αγώνα που ξεκινούσε. Τι ειπώθηκε εκείνο το βράδυ ανάμεσα στον ξένο κι αυτούς που τον δέχτηκαν, δεν ξέρουμε. Μόνο ένας ψίθυρος ακούγονταν από φωνές που μιλούσαν αργά και ανακατεύονταν με τον αέρα που στοίβαζε το χιόνι στις πόρτες και στις σιδεριές ανάμεσα στα παράθυρα…
 
Άλλες φορές όταν τύχαινε να φτάσουν τα καραβάνια και οι κυρατζήδες στα μέρη μας, άνοιγαν οι πόρτες και βλέπαμε να ξεφορτώνουν στις πλάκες της αυλής, μπαούλα σκαλισμένα και τρίχινα σακιά φορτωμένα πράγματα. Έδεναν τα ζώα στους χαλκάδες και τα έβαζαν να πιουν νερό κι ανέβαιναν οι εμπόροι να πουν τα μαντάτα που έφερναν και να υπογράψουν τα χαρτιά γι αυτά που παρέδιναν.
 
Κάθονταν να ζεσταθούν κι άπλωναν τα χέρια στη φωτιά και τα δαχτυλίδια που είχαν έλαμπαν μαζί με τα κουμπιά στα μάλλινα ρούχα που φορούσαν τότε. Έβγαζαν από πάνω τους τις πατατούκες και τα καπέλα κι αν τύχαινε και κανένα πιστόλι που είχαν ζωσμένο στη μέση τους. Κάθονταν να φαν, να πιουν και να ξεκουραστούν κι ύστερα κάπνιζαν κι όλοι τους κοιτούσαν, περιμένοντας τη στιγμή να ρωτήξουν για ό,τι ήθελαν να μάθουν.
 
Ρωτούσαν μερικοί για τα μέρη εκείνα. Πώς ήταν οι πόλεις με τα παράξενα ονόματα, Βραΐλα, Ιάσι, Οδησσός, Βιέννα, Τεργέστη. Ρωτούσαν τι γλώσσα μιλούσαν, τι κοψιές και τι σουλούπια είχαν οι άνθρωποι. Άλλοι ρωτούσαν για τα φαγητά, τι έτρωγαν, για τα νομίσματα άλλοι. Μερικοί είχαν δει τέτοια νομίσματα. Τα γύριζαν στη χούφτα τους και τα κοίταζαν στην παλάμη τους να λάμπουν χρυσά και χάλκινα και ασημένια. Και μερικοί τα είχαν σε πουγκιά και τα άδειαζαν όλα μαζί απάνω σε κάτι τραπέζια ξύλινα κι έπεφτε σ αυτά το φως της λάμπας με όλες του τις σκιές να βαθαίνουν το σκοτάδι στις γωνίες και στις κόχες στις παλιές κάμαρες…
 
Ανάμεσα σ αυτούς που ιστορούσαν γενεαλογίες και φανταστικές ιστορίες τα χειμωνιάτικα
βράδυα, ήταν κι ο παππούς μου. Ήταν τσαγκάρης. Έφτιαχνε παπούτσια για νύφες, για γαμπρούς και για παιδιά. Και έστελνε παπούτσια στα χωριά και στις πολιτείες. Πολλοί έμποροι του έφερναν παραγγελίες για τόσα ζευγάρια.
 
Εγώ τον παππού μου δεν τον γνώρισα νέον. Τον θυμάμαι σε μεγάλη ηλικία να μου διηγείται ιστορίες για ήρωες. Με έπαιρνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Μαζί του έμενα στο χωριό γιατί οι γονείς μου ξενητεύτηκαν κι εμένα μ άφησαν πίσω. Όλο μου μιλούσε για τους ήρωες και για την επανάσταση του 1821, τότε που ξεσηκώθηκαν οι Έλληνες και κρατούσαν τα μπαϊράκια και τα σπαθιά, τα γιαταγάνια και τα καριοφίλια στα χέρια τους να υπερασπίσουν τον τόπο τους, τα χώματα, τα σπίτια, τα μοναστήρια, τα εικονίσματα, να προστατέψουν τα παιδιά και τις φαμίλιες τους. Μου λεγε και τραγούδια παραπονιάρικα και τα μάτια του δάκρυζαν. Πολλά τραγούδια άκουγα να μου λέει. Και έλεγε και για ταξίδια και μακρινές χώρες. Αλλά αυτός δεν πήγε ποτέ σ αυτές τις χώρες. Ακουστά τις είχε από αυτούς που του έφερναν τις παραγγελίες. Στο βάθος του ορίζοντα έδειχνε αυτές τις χώρες και έλεγε όσα ήξερε γι αυτές.
 
