Φώτης Βάρθης | Η εικαστική παραμυθία της χαρακτικής

Ο Φώτης Βάρθης γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Το 2015 αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, ενώ νωρίτερα είχε ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές του στη γραφιστική. Ήδη από την παιδική του ηλικία είχε ασχοληθεί με το βυζαντινό σχέδιο, ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του γνώρισε τη χαρακτική και αφοσιώθηκε σε αυτή. Έργα του έχουν φιλοξενηθεί σε πολλές και σημαντικές εκθέσεις, ενώ σήμερα το έργο του «Το κλειδί» φιλοξενείται στην έκθεση «Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους» του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή.

Τα έργα του γοητεύουν μέσα από την παραμυθία των μορφών. Οι αφηγηματικές αναπαραστάσεις του συνδυάζουν τη βυζαντινή τεχνοτροπία με τη φαντασία και το παιχνίδισμα μιας σύγχρονης προσέγγισης. Διαμορφώνεται έτσι ένα συγκεκριμένο στυλ, μια τέχνη χαρακτηριστική και απόλυτα δική του. Οι μορφές του έχουν όγκο και καμπυλότητα. Γέρνουν το σώμα και το βλέμμα τους τριγύρω μας, αισθάνονται και συνομιλούν με τις δικές μας αισθήσεις. Μέσα από συμβολισμούς και απόκοσμες αφηγήσεις ξυπνούν τις αναμνήσεις και τους συνειρμούς μας. Τελικά ο κόπος της τεχνικής και του υλικού αποδίδεται στο τύπωμα με γλυκύτητα. Η μυρωδιά του ξύλου μοιάζει να διαπερνά την οπτική εικόνα.


Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τη χαρακτική;

Η συστηματική ενασχόλησή μου με το αντικείμενο ξεκίνησε στη σχολή. Πιο πριν είχα μια πολύ γενική αντίληψη διαμορφωμένη από κάποια πολύ δημοφιλή χαρακτικά του Ντύρερ και του Ντορέ. Έπειτα στη σχολή χρειάστηκε να επιλέξω ένα δεύτερο εργαστήριο και, έχοντας ήδη απορρίψει τη γλυπτική, ήρθα σε επαφή με τη χαρακτική. Στην αρχή δεν καταλάβαινα πολλά, δεν αντιλαμβανόμουν πλήρως το πώς θα πρέπει να χειριστώ τα υλικά και το τι θα μπορέσω τελικά να δημιουργήσω. Ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός απολάμβανα όλο και περισσότερο τη διαδικασία.

Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στη συγκεκριμένη τέχνη;

Η χαρακτική σε βάζει σε μια πολύ διαφορετική συνθήκη, απαιτεί μια άλλου είδους συγκέντρωση. Δεδομένου ότι το λάθος σχεδόν απαγορεύεται κατά τη διαδικασία της χάραξης, θα πρέπει κανείς να είναι απόλυτα προσηλωμένος σε αυτό που κάνει εκείνη τη στιγμή. Έτσι με κάποιον τρόπο όλα τα άλλα σβήνουν. Ειδικά όταν φτάνω στο κομμάτι της χάραξης, τυχαίνει να δουλεύω για 4-5 ώρες συνεχόμενα χωρίς να συνειδητοποιώ καθόλου το πέρασμα του χρόνου. Μου αρέσει πολύ αυτό. Επιπλέον μου αρέσει η επαφή με το υλικό, το ότι αγγίζω το ξύλο και το χειρίζομαι. Ένιωσα ότι μου ταίριαξε πολύ περισσότερο από τη ζωγραφική. Η προετοιμασία των υλικών, το πώς ξεκινάει κανείς να χαράσσει, το τύπωμα που παίρνει στο τέλος, όλα ήρθαν και κόλλησαν στην ιδιοσυγκρασία μου.

