Συνέντευξη με τη Χριστίνα Ραφτοπούλου συγγραφέα του βιβλίου «Πώς κατάπια τη γιαγιά μου» [Διαστάσεις 14×20 | Εκδόσεις ΤΡΙ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ | ISBN 978-618-5860-20-2 | Μέρα Κυκλοφορίας 3 Ιουλ 2025 | Σελίδες 136]
«Πώς κατάπια τη γιαγιά μου»
Η Χριστίνα Ραφτοπούλου γεννήθηκε το 1994 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει έως σήμερα. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στο ΑΠΘ κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημιουργική Γραφή. Εργάζεται ως κειμενογράφος, επιμελήτρια κειμένων και δασκάλα δημιουργικής γραφής για παιδιά και ενήλικες. Διατηρούσε τη στήλη «Κλειδαρότρυπες» στο περιοδικό Θράκα, γράφοντας βιβλιοκριτικές. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί στον Χάρτη, στο Φρέαρ και στο Fractal, ενώ ο θεατρικός της μονόλογος «Ένα κουβάρι είμαστε» παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Θεάτρου Αντίσκηνο στην Κύπρο.
Από τις εκδόσεις ΤΡΙ.ΕΝΑ πολιτισμού κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο, η νουβέλα «Πώς κατάπια τη γιαγιά μου», ένα αφήγημα γραμμένο μέσα από τη φωνή ενός μικρού κοριτσιού, της Εκάτης, που μεγαλώνει σε ένα χωριό, μέσα σε ένα περιβάλλον γυναικών – γιαγιάδων, μητέρων, θειάδων – και προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο, το σώμα της, τη ζωή, τον θάνατο, τις σιωπές και τα μυστικά των μεγάλων.
Το βιβλίο αποτελείται από 53 μικρά, αυτοτελή κεφάλαια που λειτουργούν ως θραύσματα μνήμης. Η παιδική φωνή, ευαίσθητη και παρατηρητική, μεταφέρει με χιούμορ και συγκίνηση στιγμές καθημερινότητας, φαντασίας και βαθιάς συναισθηματικής εμπλοκής. Μέσα από σκηνές όπως τα βραδινά ξαπλώματα με τη γιαγιά και τον παππού, η κακαομαντεία, οι συζητήσεις με τις φίλες, τα μυστικά του σώματος και τα πρώτα ερωτήματα γύρω από την επιθυμία, η Ραφτοπούλου σκιαγραφεί τον εσωτερικό κόσμο ενός παιδιού που μεγαλώνει ανάμεσα σε αγάπη, πίστη, αμφιβολία και σύγχυση.
Πρόκειται για ένα έργο που εξερευνά τις διαγενεακές σχέσεις και τη θηλυκή ταυτότητα μέσα από μια παιδική ματιά που άλλοτε παίζει και άλλοτε καταγράφει με ακρίβεια χειρουργού τις μικρές και μεγάλες πληγές του οικείου. Η γραφή είναι άμεση, λιτή, αλλά έντονα βιωματική, με ισχυρές εικονοποιήσεις και αβίαστο λυρισμό. Το «Πώς κατάπια τη γιαγιά μου» δεν είναι απλώς μια παιδική αφήγηση – είναι μια μαρτυρία ενηλικίωσης και ένας λογοτεχνικός φόρος τιμής στις γυναίκες που μας μεγάλωσαν, με όλα όσα μας έδωσαν και όλα όσα δεν πρόλαβαν να πουν.
Μιλήσαμε μαζί της για το βιβλίο, την παιδική φωνή που επέλεξε, τις σιωπές που κρύβουν οι οικογένειες και τη λογοτεχνία που γεννιέται όταν επιστρέφεις στη δική σου παιδική ηλικία.
Χριστίνα Ραφτοπούλου | Συνέντευξη
- Ο τίτλος “Πώς κατάπια τη γιαγιά μου” είναι σχεδόν κανιβαλιστικός, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια τρυφερότητα. Πες μας πώς κατάπιε η Εκάτη τη γιαγιά της;
– Η Εκάτη καταπίνει τη γιαγιά της και κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στο τέλος του βιβλίου συμβαίνει μεν σουρεαλιστικά, όμως σε όλη τη διάρκεια έχει ήδη καταπιεί αυτά που οι μεγάλοι αφήνουν στα παιδιά: λέξεις, φόβους, σιωπές. Παρατηρώντας τη γιαγιά της, η Εκάτη τα κάνει κτήμα της, χωρίς να το συνειδητοποιεί.
