Η Bloom Theatre Group παρουσιάζει στο Θέατρο Τ στη Θεσσαλονίκη, έως τις 18 Οκτωβρίου, την υπαρξιακή κωμωδία της Carole Fréchette «Επτά ημέρες από τη ζωή του Σιμόν Λαμπρός, αν η ζωή του σας ενδιαφέρει». Μια παράσταση που μιλά για την εργασία και την κοινωνική αξία, την αορατότητα, τη μοναξιά και την ανάγκη για σύνδεση, την ανάγκη ενός ανθρώπου να έχει σημασία για κάποιον.
Το κοινό βλέπει το αποτέλεσμα, όχι τις σκέψεις, τις αμφιβολίες και τα ερωτήματα που έχουν αυτοί που δημιουργούν και συμμετέχουν στην παράσταση. Τρεις από τους συντελεστές της μιλούν για όσα κράτησαν από αυτή τη διαδρομή. Ο Ανδρέας Παράσχος, που υπογράφει τη σκηνοθεσία και ερμηνεύει τον Σιμόν, η Μαρίνα Κωνσταντινίδου, συνσκηνοθέτιδα και δημιουργός των σκηνικών και των κοστουμιών, και η Άννα Μαρία Γάτου, που υποδύεται τη Ναταλί.
Επτά ημέρες από τη ζωή του Σιμόν Λαμπρός – αν η ζωή του σας ενδιαφέρει
Ποια φράση έμεινε χαραγμένη μέσα τους, ποια κουβέντα θα ήθελαν να συνεχιστεί όταν σβήσουν τα φώτα, τι τους δίδαξε το θέατρο που δύσκολα θα μάθαιναν αλλού. Οι απαντήσεις τους δεν περιορίζονται στη σκηνή. Αγγίζουν το άγχος της επιβίωσης, τη σχέση μας με όσα κάνουμε για να ζήσουμε και το πείσμα να επινοούμε ξανά τον εαυτό μας όταν οι επιλογές μοιάζουν να έχουν τελειώσει.
- Ποια φράση του έργου/στιγμή της παράστασης έχει αποτυπωθεί μέσα σου;
Ανδρέας Παράσχος: Η φράση που έχει αποτυπωθεί περισσότερο μέσα μου είναι: «Όταν ένας άνθρωπος δεν έχει πλέον τίποτα, το μόνο που του μένει είναι η ζωή. Θέλω να πω, μπορεί να διηγηθεί τη ζωή του…».
Νιώθω ότι αυτή η φράση αφορά, με έναν πολύ βαθύ τρόπο, όλους τους ανθρώπους. Γιατί ο καθένας κουβαλά τη δική του ιστορία, το δικό του βάρος, τις απώλειες και τη μοναξιά του. Κι όταν όλα τα υπόλοιπα φεύγουν, αυτό που μένει είναι η ίδια η ζωή και η ανάγκη να την αφηγηθείς, να τη μοιραστείς, να πεις «αυτό έζησα, αυτό είμαι».
Ίσως γι’ αυτό με συγκινεί τόσο. Γιατί μέσα από την αφήγηση της ζωής ενός ανθρώπου, όσο προσωπική κι αν είναι, μπορεί ξαφνικά να αναγνωρίσει τον εαυτό του κάποιος άλλος. Και εκεί, για μένα, βρίσκεται και η ουσία του θεάτρου: ένας άνθρωπος να λέει την ιστορία του και ένας άλλος να ακούει και να νιώθει ότι, με κάποιον τρόπο, αυτή η ιστορία είναι και δική του.
- Ποια συζήτηση θα ήθελες να συνεχιστεί μετά το τέλος της παράστασης;
Άννα Μαρία Γάτου: Θα ήθελα να αναρωτηθούμε σε ποιο βαθμό η δουλειά μας ορίζει την προσωπική μας ταυτότητα. Ο Σιμόν επινοεί κάθε μέρα ένα καινούριο επάγγελμα προσπαθώντας να ανακαλύψει τη θέση του σε αυτόν τον κόσμο, να σκεφτεί ποιος είναι, να νιώσει χρήσιμος, ορατός μέσα σε μια κοινωνία που δε τον βλέπει. Κάθε μέρα τρέχουμε πίσω από πρότζεκτ, προθεσμίες, συνεργαζόμαστε με ανθρώπους στο πλαίσιο μίας επαγγελματικής ιδιότητας, τι μένει όταν την αφήνουμε πίσω; Ποιος είμαι, αν δεν χρησιμοποιήσω τη δουλειά μου ως αφήγημα της καθημερινότητάς μου; Πρόκειται για ένα θέμα που συζητήσαμε με την οργανωσιακή ψυχολόγο Μαίρη Σπαθάρη στην ανοιχτή συζήτηση που έγινε στο Θέατρο Τ στις 4/10 μετά την παράσταση μας με τίτλο «Δουλεύω, άρα υπάρχω;» και η αλήθεια είναι ότι έγινε μία πολύ όμορφη κουβέντα με το κοινό που θα θυμόμαστε για καιρό.