Ποια είναι η διαδικασία; Πώς δημιουργείται ένα χαρακτικό;

Ξεκινάω από μια πρώτη ιδέα και προσπαθώ να συνθέσω τη δομή της. Σκοπός είναι να λύσω όλα τα συνθετικά της κομμάτια, να νιώσω ότι δένουν και ότι εκφράζουν τη σκέψη μου. Όταν φτάσω σε αυτό το σημείο συνεχίζω δουλεύοντας πάνω στο σχέδιο, το οποίο βέβαια δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ ως αυτόνομο έργο. Έπειτα το μεταφέρω πάνω στην επιφάνεια του ξύλου και αρχίζω τη χάραξη. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας. Είναι άλλωστε και αυτό που μου αρέσει περισσότερο, οπότε πολλές φορές μπορεί να το τραβήξω επίτηδες παραπάνω, να το δουλεύω για πολύ καιρό. Κατά τη διάρκεια της χάραξης παίρνω κάποια δοκιμαστικά τυπώματα για να δω σε τι σημείο βρίσκεται, αν πιθανόν χρειάζεται να κάνω αλλαγές, να ελέγξω τα φώτα του σχεδίου κ.τ.λ. Στο τέλος παίρνω και πάλι κάποια δοκιμαστικά τυπώματα μέχρι να βρω το σωστό σημείο μελανώματος. Παίζει επίσης ρόλο το αν θα τυπωθεί σε πρέσα, οπότε πρέπει να δοκιμαστούν οι σωστές πιέσεις. Όταν κουμπώσουν όλα αυτά και το τύπωμα έχει πια σταθερότητα και συνέπεια τότε ξεκινάει να τυπώνεται και η τελική σειρά των έργων.

Πιστεύετε ότι ο κόσμος είναι εξοικειωμένος με τη χαρακτική; Αναγνωρίζει την τεχνική της ή τη συγχέει πιθανόν με άλλες μορφές τέχνης;

Όντως οι περισσότεροι μπερδεύονται συνήθως με την ξυλογλυπτική και νομίζουν ότι δίνουμε όγκο στο υλικό. Στη χαρακτική όμως το ξύλο είναι απλώς η μήτρα που θα αποδώσει το έργο στα τυπώματα. Η παράδοση της χαρακτικής στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρή και πρόσφατη. Στο Άγιον Όρος ξεκινάει τον 17ο περίπου αιώνα. Πρόκειται για μια πρακτική που εισάγεται από το εξωτερικό και αναπτύσσεται σταδιακά. Ίσως τα τελευταία χρόνια να υπάρχει και πάλι ένα ενδιαφέρον για τη χαρακτική αλλά σίγουρα δεν είναι μαζικό. Ο περισσότερος κόσμος μάλλον αγνοεί πλήρως τη μεσολάβηση της χάραξης της μήτρας η οποία δίνει στο τέλος το τύπωμα. Εγώ και αρκετοί χαράκτες από τη δική μου γενιά επιλέγουμε όποτε μας δίνεται η ευκαιρία να εκθέτουμε και τις μήτρες των έργων, κάτι που δεν θα γινόταν σε καμία περίπτωση παλαιότερα. Δεν υπήρχε καν σαν λογική. Η μήτρα ήταν αυτό που θα παρήγαγε το έργο και δεν είχε κανένα λόγο να εκτεθεί. Επιπλέον, αποτελεί απόδειξη των κινήσεων και της τεχνικής του καλλιτέχνη, οπότε υπήρχε πιθανόν και μια σχετική μυστικοπάθεια γύρω από την έκθεσή της. Εμείς το κάνουμε για εκπαιδευτικούς λόγους αλλά και για την εξοικείωση του κόσμου με τη χαρακτική. Νομίζω ότι το αποτέλεσμα εκτιμάται καλύτερα όταν κανείς γνωρίζει τη διαδικασία που έχει προηγηθεί.

