«Why Cinema Now?»… Who cares?

Σινεμά για να κάνεις, έναν αιώνα και πλέον μετά την εξέλιξη της κινηματογραφικής τέχνης ή το έχεις ή δεν το έχεις. Δεν αρκεί να διαθέτεις τα τεχνικά μέσα και κάποια γνώση του χειρισμού τους, αλλά να μπορείς να βλέπεις πίσω απ’ το «διάφραγμα» (κατά Ζαν Ρενουάρ), που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην ανθρώπινη αντιληπτικότητα και την πραγματικότητα που μας περιβάλλει.



Σαν μια ταινία μικρού μήκους: Είμαι μισοξαπλωμένος σε νοσοκομειακό κρεβάτι με ανάκληση ως νοσηλευόμενος για «γάστρο» στην Α΄ Παθολογική του ΑΧΕΠΑ. Απέναντί μου όρθιοι, με την πλάτη στον τοίχο, στέκονται έξι πεμπτοετείς της ιατρικής, δύο φοιτητές και τέσσερις φοιτήτριες. Πριν από λίγο μου πήραν το ιστορικό οι δύο από τις φοιτήτριες. Έχει έρθει και ο ειδικευόμενος γαστρεντερολόγος που με κουράρει (και νιώθω τυχερόςγιατί νοιάζεται) για να τους κάνει μάθημα. Ρωτάει για το ιστορικό που μου πήραν, απαντάει η μία από τις δύο φοιτήτριες,ο γιατρός την διακόπτει κάθε τόσο και ρωτάει και τους υπόλοιπους για το τι μπορεί να σημαίνει το ένα σύμπτωμα και το άλλο και μετά τους κάνει σύντομες διαλέξεις περί μεθόδων διάγνωσης -«σε τι δίνουμε σημασία». Τον ακούω ως φωνή off, ενώ ζουμάρω με το βλέμμα μου σε ένα ένα στα πρόσωπα των φοιτητών και των φοιτητριών και μελετώ τις εκφράσεις των προσώπων τους… Ο ένας φαίνεται βαριεστημένος ή κουρασμένος, μία φοιτήτρια με τον φοιτητή δίπλα της όλο και κάτι σιγοψιθυρίζουν μεταξύ τους, μια άλλη φοιτήτρια παρακολουθεί τον διδάσκοντα γιατρό χωρίς όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το περιστατικό (σαν να «κρατάει σημειώσεις» νοερά για τις εξετάσεις), η διπλανή της είναι αυτή που λέει το ιστορικό μου, μηχανικά, με τη σειρά που το κατέγραψε, και μόνο η τελευταία, μια μικροκαμωμένη μελαχρινή με γυαλιά, ακούει συγκεντρωμένη, φαίνεται σαν να επεξεργάζεται τα δεδομένα μετά τις παρατηρήσεις του γιατρού και πού και πού κάνει κάποια ερώτηση ή παρατήρηση. Σκέφτομαι: «Νά, αυτή το έχει –νοιάζεται. Θα γίνει καλή γιατρός». Ρίχνω μια ματιά στον διδάσκοντα και παρατηρώ ότι κι αυτός αρχίζει να απευθύνεται κυρίως σε αυτήν (που νοιάζεται). Καδράρω πάλι με το βλέμμα μου ένα ένα τα νεαρά πρόσωπα, με την αντίθετη φορά από την προηγουμένη, ενώ ακούω τη σκέψη μου: «Είναι το σύστημα έτσι -από όσους περνάνε στην ιατρική να το έχει ένας στους έξι… Οι υπόλοιποι μπήκαν γιατί μπορούσαν, γιατί ήταν πρωταθλητές στη βαθμολογία, μπορούσαν να μπουν οπουδήποτε, και διάλεξαν τη σχολή με το υψηλότερο κοινωνικό στάτους στην Ελλάδα ή επειδή ένας από τους γονείς τους είναι γιατρός και τους κατηύθυνε…». Η αλήθεια είναι βέβαια πως και ο ειδικευόμενος που τους διδάσκει δεν τα έχει κωδικοποιημένα αυτά που λέει, όπως θα τα είχε κάποιος έμπειρος καθηγητής, τα λέει όμως με πάθος, νοιάζεται, και είναι προφανές ότι το έχει να είναι γιατρός. Εν κατακλείδι τους δίνει και μια συμβουλή: «Γιατροί θα γίνετε μόνοι σας, δεν πρόκειται να σας βοηθήσει κανείς… Ούτε στα νοσοκομεία, γιατί δεν προλαβαίνουν, έχουν τους ασθενείς τους οι γιατροί, κι όταν τελειώσουν πρέπει να πάνε στα σπίτια τους, στην οικογένειά τους… Ούτε στη σχολή θα μάθετε, γιατί το σύστημα είναι διαλυμένο -όχι ότι φταίει η δική μας ιατρική, παντού είναι έτσι στην Ελλάδα…». Τώρα ζουμάρω πάνω του. Κι αυτός συνεχίζει: «Να πηγαίνετε στα νοσοκομεία -και εκτός μαθημάτων, να βλέπετε περιστατικά, να ρωτάτε γι’ αυτά… κι ας μην σας απαντούν πάντα… Να κάνετε εφημερίες, να έχετε συνεχή επαφή με ασθενείς… Και να μάθετε να τα κάνετε όλα, τη δουλειά νοσηλεύτριας, να παίρνετε αίμα, να μετράτε το σάκχαρο… Σήμερα έχω εφημερία, όποιοι θέλετε ελάτε το απόγευμα, να σας δώσω κάτι να κάνετε…». Και μετά αποχωρούν όλοι μαζί -τελειώνει το μάθημα.

