Site icon Cityportal.gr

Σταύρος Μπόνιας, «Τον Άι Γιώργη φεύγουμε».

Ο γιατρός Σταύρος Μπόνιας συμπληρώνει φέτος σχεδόν μισόν αιώνα συνεχούς παρουσίας ως τραγουδιστής δημοτικών (και ιδίως σαρακατσάνικων) τραγουδιών. Έχει συνεργαστεί με κορυφαίους μουσικούς του είδους όπως οι αποθανόντες Βασ. Μπατζής, Γιάννης Βασιλόπουλος, Σωτ. Σγούρος, Ξεν. Μπαντής και οι ζώντες Γρ. Καψάλης,  Κ. Ζέρβας, Ν. Φιλιππίδης, Γ. Κωτσίνης, Κ. Ζαραλής, Αλεξ. Αρκαδόπουλος κ.π.ά. Πάμπολλες οι συμμετοχές του σε Σαρακατσάνικους γάμους, γλέντια και ανταμώματα, σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, αλλά και πλούσια η προσωπική του δισκογραφία. Την πιο πρόσφατη δισκογραφική του κατάθεση αποτελεί το διπλό cd-λεύκωμα με τίτλο «Τον Άι Γιώργη φεύγουμε».

Το ομότιτλο τραγούδι αναφέρεται, όπως ευκόλως γίνεται αντιληπτό, στην νομαδική λαότητα [ii] των Σαρακατσάνων ή Σαρακατσαναίων, οι  οποίοι ακριβώς, μέχρι πριν λίγες δεκαετίες, τον Άι Γιώργη «έφευγαν», δηλ. ανέβαιναν για ξεκαλοκαιριό στα βουνά, όπου υπήρχαν βοσκές για τα πρόβατά τους, και περίπου τον Αϊ Δημήτρη «γύρναγαν», κατέβαιναν δηλ. για τον αντίστοιχο οικονομικό λόγο στα χειμαδιά, στα πεδινά, όπου οι χειμώνες ήταν ηπιότεροι [iii]. Αυτό το φεύγουν-έρχονται βέβαια μπορεί, νομίζω, να ειπωθεί-διαβαστεί και ανάστροφα, αφού τα «β’νά», «τα άϊ βουνά», νιώθουμε περσότερο για πατρίδα μας ακόμα και οι σημερινοί αστοί Σ [iv]. Ως τραγούδι τώρα αυτό, 2ο στο 1ο cd του έργου, σε αργούστικο 4σημο ρυθμό, δεν είναι «παλιακό» Σαρακατσάνικο, αλλά νεώτερο στιχούργημα [v]. Χωρίς την πειστική ερμηνεία του Μπόνια και την μεστή απόδοση της ορχήστρας θα περνούσε -κατά τη γνώμη μου- σχεδόν απαρατήρητο.

«Στο έργο που έχετε στα χέρια σας (γράφει ο Μπόνιας) έχω συμπεριλάβει τραγούδια ποικίλης θεματολογίας. Τραγούδια του γάμου, της αγάπης, της ξενιτιάς κλέφτικα, παραλογές, κυρίως σαρακατσάνικα, αλλά και μερικά του γραμμοφώνου». Καθώς «πέρα από τα αμιγώς δικά μας τραγούδια, οι πρόγονοί μας, τραγουδούσαν με τον δικό τους τρόπο και πολλά τραγούδια της ευρύτερης ελληνικής παράδοσης». Ιδίως, δε όταν «στη ζωή των Σαρακατσάνων μπήκε το γραμμόφωνο με αποτέλεσμα κάποια τραγούδια που ταίριαζαν με το σαρακατσάνικο ύφος να αγαπηθούν ιδιαίτερα και να τραγουδιούνται μέχρι σήμερα σαν να είναι δικά μας» [vi]. Δεν είναι του παρόντος να μιλήσουμε για το γιατί, πόσο και πώς επέδρασαν οι γραμμοφωνήσεις στο ύφος και το ήθος των τοπικών μουσικοποιητικών παραδόσεων.

Το 1ο cd ξεκινάει με το επιτραπέζιο τραγούδι «κόρη ξανθή τραγούδαγε», του οποίου προηγείται μια όμορφη εισαγωγή, σόλο κλαρίνο, του ανερχόμενου Κώστα Τζελέπη [vii]. Γίνεται έτσι αμέσως φανερό ότι έχουμε να κάνουμε με μια σοβαρή (και όχι ευκαιριακή) δισκογραφική κατάθεση. Η φωνή-ερμηνεία του Μπόνια μεστή, ζεστή, μελισματική, καθηλωτική, σαν «το τραγούδισμα και τον ν’ηχό» της κόρης, που και αυτόν τον ήλιο ακόμα κάνει να βασιλεύει. Η μαγική (και μαγευτική) δύναμη της Τέχνης γαρ.