Είναι πολύ σημαντικό να σκεφτούμε τι ανάγκες θέλουμε να καλύψουμε μέσα από τη δουλειά μας, όπως μας εξήγησε η κ. Σπαθάρη. Πόσο επιτρέπω αυτές οι ανάγκες να συνδέονται αποκλειστικά με την επαγγελματική μου ιδιότητα; Πόσο επιλέγω να τροφοδοτήσω τον εαυτό μου και από άλλες στιγμές μέσα στη ρουτίνα μου; Πόσο εύκολο είναι να συνδέσω την αξία μου με τις επαγγελματικές μου επιτυχίες, αφήνοντας στην άκρη άλλα κομμάτια της καθημερινότητας μου που θα μπορούσαν να με τροφοδοτήσουν και να με ενδυναμώσουν;
Είναι ερωτήσεις που έχει πολύ νόημα να τους δώσουμε χώρο στη σκέψη μας και να δούμε που βρισκόμαστε ή που θα θέλαμε να είμαστε. Πώς ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τη δουλειά μας επηρεάζει τελικά τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας.
- Τι σου μένει όταν μια παράσταση κλείνει τον κύκλο της και επιστρέφεις στην καθημερινότητά σου;
Ανδρέας Παράσχος: Μου είναι δύσκολο όταν μια παράσταση κλείνει τον κύκλο της. Νομίζω πως, σε αυτό το επάγγελμα, οι “αποχαιρετισμοί” είναι δύσκολο κομμάτι, γιατί δένεσαι με ανθρώπους, με ρόλους, με μια καθημερινότητα και με έναν ολόκληρο κόσμο που για ένα διάστημα είναι η ζωή σου.
Από την άλλη, το θέατρο έχει αυτή την όμορφη ιδιότητα: κάτι τελειώνει, αλλά πάντα κάτι άλλο έρχεται να γεννηθεί. Και κάθε φορά προσπαθώ να κρατήσω από μια παράσταση αυτό που μου άφησε, κάνοντας τη δική μου ανατροφοδότηση. Άλλοτε το αποτύπωμα είναι βαθιά θετικό και άλλοτε με βάζει σε σκέψεις, ίσως και με ένα πιο δύσκολο ή αρνητικό πρόσημο. Και τα δύο όμως είναι χρήσιμα.
Τελικά, όταν επιστρέφω στην καθημερινότητά μου, προσπαθώ να μην αφήνω πίσω μου μόνο μια παράσταση που τελείωσε, αλλά να κρατάω ό,τι μου έμαθε και ό,τι με μετακίνησε. Και μετά, όσο δύσκολος ή εύκολος κι αν είναι ο αποχαιρετισμός, ανοίγω χώρο για το επόμενο.
- Τι σου έχει μάθει το θέατρο για τη ζωή/τους άλλους/τον εαυτό σου, που δύσκολα θα μάθαινες με άλλο τρόπο;
Άννα Μαρία Γάτου: Το θέατρο με έχει μάθει ότι η ζωή είναι γεμάτη ανατροπές, γεμάτη εκπλήξεις και γεμάτη εμπόδια που καλείσαι να ξεπεράσεις για να φτάσεις σε αυτά που ονειρεύεσαι, όπως ο Σιμόν. Είναι σαν να έχεις μία παλέτα με χρώματα και να μπορείς συνεχώς να παίζεις και να πειραματίζεσαι με τις αποχρώσεις. Το θέατρο μας θυμίζει συνέχεια ότι ακόμα και η ζωή είναι ένα παιχνίδι που καλούμαστε να μαθαίνουμε συνεχώς καινούριους κανόνες, να ανακαλύπτουμε καινούριες πίστες και κάθε φορά που πέφτουμε, χρειάζεται να σηκωθούμε ξανά και να τρέξουμε να βρούμε τα υπόλοιπα παιδιά για να συνεχίσουμε στον επόμενο γύρο.
Το θέατρο ΕΙΝΑΙ οι άλλοι. Είναι τα μάτια, τα χέρια, η ανάσα του άλλου, είναι η σχέση. Το θέατρο δεν υπάρχει αν δεν συνδέεσαι με κάποιον άλλον, είτε είναι ο συμπαίκτης σου, είτε είναι το κοινό. Χρειαζόμαστε τους άλλους για να υπάρξουμε και κάθε φορά που το ξεχνάμε οφείλουμε να επιστρέφουμε εκεί. Το θέατρο είναι η ομάδα, οι άνθρωποι που ενώνουν τις δυνάμεις τους για να φτιάξουν κάτι όμορφο, με συγκινεί πάντα αυτή η σκέψη, όσο απλοϊκή κι αν ακούγεται, γιατί μου θυμίζει πόσο σημαντικό είναι το μαζί.