Στα έργα σας είναι έντονη η επιρροή της βυζαντινής τέχνης. Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με αυτή;

Ξεκίνησα την ενασχόλησή μου με τη βυζαντινή τέχνη από όταν ήμουν μικρός 11 χρονών και συνέχισα μέχρι την εφηβεία μου. Έπειτα μπαίνοντας στη σχολή δυσκολεύτηκα να υιοθετήσω το ακαδημαϊκό στυλ, όπου πρέπει να μετρήσεις ένα σώμα με συγκεκριμένο τρόπο για να πλάσεις τους όγκους και τις φόρμες του. Είναι πολύ διαφορετικό από τη βυζαντινή λογική. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο σταμάτησα για κάποιο διάστημα να ασχολούμαι με τη βυζαντινή τέχνη. Δεν μπορώ καν να θυμηθώ ποιο ήταν το σημείο που επέστρεψα. Ήταν σίγουρα σημαντική η συνάντησή μου με τον Γιώργο Κόρδη. Όταν έμαθα πως έκανε ένα μάθημα σχετικό με την εικόνα στη Θεολογική Σχολή άρχισα να παρακολουθώ τις διαλέξεις του. Τα έργα του μου είχαν κάνει έτσι κι αλλιώς πάρα πολύ εντύπωση, ταίριαζαν με την αισθητική μου και ήταν ένας από τους λίγους σύγχρονους καλλιτέχνες που με ενθουσίαζαν. Στο μάθημα αυτό ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή μαζί του και άκουσα τη θεωρία του. Τότε αντιλήφθηκα το πόσο λίγα πράγματα γνώριζα σχετικά με τη θεωρία αλλά και το ίδιο το βυζαντινό σχέδιο. Ακόμη, βέβαια, αναζητώ και ανακαλύπτω καινούρια πράγματα σε σχέση με την τέχνη αυτή. Νιώθω ότι είμαι σε ένα πολύ αρχικό επίπεδο σε σχέση με το τι έχει να δώσει η βυζαντινή ζωγραφική. Η αίσθηση αυτή με παρακινεί να ασχολούμαι όλο και περισσότερο.

Γιατί επιλέγετε τη βυζαντινή τεχνοτροπία στα χαρακτικά σας έργα; Τι είναι αυτό που σας προσφέρει;

Αυτό που συνηθίζω να λέω είναι ότι οποιαδήποτε εικαστική προσέγγιση μοιάζει σαν να προσπαθεί κανείς να μιλήσει μια γλώσσα. Προσωπικά δεν έχω εμβαθύνει σε καμιά άλλη εικαστική γλώσσα με την ίδια συναισθηματικότητα που το έχω κάνει στη βυζαντινή τεχνοτροπία. Επιπλέον, από όσες έχω δει και όσες έχω ψάξει, δεν έχω βρει καμιά η οποία να έχει τόσο βάθος, να είναι τόσο ολοκληρωμένη. Μου φαίνεται σαν μια εικαστική γλώσσα απόλυτα συμπαγής σε αυτό που θέλει να μεταφέρει. Επιτυγχάνει άριστα τον σκοπό της. Όσον αφορά τη χαρακτική, η βυζαντινή τεχνική μου ταίριαξε πάρα πολύ στο κομμάτι αυτό. Έχουν μια κοινή αφετηρία. Όπως στη βυζαντινή εικόνα ξεκινάμε από έναν σκούρο κατά βάση προπλασμό και έπειτα σταδιακά χτίζουμε τα φωτεινά σημεία, έτσι και στη χαρακτική ξεκινάμε από κάτι σκοτεινό και αρχίζουμε να πλάθουμε σταδιακά το φως. Πρακτικά αν μελανωνόταν και τυπωνόταν μία επιφάνεια ξύλου, θα έβγαζε ένα απόλυτο μαύρο. Οπότε ό, τι χαράσσουμε πάνω σε αυτή την επιφάνεια είναι φως. Η βυζαντινή τεχνική είναι μια πολύ καλή βάση και ταιριάζει στη χάραξη του ξύλου. Επιπλέον, είναι μια τέχνη που συνάδει με τα θέματα που επιλέγω. Δύσκολα θα έβρισκα κάτι που να την αντικαθιστά επάξια. Πρωτίστως όμως είναι μια εικαστική γλώσσα που την αισθάνομαι σαν τη μητρική μου. Μου φαίνεται λίγο ανούσιο το να προσπαθήσω να κάνω μια κάποιου άλλου είδους τέχνη. Είναι σαν να προσπαθώ με το ζόρι να γράψω λογοτεχνία στα αγγλικά. Νιώθω ότι έχω πολύ μεγαλύτερη άνεση μέσα στη βυζαντινή τέχνη, νιώθω πολύ πιο ελεύθερος. Δεν ξέρω αν μου προκαλεί μια αίσθηση ασφάλειας αλλά με κάποιον τρόπο κουμπώνει πάνω μου, στο αισθητικό αποτέλεσμα που επιθυμώ και στη θεματολογία που επιλέγω.

Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στη βυζαντινή τέχνη;

Η βυζαντινή τέχνη δεν προσπαθεί να αντιγράψει κάτι από τον φυσικό κόσμο, δεν είναι ρεαλιστική με αυτή την έννοια. Πρόκειται για ένα καθαρά εικαστικό περιβάλλον όπου τα πράγματα αναπαριστώνται κατά σύμβαση. Ένα εικαστικό βάζο δεν είναι ποτέ το ίδιο το βάζο, αλλά κατά κάποιο τρόπο η ουσία του αντικειμένου. Η προσέγγιση αυτή είναι βαθιά ζωγραφική, το να προσπαθείς να συλλάβεις την ουσία μέσα από την αφαίρεση και μέσα από την κατά συνθήκη παρουσίαση. Γενικά, για πολλούς η βυζαντινή ζωγραφική είναι απόλυτα και αποκλειστικά συνδεδεμένη με την εκκλησιαστική τέχνη. Για αυτό και συχνά την αντιλαμβάνονται σαν κάτι υποδεέστερο από άλλα είδη ζωγραφικής. Αυτό είναι βέβαια εύλογο γιατί πέρασε μία πολύ μεγάλη περίοδος κατά την οποία όσοι ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή έκαναν πράγματα τελείως επιφανειακά. Όντως η παραγωγή εκείνης της περιόδου ήταν κάτι ευτελές. Νομίζω, ωστόσο, ότι πλέον ζούμε μια αναγέννηση της βυζαντινής τέχνης.

Συχνά έργα σας έχουν κοσμήσει εξώφυλλα δίσκων. Πώς προέκυψαν αυτές οι συνεργασίες;

Δεν είναι η δουλειά μου να δημιουργώ εξώφυλλα, δεν είμαι cover artist. Το κάνω μόνο όταν νιώθω ότι με κάποιον τρόπο το έργο μου ταιριάζει στη μουσική. Αυτό είναι το κριτήριό μου. Το πρώτο έργο που μπήκε σε εξώφυλλο ήταν η «Ιερή πληγή». Ήταν ένα μεγάλο έργο που μου πήρε τρεις μήνες ασταμάτητης δουλειάς για να το ολοκληρώσω. Ήταν ένα από τα τελευταία έργα που είχα κάνει στη σχολή. Οι Aherusia μου είχαν ζητήσει τότε να γίνει εξώφυλλο στον καινούριο τους δίσκο γιατί θεώρησαν πως ταιριάζει με τη θεματική του. Εγώ είχα ενθουσιαστεί με την ιδέα. Γνώριζα ήδη τη μουσική τους και ο τρόπος με τον οποίο προέκυψε η συνεργασία μας μου φάνηκε μια καταπληκτική συγκυρία. Το έργο εκείνο βέβαια προϋπήρχε του δίσκου. Αργότερα προέκυψαν και άλλες αντίστοιχες συνεργασίες, στις οποίες όμως δημιούργησα το έργο στοχευμένα για τον συγκεκριμένο σκοπό. Έτσι έγινε και με τους Villagers of Ioannina City που ήταν επίσης μια συνεργασία που με ενθουσίασε. Μια άλλη πολύ ωραία συνεργασία ήταν με την Μαρία Μελαχροινού. Τότε είχαμε τυπώσει το ίδιο το έργο πάνω στο εξώφυλλο των CD. Είχαμε βγάλει 400 αριθμημένα και υπογεγραμμένα αντίτυπα. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία και θα ήθελα πολύ να το ξανακάνω.