Στο συρτό 1.3 ο ερωτευμένος ρωτάει με αγωνία το «φεγγάρι ασημοφέγγαρο» [viii], το «όλη τη νύχτα ξάγρυπνο» και «πολυταξιδεμένο», εάν τον σκέφτεται η αγαπημένη του εκεί στην ξενητειά, όπου βρίσκεται. Πόσοι από τους 700.000 νεομετανάστες μας δεν θα τραγουδούσαν αυτό το τραγούδι (εάν το δημοτικό τραγούδι είχε την θέση που του αξίζει στο ηχητικό-πολιτισμικό και μιντιακό μας τοπίο) – έστω και μέσα από τα σημερινά εικονικά φεγγάρια του διαδικτύου;

Στο ωραιότατο αργό τσάμικο 1.5 ένα «αγγελικό κορμί» κάθεται και υφαίνει σε «μαλαματένειο αργαλειό με φιλντισένιο χτένι». Εκεί την συναντά και την καλημερίζει ο «ξένος», «καβαλάρης πραματευτής». Εμμέσως της προτείνει να τον παντρευτεί κλπ. Πρόκειται για το γνώριμο και πανάρχαιο μοτίβο της δραματικής «αναγνώρισης» μετά από την προηγούμενη «δοκιμασία της συζυγικής πίστης». Ένα θέμα που, μάλλον, συγκινεί και απασχολεί ως τις μέρες μας τους ερωτευμένους, παρά τις ποικίλλες ελευθεριότητες των συγχρόνων ηθών.

Το εξαιρετικό 1.6 «Ρίχνει Χαλάζι Σταυρωτό» μιλάει για την μοίρα του ξένου, ο οποίος χαροπαλεύει με τις αντίξοες συνθήκες της ξενητειάς, όπου «τους ξένους δεν τους κλαίν’ / ν ουδέ τους παραχώνουν … γιατί ‘ν’ το χώμα ακριβό / κι η γης αγορασμένη … » !  Ανατριχιατικά επίκαιρο τραγούδι. Αναρωτιέμαι αν όσοι δισκογραφούν, τραγουδάν, ακούνε και χορεύουν αυτό το τραγούδι το συνδέουν, άραγε, με τα πέριξ ναυάγια και τα ανώνυμα μνήματα χιλιάδων ξένων στην χώρα μας και την Ε.Ε. ή εκλαμβάνουν ως ξένο μόνο τον «δικό» μας ξενητεμένο; Οι άλλοι πάλι που έχουν αποκηρύξει αφοριστικά το Δημοτικό μας τραγούδι (χωρίς καν να το γνωρίσουν) δεν φαντάζονται τα τόσα επίκαιρα και πανανθρώπινα μηνύματα κομίζει. Αμφότεροι δε συνειδητοποιούν, άραγε, το παιχνίδι που ΜΜΕ παίζουν οι έμποροι των εθνών και οι μεταπράττες του πολέμου, οι οποίοι από κύριοι υπεύθυνοι του ξεριζωμού εκατομμυρίων «ξένων» (προσφύγων και μεταναστών) μεταΜΚΟλλάσσονται σε «φιλάνθρωπους» σαμαρίτες, διασώστες κτό;  Γιατί ‘ν’ το χώμα ακριβό / κι η γης αγορασμένη στις καπιταλιστικές συνθήκες εκμετάλευσης, οι οποίες διαφεντεύουν όλο και πιο ασφυκτικά τις ζωές των λαών.

Διατρέχοντας το cd1 στέκομαι ιδιαίτερα στο συγκλονιστικό «Καράβι Μπαρμπαρέζικο» [1.8]. Το τραγούδι είναι όντως παλιακό δημοτικό και όχι ξόμπλι ή νεώκοπο. Δυστυχώς ο αμείλικτος δισκογραφικός χρόνος περιστέλλει και συμπιέζει επικίνδυνα τα λόγια πολλών δημοτικών τραγουδιών. Για αυτό επιτρέψτε μου να  παραθέσω τα λόγια του τραγουδιού στην καταγραφή του Δημήτρη Κυριάκου, όπως τραγουδιόταν από τους Σαρακατσάνους της Θράκης και της Βουλγαρίας [ix].

To 2ο cd ξεκινάει με το χαρακτηριστικό «Χαιρέτα μας την Κλεφτουριά» [2.1], τραγουδισμένο έξοχα πό τον Στ. Μπόνια. Αναφέρεται στον Σαρακατσάνο κλεφταρματωλό Κατσαντώνη, ο μύθος του οποίου διατηρείται ζωντανός μέχρι σήμερα στους Σαρακατσάνικους πληθυσμούς, ενώ ανδριάντας του στήθηκε από την Π.Ο.Σ.Σ. στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων. Τα Άγραφα θεωρούν ως απώτερη κοιτίδα τους οι Σαρακατσάνοι, αλλά και εαυτούς «οιονεί» κληρονόμους του ηρωικού και αδούλωτου πνεύματος του ’21. Απαιτούνται, ωστόσο, κριτικός κοινωνικός αναστοχασμός και σοβαρές ιστορικές προϋποθέσεις, πράγμα που δεν φαίνεται να κατανοείται από φορείς και άτομα, παγιδευμένα μέσα σε ένα εξόχως ναρκισιστικό-εσωστρεφές σχετικό αφήγημα.