- Υπάρχει μια αφοπλιστική ωμότητα στη ματιά των παιδιών που εμείς οι ενήλικες έχουμε χάσει. Πόσο δύσκολο ήταν για σένα να «αποβάλεις» την ενήλικη λογική και να επιστρέψεις στην εποχή που ο κόσμος εξηγούνταν μέσα από τα μάτια ενός παιδιού;
– Έγινε με έναν τρόπο μαγικό και φυσικό. Ένα πρωινό, την ώρα που ζωγράφιζα, μου ήρθε στο μυαλό μια σκηνή κι άρχισα να τη γράφω. Την επόμενη μέρα συνέβη το ίδιο και τη μεθεπόμενη ξανά. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι λέω την ιστορία ενός κοριτσιού. Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη ήταν ότι επέστρεψα στη δική μου παιδική ηλικία. Όταν έγινε αυτή η συνειδητοποίηση κι άρχισα πια να γράφω πιο συνειδητά και συγκεκριμένα, προσπάθησα να παραμείνω συνδεδεμένη με αυτήν την παιδική ματιά, που απλώς παρατηρεί, δεν φιλτράρει, δεν εξηγεί και να βυθιστώ στο σύμπαν της Εκάτης.
- Τι σου επέτρεψε να πεις με μια παιδική φωνή που δεν θα μπορούσε να πει μια ενήλικη αφηγήτρια;
-Η παιδική φωνή έδωσε χώρο στα ανείπωτα, με βοήθησε να παίξω, να δώσω χιούμορ στο βιβλίο, αλλά και να πλέξω μια υπόγεια ειρωνεία. Μου επέτρεψε να μιλήσω για όσα καταπίνουμε πριν αποκτήσουν όνομα, πριν χρειαστεί να τα εξηγήσουμε ή να τα τακτοποιήσουμε μέσα σε λογικές και ενήλικες αφηγήσεις. Το παιδί βιώνει τον κόσμο ωμά και άμεσα. Έτσι μπόρεσα να μιλήσω για τη σιωπή, τον φόβο και την αγάπη, όπως εγγράφονται στο σώμα και στη μνήμη και όχι όπως αναλύονται εκ των υστέρων από έναν ενήλικα αφηγητή. Παράλληλα, αυτή η οπτική μού έδωσε τη δυνατότητα να αφήσω μια ειρωνεία να πλανάται: η μικρή Εκάτη δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει, ο ενήλικας όμως αναγνώστης ή αναγνώστρια διαβάζει πίσω από τις γραμμές.
- Το βιβλίο περιέχει σιωπές, τα πράγματα που οι μεγάλοι δεν λένε στα παιδιά. Ποια από αυτές τις σιωπές θεωρείς πιο βαριά; Και ποια πίστευες ότι προστατεύει;
-Δύσκολη ερώτηση. Νομίζω είναι αλληλένδετα. Οι σιωπές είναι βαριές, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να προστατεύσουν. Ένα παιδί έρχεται στον κόσμο και γνωρίζει τους σημαντικούς ενήλικες σε μια συγκεκριμένη φάση της ζωής τους και πλάθει μια αφήγηση γι’ αυτούς με βάση όσα ξέρει και βλέπει. Συχνά, όταν αποκαλύπτεται μια αλήθεια που συγκρούεται με όσα έχει στο μυαλό του, το οικοδόμημα καταρρέει. Συμβαίνει όμως και το αντίθετο. Μια σιωπή που τελικά λέγεται, μπορεί και να λυτρώσει.
- Ένα παιδί βλέπει πράγματα που οι μεγάλοι νομίζουν ότι δεν βλέπει. Ποιο από αυτά που «είδε» η Εκάτη θεωρείς πως τη «σημάδεψε»;
-Αυτό αναζητώ τώρα στο δεύτερο βιβλίο μου, που είναι η συνέχεια του πρώτου. Θα συναντήσουμε την Εκάτη στη δεκαετία των είκοσι να διαπραγματεύεται μέσα της όλα όσα έχει καταπιεί.