Παίζει ρόλο η μουσική στην καλλιτεχνική διαδικασία; Σας αρέσει η συντροφιά της όταν εργάζεστε;

Ναι, ακούω πάντα κάτι όταν δουλεύω. Η δουλειά του χαράκτη είναι έτσι κι αλλιώς μια μοναχική διαδικασία, οπότε πάντα επιλέγω να ακούω κάτι στο βάθος. Μου αρέσει αυτό το επίπεδο συντροφιάς. Καμιά φορά ξεκινώντας μπορεί να μην το παρατηρήσω, όμως μόλις νιώσω τη σιωπή θα θελήσω σίγουρα κάτι να γεμίζει τον χώρο. Απλά επιλέγω κάτι που να μη χρειάζεται την προσοχή μου. Αν βέβαια υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνεργασία τότε θέλω να ακούω μόνιμα τη μουσική του δίσκου που θα σχετίζεται με το έργο μου. Ανήκω σε μια γενιά που ακούγαμε τους δίσκους στην ολότητά τους και έτσι έχω ακόμη την αίσθηση πως θέλω να ακούω το σύνολο των κομματιών για να σχετιστώ μαζί τους.

Έχετε εικονογραφήσει και έχετε αφηγηθεί δικές σας ιστορίες. Ποια είναι η σχέση σας με το παραμύθι;

Έχω διαβάσει πολλά παραμύθια και μου αρέσουν πάρα πολύ. Μου αρέσει πολύ η δομή τους. Το παραμύθι που έγραψα, «Η Ρομφαία της Αυγής», προέκυψε προς το τέλος της φοίτησής μου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Με βοήθησε και πρακτικά γιατί μαζί με το κείμενο δημιουργούνταν εικόνες που θα μπορούσα να χαράξω. Από την άλλη, υπήρχαν έργα που είχα φανταστεί και που προσπαθούσα να τα ενσωματώσω στην αφήγηση του παραμυθιού. Άλλοτε προηγούνταν η εικόνα και άλλοτε η αφήγηση. Το παραμύθι αυτό με βοήθησε πολύ στο να έχω συνέπεια και ρυθμό στον τρόπο που δούλευα. Ήθελα κάτι που να με τροφοδοτεί μόνιμα και να μπορώ να συνεχίσω να δουλεύω συστηματικά. Επιπλέον, ήθελα να ζήσω όλη τη διαδικασία, από την ιδέα μέχρι τη στιγμή που θα γινόταν βιβλίο. Από μόνα τους το παραμύθι και το εκάστοτε χαρακτικό αποτελούν φυσικά ολότητες, αλλά είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία το πώς θα τα ενώσεις, πώς θα είναι οι στήλες, ποια θα είναι η γραμματοσειρά κ.τ.λ. Ήθελα να βιώσω όλη αυτή τη διαδικασία και μου άρεσε τελικά πάρα πολύ. Η «Ρομφαία της Αυγής» είναι ένα παραδοσιακό βιβλίο, υπάρχουν 52 αντίτυπα μεγαλύτερου μεγέθους στα οποία είναι τυπωμένες οι αυθεντικές ξυλογραφίες. Με ελκύει γενικά πολύ η σκέψη του βιβλίου. Αργότερα εκδόθηκε και το έργο «Γυναίκες που επιστρέφουν» σε συνεργασία με τον Χρυσόστομο Τσαπραΐλη. Είχα δημιουργήσει μια σειρά χαρακτικών βασισμένα σε παραλογές τα οποία χρησιμοποίησε και έντυσε με δικά του κείμενα.