Ύστερα άνοιγε και κάποια φθαρμένα βιβλία και έδειχνε με το χέρι τα πρόσωπα γιατί εγώ δεν ήξερα ακόμα να διαβάζω. Αργότερα έμαθα όταν πήγα στο σχολείο. Θυμάμαι να με κρατάει από το χέρι και να μου δείχνει τα πορτραίτα των ηρώων της επανάστασης, κρεμασμένα στους τοίχους του σχολείου μας, στην μεγάλη αίθουσα που άνοιγαν οι πόρτες όταν είχαμε γιορτές και έρχονταν όλοι να μας ακούσουν να απαγγέλουμε ποιήματα και να παίζουμε σκετς που μας μάθαιναν οι δάσκαλοι και τα κάναμε πολλές πρόβες.

Και κάποτε στο χωριό μας, έφτασε ένα κινηματογραφικό συνεργείο για να γυρίσει ταινία για την επανάσταση. Είχαν μαζί τους άλογα πολλά που τα έδεναν στην αυλή του σχολείου. Παλιό σκολειό το έλεγαν γιατί δεν λειτουργούσε. Στα παλιά χρόνια ήταν Ελληνομουσείο και  σ αυτό φοίτησε και η γιαγιά μου, αλλά εγώ αυτήν δεν τη γνώρισα. Πέθανε προτού γεννηθώ.
 
Ήρθαν στο χωριό μας και πολλοί στρατιώτες για να παίξουν κομπάρσοι. Κομπάρσοι έπαιξαν στην ταινία αυτήν και πολλοί συγχωριανοί μας. Γυναίκες με τσεμπέρια στο κεφάλι, άντρες και γέροι με τα στριμμένα μουστάκια. Τους διάλεξαν όλους αυτούς και τους έντυσαν με τα ρούχα της εποχής εκείνης, του 19 ου αιώνα. Έχεις δει σε τίποτα βιβλία πώς ντύνονταν τότες;
Φορούσαν ρούχα υφαμένα σε αργαλειό και κεντημένα στο χέρι από τις γυναίκες στα νυχτέρια, όταν κεντούσαν, έπλεκαν, τραγουδούσαν και κοίμιζαν τα μικρά στις κούνιες.

Αλλά και πολλά παιδιά πήραν μέρος σ αυτό το έργο. Τα έβαλαν να παίξουν σε σκηνές όπως στο παιδομάζωμα, όταν οι Τούρκοι απάνω στα άλογα τα άρπαζαν τα παιδιά και τα έπαιρναν μαζί τους και οι μάνες τους έκλαιγαν και κρατούσαν τα χαϊμαλιά των αλόγων που κρέμονταν από τις σέλες και παρακαλούσαν, αλλά δεν τις έδιναν σημασία οι αναβάτες κι αυτές έπεφταν κάτω και κουλουριάζονταν και χτυπιούνταν κι έκλαιγαν.

Σ αυτό το έργο πήραν μέρος και πολλοί γνωστοί ηθοποιοί. Τους ξέραμε από τα περιοδικά της εποχής αλλά δεν τους είχαμε δει ποτέ από κοντά. Μαζεύονταν κόσμος να τους δει να στέκονται στα καλντερίμια κι άλλοι απ αυτούς να γίνονται Τούρκοι, πασάδες και αγάδες, άλλοι να είναι σαν τον Παπαφλέσσα και τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη, άλλοι να γίνονται γραφιάδες και γραμματικοί, χωρικοί και προεστοί να κουβεντιάζουν και να εξετάζουν τι να κάνουν. Έμποροι γίνονταν που έφερναν τις φυλλάδες του Ρήγα και καλόγεροι άλλοι και σπιούνοι και δολοπλόκοι και ξένοι διπλωμάτες που έστελναν ραπόρτο στην κυβέρνηση. Μερικές σκηνές γίνονταν πολύ δραματικές από τον τρόπο που έπαιζαν κάποιοι τον ρόλο σαν να ήταν τα πραγματικά πρόσωπα. Πολλές γυναίκες έκλαιγαν και τα μικρά παιδιά που είχαν στην αγκαλιά τους έκλαιγαν κι αυτά φοβισμένα από τον θόρυβο που γίνονταν από ντουφέκια, από άλογα που ορμούσαν και τα πέταλα αντηχούσαν στις πέτρες και σηκώνονταν κουρνιαχτός κι έπεφτε και μια ψεύτικη βροχή από μια μάνικα που κρατούσαν στρατιώτες πάνω από το κτίριο της κοινότητας. Καμπάνες χτυπούσαν και μερικές σκηνές γυρίστηκαν μέσα σε παλιές εκκλησίες με τοιχογραφίες στους τοίχους. Εκεί είδαμε τον Παλαιών Πατρών Γερμανό να υψώνει το λάβαρο της επανάστασης και να ευλογεί τα όπλα και ανέβαινε το θυμίαμα και όλους τους τύλιγε ο καπνός και έλαμπαν τα φωτοστέφανα και γυάλιζε το δισκοπότηρο κι ακούγονταν ψαλμωδίες με ισοκρατήματα σε ήχους πλάγιους και έκλαιγαν μερικοί και σταυροκοπιούνταν οι γυναίκες και όλα έμοιαζαν αληθινά, τα ρούχα, οι περούκες, τα χτενίσματα, τα λόγια, η λειτουργία, η δοξολογία, οι
ψαλμωδίες, τα κηρύγματα και οι ήρωες.
 
