Θέατρο – κριτική: Είδαμε στο Θέατρο Γης την παράσταση «Η μητέρα του σκύλου» του Παύλου Μάτεσι σε σκηνοθεσία Κων/νου Γάκη
«Και τότε μονάχα εννόησα : το μεγάλο δεν είναι ο θάνατος. Το μεγάλο είναι οι νεκροί. Ο θάνατος περνάει. Οι νεκροί παραμένουν…. Και οι άνθρωποι έχουμε σέβας και φιλία προς το χώμα και επιθυμία για γη επειδή η γη είναι φτιαγμένοι από τάφους».
Το βραβευμένο και πολυμεταφρασμένο μυθιστόρημα του Π. Μάτεσι «Η μητέρα του σκύλου» (όπως γράφεται, συγκαταλέγεται στα 1001 βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να διαβάσει κανείς στη ζωή του) μεταφέρθηκε με έναν ιδιαίτερα αξιοπρεπή τρόπο και αποδόθηκε με σεβασμό μεταφέροντας στον θεατή όλο το εύρος των μηνυμάτων του πολυσήμαντου αυτού έργου.
Η Ραραού (σε μια δυνατή απόδοση από την Υρώ Μανέ), μέσα από τα καμουφλαρισμένα σπαράγματα της μνήμης της, μεταμφιέζει τον πόνο και τις στερήσεις της παιδικής της ηλικίας, κατά την περίοδο της Κατοχής. Η ζωή της ένας ιστός από δυσάρεστα γεγονότα – 2ος παγκόσμιος, πείνα, δυστυχία, θάνατοι, προσωπικές τραγωδίες. Και μέσα σε όλο αυτό το ρευστό και ερεβώδες σκηνικό, η Ρουμπίνη Μέσκαρη εμφορείται από ελπίδα με τα παραμορφωτικά της κάτοπτρα και κρατιέται από μικρές στιγμές – από την πουλάδα, ένα γέλιο, μια εκδρομή στη θάλασσα, μια αγκαλιά, ένα πιάτο φαγητό, το χώμα και τον φανταστικό «μικρό της κήπο». Όταν όλα μοιάζουν να καταρρέουν, αντιστέκεται στο χάος και αδιάκοπα ανασυντάσσεται με οδηγό την ελπίδα της για ένα φωτεινό αύριο.
«…Όπου ζοριστώ και δεν προχωράω (όταν δένεται με το σχοινί και αναλαμβάνει να τραβήξει το καρότσι του ανάπηρου στην μεγάλη ανηφόρα), βάρα με την βίτσα….. Ο ανάπηρος τη δέρνει, η Ραραού ξεχνάει να κοιτάξει πλάι για τη μαμά της, ο ανάπηρος τη βαράει. Η Ραραού ανεβαίνει πιο σβέλτα τώρα, σκέφτεται να μ’ έβλεπε τώρα το κοινό μου. Και θριαμβεύει.»
Το τραύμα μέσα της υποδόρια γιγαντώνεται. Χάνει την εμπιστοσύνη της στον κόσμο. Η αποσπασματική κατάδυση στον κόσμο των αναμνήσεων, στο ασυνείδητο και το ενστικτώδες την επιβαρύνουν και υιοθετεί ρόλους για να προστατέψει την εικόνα αλλά και την ψυχή της. Η ανάγκη πλέον του προσωπείου επιβεβλημένη κρατώντας όμως άμεση επαφή με τις δύο συναισθηματικές άγκυρες της ζωής της : τη μάνα της και το χώμα, τη γη.