Το θέατρο με έχει κάνει να δω τον εαυτό μου με μια πολύ πιο καθαρή ματιά. Είχα πάντα μία ορμή με τα πράγματα, από μικρή, μία ενέργεια που καταλάβαινε μόνο η μαμά μου. Αυτό το μέρος που λέμε θέατρο, μου έδωσε τον χώρο να τη διοχετεύσω, να υπάρξω κάπου που μου κάνει νόημα και με τροφοδοτεί κάθε μέρα να θέλω να γίνομαι καλύτερη για μένα και για τους άλλους. Με έχει βοηθήσει να εξελιχθώ ως άνθρωπος και να αναπτύξω πτυχές που δεν ήξερα πριν ότι έχω. Κάθε μέρα, κάθε πρωί, νιώθω πολύ μεγάλη χαρά για την απόφαση να είμαι σε αυτό τον χώρο, με όλες τις δυσκολίες, γιατί ακόμα κι αυτές, με έχουν κάνει αυτό που είμαι σήμερα.
- Ποιο ερώτημα/ποια ερωτήματα άνοιξε η παράσταση για σένα; Βρήκες απάντηση/απαντήσεις;
Μαρίνα Κωνσταντινίδου: Η παράσταση αυτή άνοιξε μια σειρά από ερωτήματα και σκέψεις. Κάποια αφορούν το ίδιο το έργο και κάποια άλλα την ίδια τη διαδικασία που χρειάστηκε να ακολουθήσουμε για να φτάσουμε στην παράσταση.
Σε μια πρώτη ανάγνωση, το έργο μοιάζει να είναι μια κωμωδία, ένα ελαφρύ ανάγνωσμα που έχει ως βασικό στόχο να προκαλέσει το γέλιο — κάτι που, ομολογώ, μου είχε λείψει από την ενασχόλησή μου με το θέατρο και με έργα που, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, μοιάζουν πιο «σοβαρά». Όσο όμως μεγαλύτερη τριβή αποκτούσα με το κείμενο, τόσο περισσότερο ανακάλυπτα την εξυπνάδα του και, κυρίως, το πόσο σύγχρονη είναι η γραφή του, παρά το γεγονός ότι πίσω από την κωμική του επιφάνεια κρύβονται πολύ ουσιαστικά ζητήματα.
Ο βασικότερος προβληματισμός που μου δημιούργησε το έργο έχει να κάνει με το τι χρειάζεται τελικά να επινοήσει ένας άνθρωπος στη σύγχρονη εποχή προκειμένου να είναι χρήσιμος και, κατ’ επέκταση, να μπορέσει να βρει δουλειά. Και βάζω πρώτα τη λέξη «χρήσιμος», γιατί τη θεωρώ, τελικά, σημαντικότερη ακόμη και από την ίδια την εργασία.
Όπως ο Σιμόν επινοεί επτά παράλογες, σχεδόν απελπισμένες ιδέες για να αντιμετωπίσει το οικονομικό του πρόβλημα, έτσι κι εγώ συχνά νιώθω ότι χρειάζεται να κάνω επτά διαφορετικά πράγματα μέσα στην ίδια μέρα, προκειμένου να αισθάνομαι ότι είμαι χρήσιμη, ότι μπορώ να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις της δουλειάς μου και, τελικά, να τα βγάλω πέρα. Και κάπου εκεί συνειδητοποιώ ότι, είτε στον Καναδά της δεκαετίας του ’90 είτε στην Ελλάδα του 2026, η αγωνία ενός νέου ανθρώπου παραμένει, με διαφορετικές ίσως μορφές, αλλά στην ουσία της ίδια: πώς θα καταφέρει να βρει τη θέση του, να είναι απαραίτητος και να εξασφαλίσει τα προς το ζην.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το έργο δημιούργησε ερωτήματα και γύρω από την ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας της παράστασης. Το αρχικό μας ερώτημα ήταν αν τέσσερις άνθρωποι, χωρίς κεφάλαιο και χωρίς ιδιαίτερους οικονομικούς πόρους, μπορούν να δημιουργήσουν μια επαγγελματική παράσταση. Και όταν λέω «επαγγελματική», εννοώ σε κάθε επίπεδο: στην υποκριτική, στη σκηνοθεσία, στην παραγωγή, στη σκηνογραφία, αλλά και σε όλα όσα χρειάζονται για να σταθεί τελικά μια παράσταση ολοκληρωμένη και συνεπής απέναντι στο κοινό της.
Η απάντηση στην οποία καταλήγω, μετά από αυτή τη διαδικασία, είναι πως ίσως τελικά αυτό να είναι εφικτό.
Και τελικά, ίσως αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό κοινό σημείο ανάμεσα στον Σιμόν και στη δική μας διαδικασία: η ανάγκη να επινοήσεις τρόπους για να συνεχίσεις. Να βρεις λύσεις όταν όλα μοιάζουν να είναι περιορισμένα, και να στηριχθείς στους ανθρώπους που βρίσκονται μαζί σου, και πιστεύετε στα ίδια πράγματα.
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