Το απόγευμα, αφού έχω ξεχάσει το περιστατικό,βλέπω να εμφανίζεται στο θάλαμο η μικροκαμωμένη μελαχρινή φοιτήτρια με τα γυαλιά, έρχεται κοντά σε μένα. «Να σας πάρω σάκχαρο» μου λέει ευγενικά. Της δίνω το δάχτυλο μου να με τρυπήσει και την ρωτάω: «Μόνο εσύ ήρθες από τους φοιτητές;» Χαμογελάει που την θυμήθηκα και μου απαντάει: «Κι ένας άλλος, αλλά από άλλο τμήμα». Κάνει το τρύπημα στο δάχτυλό μου (καλύτερα και από νοσηλεύτρια) και καθώς περιμένει να δείξει το μηχανάκι την τιμή της λέω: «Το ήξερα ότι θα έρθεις εσύ». Με κοιτάει απορημένη,δεν καταλαβαίνει… Μετά κοκκινίζει ελαφρά, χαμογελάει συνεσταλμένα, μου λέει την τιμή του σακχάρου που έχει δείξει το όργανο μέτρησης και αποχωρεί. Νιώθω ωραία που την εκτίμησα σωστά.


Το σινεμά, έναν αιώνα και πλέον μετά τη δραστική επιρροή του όχι τόσο στην αισθητική μας όσο στην αισθητηριακή μας αντίληψη, μας έκανε ικανούς να βλέπουμε /ακούμε / αφουγκραζόμαστε / διαισθανόμαστε /φανταζόμαστε, ακόμα και στην πραγματική μας ζωή, πράγματα που δεν είναι αισθητά σε ένα βλέμμα που δεν έχει εκπαιδευτεί να βλέπει /ακούει όπως στο σινεμά. Κάνοντας κοντινό στα πρόσωπα και ανιχνεύοντας τις εκφράσεις τους, συνθέτοντας τα γενικά με τα κοντινά πλάνα, αντιπαραθέτοντας τις εικόνες με τα λόγια που ακούγονται εκτός οπτικού πεδίου και μοντάροντας συνεχώς στιγμές και σκηνές με μια ορισμένη λογική ή αφηγηματική σειρά. Αλλά ποιος νοιάζεται για όλα αυτά;



Σωτήρης Ζήκος
sz@citymedia.gr


 


 


 


 


 


 


 


 

Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε

Ακολουθείστε το Cityportal.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλα τα τελευταία νέα

Cityportal.gr Live ενημέρωση: O κορωνοϊός λεπτό προς λεπτό στην Ελλάδα και παγκοσμίως