- Η γραφή σου είναι λιτή αλλά λυρική, έχει ποίηση χωρίς να γίνεται ποίημα. Πώς κρατάς αυτή την ισορροπία; Και ποιοι συγγραφείς σε επηρέασαν στο να βρεις αυτή τη φωνή;
-Για να γράψω αυτό το βιβλίο εμπνεύστηκα από την Μαργαρίτα Καραπάνου και το βιβλίο της «Η Κασσάνδρα και ο λύκος». Ο τρόπος που χειρίζεται το τραύμα και το σκοτάδι μέσα από την παιδική ματιά με συγκλόνισαν. Προσπάθησα λοιπόν να κάνω κάτι αντίστοιχο, όμως από μία πιο θετική και φωτεινή πλευρά.
- Σε μια εποχή που τα βιβλία για την παιδική ηλικία συχνά πέφτουν στη νοσταλγία ή το μελόδραμα, εσύ καταφέρνεις κάτι άλλο – μια όχι και τόσο συνηθισμένη ειλικρίνεια. Τι πιστεύεις ότι προσφέρει αυτό το βιβλίο που δεν το βρίσκουμε αλλού;
-Δεν ξέρω αν προσφέρει κάτι που δεν υπάρχει αλλού, ευελπιστώ όμως ότι καταφέρνει δύο πράγματα: από τη μία να φέρει γέλιο και καλοπέραση κι από την άλλη να προκαλέσει σκέψη και προβληματισμό. Ο στόχος μου δηλαδή αυτός ήταν, σε μια πρώτη ανάγνωση ο αναγνώστης ή η αναγνώστρια να διασκεδάσει και σε μια δεύτερη να ανακαλύψει τα στρώματα που κρύβονται πίσω από τις λέξεις.
- Παρά τις πληγές και τις σιωπές, το βιβλίο έχει και τρυφερότητα, χιούμορ, στιγμές χαρούμενης οικειότητας. Τι ήθελες να κρατήσει ο αναγνώστης από αυτό το βιβλίο;
-Χαίρομαι που τα εντοπίζετε αυτά, γιατί όπως είπα και πριν, ήθελα ο αναγνώστης ή η αναγνώστρια να περάσει καλά διαβάζοντας το βιβλίο, να θυμηθεί κομμάτια της δικής του παιδικής ηλικίας, αλλά και να σταθεί σε όσα τελικά κουβαλάμε μέσα μας. Να υπάρχει γέλιο, τρυφερότητα και χαρά, αλλά και χώρος για σκέψη και συναισθήματα που δεν λέγονται πάντα φωναχτά.
- Ποια σκηνή ή κεφάλαιο σε τάραξε περισσότερο όταν το έγραφες;
-Το κεφάλαιο με το όνειρο. Η Εκάτη βλέπει στον ύπνο της μια σκηνή όπου η πεθερά της γιαγιάς της της φέρεται με άσχημο τρόπο. Ήθελα να φωτίσω το παρελθόν της γιαγιάς που ήταν δύσκολο και σκληρό, όπως άλλωστε και των περισσότερων γυναικών εκείνης της γενιάς.
- Εργάζεσαι ως δασκάλα δημιουργικής γραφής για παιδιά και ενήλικες. Τι σου έμαθαν οι μαθητές σου για τη γραφή που δεν το ήξερες πριν τους γνωρίσεις;
-Ότι η φαντασία και η δημιουργικότητα υπάρχουν μέσα μας καταχωνιασμένες και σκονισμένες και αρκεί ένα μικρό ερέθισμα για να τις ξαναφέρει στο φως.
- Αυτό ήταν το πρώτο σου βιβλίο. Τι σου πήρε και τι σου έδωσε; Υπάρχει μια επόμενη ιστορία που σε καλεί να τη γράψεις, ή χρειάζεσαι ακόμα χρόνο να αποστασιοποιηθείς από την Εκάτη;
-Αυτό το βιβλίο είναι ένας φόρος τιμής στην παιδική μου ηλικία και σε όλα όσα ανακάλυψα μεγαλώνοντας, επομένως σίγουρα μου έδωσε τη δυνατότητα να επανασυνδεθώ με αυτό το κομμάτι μου, να δουλέψω μαζί του και να το κατανοήσω. Πέρα από αυτό, μου έδωσε την εμπειρία του πώς είναι να γράφεις, να ολοκληρώνεις και να εκδίδεις τελικά ένα βιβλίο. Πήρε δηλαδή τη θεωρία και την έκανε πράξη. Και φυσικά μου χάρισε μερικούς μήνες απόλυτης χαράς και ελευθερίας. Πέρασα τόσο ωραία γράφοντάς το που όταν τελείωσε ένιωσα βαθιά θλίψη. Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι μου έχει πάρει κάτι.