Αυτό το διάστημα συμμετέχετε στην έκθεση με τίτλο «Ο Φώτης Κόντογλου και η επιρροή του στους νεότερους» στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή. Ποια είναι η σχέση σας με τον Κόντογλου; Πώς αλληλεπιδράτε με το έργο του;

Η πρώτη μου επαφή με τον Κόντογλου ήταν όταν μια καθηγήτρια στο λύκειο μου είχε φέρει να διαβάσω την «Έκφραση». Με τα έργα του αισθάνομαι μια πρώτη έλξη, χωρίς να καταλαβαίνω το τι ακριβώς μου προκαλούν και γιατί. Αντιλαμβάνομαι ενστικτωδώς ότι κάτι μου αρέσει. Δεν ξέρω και αν θέλω να το ψάξω περισσότερο, να το εκλογικεύσω. Μου αρέσει αυτό το αδιαμεσολάβητο συναίσθημα. Αγγίζει μία πολύ συγκεκριμένη χορδή του εαυτού μου. Πέρα από το ζωγραφικό του έργο, μου αρέσει πολύ και το συγγραφικό. Ή ακόμη καλύτερα ο συνδυασμός τους. Γενικά, ο Κόντογλου έφερε πίσω τη βυζαντινή τέχνη. Είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο. Ήταν όντως πολύ δογματικός από ένα σημείο και έπειτα. Εκ των υστέρων, όμως, μπορούμε να πούμε ότι ίσως να χρειαζόταν αυτή η υπερβολή, αυτό το τόσο μεγάλο πάθος, ο αφορισμός όλων των άλλων πραγμάτων. Τώρα πια μπορούμε να τα δούμε όλα με μεγαλύτερη ασφάλεια και ψυχραιμία. Δεν μπορεί όμως να μην αναγνωρίσει κανείς το ότι ο Κόντογλου εδραίωσε τη βυζαντινή τέχνη. Τα έργα του μου προκαλούν μια ανεξήγητη αίσθηση. Έχουν φτάσει σε ένα σημείο λιτότητας το οποίο είναι και το πιο ουσιαστικό. Μου βγάζουν μια πολύ μεγάλη γοητεία.

Πώς αισθάνεστε για την παρουσία σας στην έκθεση αυτή;

Μου φαίνεται πολύ τιμητικό το ότι συμμετέχω στην έκθεση. Είναι πολύ πιο σπουδαίο από το να παρουσίαζα για παράδειγμα απλώς τα δικά μου έργα. Όσον αφορά την επιρροή του Κόντογλου στους νεότερους, μου αρέσει να προσεγγίζω αυτό το θέμα με έναν ρομαντικό τρόπο. Πάντα μένει τελικά ένα κατάλοιπο μέσα στα έργα. Οτιδήποτε μελετάς γίνεται ένα δικό σου κομμάτι. Ζυμώνεται αναγκαστικά με εσένα. Είναι σαν συνέχεια, σαν μια κληρονομιά σχεδόν βιολογική. Θα έλεγε κανείς ότι η επιρροή των δασκάλων μοιάζει με μια κλωστή που διαπερνάει την πρακτική και την ιστορία της τέχνης. Είναι γοητευτικό το πώς ένα στοιχείο κληρονομείται, μεταβάλλεται και εξελίσσεται.

Το έργο του Φώτη Βάρθη θα παραμείνει στην έκθεση του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου 2022.

Γράφει η Άννα Κάμπα

Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Γιαννακού.


 

Διαβάστε επίσης:

Το τάμα ως πανανθρώπινη ανάγκη | συνέντευξη: Παναγιώτης Καμπάνης