Άλλες σκηνές γυρίζονταν σε στάνες, στο βουνό, σε σπίτια, μέσα σε ασβεστωμένες κάμαρες που έφεγγαν οι γκαζόλαμπες και στο τζάκι έκαιγαν χοντρά κούτσουρα και πετάγονταν σπίθες ψηλά και έλαμπαν τα βιτρώ παράθυρα στα παλιά εκείνα αρχοντικά με τις τοιχογραφίες με ρόδια, κυδώνια και μήλα, με σκηνές από τον Βόσπορο, την Βιέννη, τα παλιά λιμάνια, εικόνες με τον δικέφαλο αετό και άλλα σύμβολα.
 
Ο παππούς μου, τραγουδούσε παλιά τραγούδια, μακρόσυρτους σκοπούς. Και έλεγε και το τραγούδι αυτό που κάθε φορά που το ακούω τόσο ωραία τραγουδισμένο από τον Θεόφιλο μέσα μου ταράζεται κάτι και η καρδιά μου χτυπάει στη θύμηση όσων έζησαν στον τόπο μας και αγωνίστηκαν σε δύσκολους καιρούς.

Ο Θεόφιλος τραγουδάει ανυπέρβλητα το τραγούδι Καραϊσκάκης, με ενέργεια υψηλής τάσης. Το τραγούδι μιλάει για τον ήρωα της επανάστασης του 1821 και ανασύρει κάτι από  την θρυλική ηρωική μορφή, όπως την αισθάνθηκε ο λαϊκός άνθρωπος στα δημοτικά τραγούδια.
 

Τραγουδισμένο αριστοτεχνικά, με αίσθηση και με βαθύ παράπονο και παιγμένο από τους σπουδαίους μουσικούς της ορχήστρας, (Βασίλης Σούκας κλαρίνο και τσίμπαλο, Γιώργος Κόρος βιολί, Κώστας Πίτσος λαούτο, Ανδρέας Παππάς τουμπερλέκι), είναι από τα καλύτερα τραγούδια. Στα πανεπιστήμια πρέπει να διδάσκεται η ερμηνεία. Ο τραγουδιστής χρωματίζει συναισθηματικά τις φράσεις του, καθώς επαναλαμβάνει κάθε φορά και διαφορετικά την επωδό, Καραϊσκάκη μου. Το έχεις ακουστά το τραγούδι;

Παρασκευή ξημέρωμα, Καραϊσκάκη
Ωρέ μην είχε ξημερώσει
Που ρίξαν και σε λάβω-Καραϊσκάκη μ, σε λάβω-
Ωρέ σε λάβωσαν
Που ρίξαν και σε λάβωσαν Καραϊσκάκη
Ωρέ στη μάχη του Φαλήρου
Μωρέ σήκω να πας, Καραϊσκάκη
Στην Κούλου- Ωρέ στην Κούλουρη
Σήκω να πας στην Κούλουρη, Καραϊσκάκη
Ωρέ και στη Φανερωμένη
Για να σου, γιάνει τις πλη- Καραϊσκάκη μου, τις πλη-
Ωρέ τις πληγές…

Κάθε φορά που ακούω το τραγούδι αυτό, γυρίζουν στο μυαλό μου όλες οι ιστορίες και η μορφή του παππού μου με κοιτάει στοργικά. Σε ένα καφενείο σε μια πόλη, βρέθηκε κάποτε μια παλιά φωτογραφία. Την τράβηξε ένας ξένος φωτογράφος που πέρασε ως περιηγητής από τα μέρη εκείνα της ορεινής Ελλάδας, τότε που οι προπάπποι και παππούδες μας ζούσαν σε στάνες και τσελιγκάτα. Ο παππούς μου δεν έτυχε να δει αυτήν τη φωτογραφία. Είναι αυτός και στέκεται χαμογελαστός, ντυμένος με την παραδοσιακή στολή του. Κοιτάει ίσια και θαρρετά στον φακό του φωτογράφου και είναι σαν να συνεχίζει τις ιστορίες και τα τραγούδια του.
(Ένας χωρικός, καφενείο Πανελλήνιον).
 
 
Κείμενο Άγγελα-Αγγέλα Μάντζιου
Φωτογραφία Πίνακας ζωγραφικής του Γεωργίου Μαργαρίτη. Φιλοξενείται στην συλλογή του Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Παριστάνει τον Καραϊσκάκη να εφορμά στην Ακρόπολη.

Τελευταία νέα

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Thessaloniki
clear sky
15.5 ° C
16.1 °
13.9 °
55 %
2.1kmh
0 %
Πε
14 °
Πα
17 °
Σα
18 °
Κυ
13 °
Δε
12 °