Η Εκάτη είναι ακόμα παρούσα στη ζωή μου, καθώς τώρα πλάθω σιγά σιγά τη συνέχεια της ιστορίας της. Εξ αρχής ο στόχος μου ήταν να δούμε την ηρωίδα σε διάφορα στάδια της ζωής της και η παιδική της ηλικία ήταν ο πρώτος σταθμός. Τώρα ανακαλύπτω τον δεύτερο σταθμό της.
- Διατηρούσες μια στήλη με βιβλιοκριτικές. Μου δίνεις την αφορμή να σου ζητήσω τους τίτλους από 10 βιβλία που διάβασες τα τελευταία χρόνια, τα οποία σε συνεπήραν και θα τα πρότεινες στους βιβλιόφιλους αναγνώστες του cityportal
Το κλειδί, Tanizaki
Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη, Αμάντα Μιχαλοπούλου
Πράγματα που σκέφτεται η Παρθένος Μαρία καπνίζοντας κρυφά στο μπάνιο, Αλεξάνδρα Κ*
Yellowface, R.F.Kuang
Νυχτερίδες, Λένα Κιτσοπούλου
Η κοιλιά του γαϊδάρου, Andrea Abreu Lopez
Πιάσε το λαγό, Lena Bastasic
Ω Λαλά, Δαμιανός Αγραβαράς
Δύο, Έλενα Μαρούτσου
Φόβος, Stefan Zweig
- Πως ερμηνεύεται η σχεδόν παντελής απουσία του ανδρικού φύλου;
-Μου αρέσει αυτή η ερώτηση γιατί είναι κάτι που συνειδητοποίησα εκ των υστέρων και με έκανε κι εμένα να απορήσω. Η απάντηση στην οποία κατέληξα είναι πως πρώτα πρώτα η Εκάτη μεγαλώνει σε μια μητριαρχική οικογένεια και κατά δεύτερον, οι σημαντικοί άλλοι για εκείνη ήταν οι γυναίκες που την περιτριγύριζαν. Ήθελα λοιπόν να δω πώς μας επηρεάζουν τελικά οι γυναίκες που μας μεγαλώνουν και με τις οποίες αναπόφευκτα λίγο πολύ ταυτιζόμαστε.
- Θα άλλαζε κάτι ουσιαστικό αν η Εκάτη ήταν αγόρι; Ή το βιβλίο μιλάει για κάτι που υπερβαίνει το φύλο, για την παιδικότητα, την απώλεια, τη μνήμη;
-Σίγουρα εξ αρχής το φύλο της Εκάτης είχε σημασία για μένα, γιατί ήθελα να δείξω πώς είναι να είσαι κορίτσι και να μεγαλώνεις σε ένα χωριό στις αρχές του 2000. Πώς μας έμαθαν να είμαστε τα «καλά κορίτσια» και πώς αυτό διαμορφώνει τελικά τη σχέση μας με τον κόσμο αλλά και με τον εαυτό μας. Υπάρχουν βέβαια σημεία στα οποία προσπάθησα να φωτίσω και την πλευρά των αγοριών, τα οποία -στη γενιά μου τουλάχιστον- έπρεπε να είναι δυνατά και ατρόμητα. Πέρα όμως από όλα αυτά, θεωρώ πως ταυτόχρονα το βιβλίο υπερβαίνει το φύλο και πραγματεύεται την αθωότητα, τις απώλειες, τη μνήμη και τον τρόπο που καταπίνουμε αυτά που οι μεγάλοι μάς αφήνουν.
ΤΡΙ.ΕΝΑ Πολιτισμού: Εκδόσεις και βιβλία, δράσεις και εργαστήρια που γεννιούνται από το “μαζί”
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