Η θεατρική απόδοση της Υρούς Μανέ και της Κατερίνας Γιαννάκου στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο αυτούσιο κείμενο του βιβλίου αποδίδοντας την απλότητα στην διαχείριση των θεμελιακών στοιχείων της εθνικής ζωής. Εστιάζει στους ταπεινούς και τους αδύναμους, σαρκάζει τους εκάστοτε εφήμερα χρήστες της εξουσίας, αμφισβητεί τα κοινωνικά πρότυπα. Η οικογένεια αλλά και η γειτονιά παντοδύναμοι θεσμοί / δεσμοί με αρχετυπικές συμπεριφορές και νοοτροπίες (δυναμική Κανέλλω η Τάνια Τρύπη, παμπόνηρος ιερέας του χωριού ο Σπ. Μπιμπίλας, ο αστυνόμος της επαρχίας, ο Ιταλός καραμπινιέρος) που τον καιρό του πολέμου δεν αρνούνται το σκοτάδι γύρω τους, αλλά δεν το αφήνουν και να τους καταπιεί. Ίσως αυτό είναι το μυστικό της επιβίωσης: να κρατιέσαι από το φως της στιγμής, ακόμα και όταν ξέρεις πως η νύχτα σε κυκλώνει.
Η παράσταση με την γλώσσα της προφορικότητας διατηρεί την αμεσότητα διττά και με το βιβλίο και με τους θεατές (μεγάλο επίτευγμα να μην απογοητευθούν οι αναγνώστες ενώ την ίδια στιγμή να ενθουσιαστούν οι θεατές) περνά μια πλειάδα μηνυμάτων και ιστορικής αναδρομής μέσω ενός πικρού χιούμορ και μιας διαρκούς χαρμολύπης. Τόσο η ντοπιολαλιά της περιοχής από τους αντίστοιχους ρόλους (με μεγάλη επιτυχία) όσο και η γλώσσα μιας ημιμαθούς (αν όχι αγράμματης γυναίκας) που μιμείται τις μορφωμένες του ‘50 έδωσαν ιδιαίτερη αμεσότητα και αλληλο-επίδραση με το κοινό.
Κορυφαία στιγμή της παράστασης, στην απόλυτη σιωπή του Θεάτρου Γης το ουρλιαχτό της μικρής Ρουμπίνης (Υρώ Μανέ) βλέποντας στο καμιόνι της διαπόμπευσης τη μάνα της ξυρισμένη και τους συγχωριανούς της που μεταμφίεσαν τον πόνο, τις στερήσεις και τις ταπεινώσεις της κατοχής σε ηθική αγανάκτηση και μετατράπηκαν σε ανθρωποφάγους τιμωρούς για όσους μπόρεσαν να επιβιώσουν.
Μέσα από τις σκηνοθετικές οδηγίες του Κ. Γάκη και την γάργαρη ζωντανή μουσική του Στ. Κραουνάκη, όλος ο θίασος ισόποσα και αξιόλογα μοιρασμένος διαχειρίστηκε το συναίσθημα της ατομικής ιστορίας αλλά και την συλλογική Ιστορία, με το κενό που αφήνει η ανεκπλήρωτη προσδοκία. (Παν. Μπουγιούρης, Νίκος Ορφαός, Μαριαλένα Ροζάκη, Γιάννης Βασιλώττος, Νικόλ Δημητρακοπούλου, Ειρήνη Θεοδωράκη, Νατάσα – Φαίη Κοσμίδου, Στράτος Νταλαμάγκος, Γιώργης Παρταλίδης). Γίναμε όλοι συμμέτοχοι στην χαρτογράφηση των ανθρώπινων συναισθημάτων, με τα συν και τα πλην, τον αγώνα για επιβίωση σε μια χώρα που ακόμη και σήμερα παλεύει με τα φαντάσματά της.
Συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχοντες!! Ιδιαίτερα αξιόλογη απόδοση ενός βιβλίου που μας υπενθυμίζει ότι η μνήμη μας είναι η συνέπεια μας, η λογικής μας, η δράση μας, το συναίσθημά μας.
«Λένε ότι η κουκουβάγια ήταν κόρη του φούρναρη. Θεέ μου! Ξέρουμε ποιοί είμαστε αλλά όχι ποιοί μπορούμε να γίνουμε» Οφήλια / Άμλετ / «Σαίξπηρ».
Γράφει η Ανδρομάχη Καρανίκα – Δημητριάδου Συντονίστρια Λέσχης Ανάγνωσης ΣΑΑΚ Ανατόλια | Αύγουστος 2025 |
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