Από τα υπόλοιπα τραγούδια του 2ου cd σταχυολογώ ενδεικτικώς :

Το [2.6] αναφερόμενο στην «Προδοσία του Κατσαντώνη». Εδώ ο ήρωας ενδιαφέρεται να διαμηνύσει ότι αιχμαλωτίστηκε όχι σε παλληκαρίσια μάχη σώμα με σώμα, αλλά «με προδοσιά, με δόλο», όταν τον βρήκαν «αρρωστημένο και ξαρμάτωτο στο στρώμα / σαν το μωρό στην κούνια του, στα σπάργανα δεμένο».

Το [2.11] «Εψές με την αστροφεγγιά». Εδώ υμνείτιαι η δύναμη και η γοητεία του προικισμένου Τραγουδιστή. Κατάδικος ών, τραγουδάει, τί άλλο, «της φυλακής τα ντέρτια». Το όμορφο τραγούδισμά του κάνει θαύματα. Κάνει τα καράβια να πιάνουν λιμάνι για να τον ακούσουν και την «βασιλοπούλα» να του χαρίζει την ποινή.

Το [2.12] «Λεφτοκαριά της φυλακής». Αποτελεί ένα Δημοτικό τραγούδι για την κοινωνική αδικία και ιδίως στον ευαίσθητο χώρο του Ποινικού δικαίου. Εδώ ο σε τρία χρόνια εκλεισμού καταδικασμένος (και δη από φίλια και αδερφικά ενεργήματα), επειδή (όπως όχι σπάνια συμβαίνει και σήμερα ακόμα, ιδίως όταν πρόκειται για ταξικά αδύναμους καταδίκους) «παραπέσαν τα χαρτιά»… παρέμεινε στην φυλακή για δέκα χρόνια κλπ. Το τραγούδι δίνεται εδώ σε ζωηρό 4σημο ρυθμό, ενώ έχει τραγουδηθεί ως επιτραπέζιο από τον κορυφαίο προπολεμικό κλαρινοπαίχτη Νικόλα Καρακώστα.

Το [2.14] «Τρεις λεβεντάδες το’ βαλαν» … να βγουν στον πάνω κόσμο. Συγκλονιστικό τραγούδι του Κάτω κόσμου σε μοτίβο Ηπειρώτικου βάλς.

Το [2.15] «Κερασίνα». Υπέροχο ερωτικό τραγούδι από την περιοχή της Θεσσαλίας, επιτραπέζιο. «Ανάθεμα την μάννα σου που σ’ έστειλε στον γάμο / και σ είδαν τα ματιά μου και ζάπι δεν τα κάνω» κλπ …

Το παρόν μικρό μας σημείωμα, ασφαλώς, δεν μπορεί να συμπεριλάβει παρουσίαση-ανάλυση όλων των τραγουδιών και των μελωδικορυθμικών μοτίβων του διπλού cd. Πάντως, από έναν δίσκο με Σαρακατσάνικα τραγούδια δεν θα μπορούσαν, ίσως, να έλειπαν τα εμβληματικά γαμήλια, «Καλώς τον γάμο πού ‘ρχεται», αργό 4σημο, και «Βασιλικέ μου φλάμπουρα», αργό τσάμικο, τα οποία ακούμε αντίστοιχα στα Νο 2 του CD2 και Νο 12 του CD1. Καλώς ή κακώς, όμως, στο διπλό cd-λεύκωμα συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα «αλαφρότιρα» τραγούδια. Ίσως διότι πρέπει να διατηρηθούν οι γέφυρες και με μέρος του κοινού, το οποίο αρκείται σε μια πιο «διασκευαστική» πρόσληψη και χρήση της μουσικής.

Η ορχήστρα που πλαισιώνει τις εκφραστικές ερμηνείες του Στ. Μπόνια αποτελείται από τους καταξιωμένους μουσικούς του είδους:  Κώστας Τζελέπης (κλαρίνο), Κώστας Κωσταγιώργος (βιολί), Γιώργος Ματθαίου (λαούτο), Γιάννης Διαμάντης (κιθάρα), Ανδρέας Ζαραλής (τουμπερλέκι) και στο ντέφι ο τραγουδιστής Γιάννης Λίτσιος. Οι περισσότεροι από αυτούς ασκούν άλλο κύριο βιοποριστικό επάγγελμα (αστυνομικός, κτηνοτρόφος κλπ). Τούτο καταδεικνύει το πόσο απρόσοδο και επισφαλές είναι πλέον το επάγγελμα του ακραιφνώς δημοτικού μουσικού. Αποδεικνύει όμως ταυτόχρονα και την ικανότητα, το μεράκι και την αφοσίωση των συγκεκριμένων (και μερικών άλλων συναδέλφων τους) μουσικών στο να επιτελούν, καίτοι ετεροαπασχολούμενοι, σε τόσο υψηλό εκφραστικό επίπεδο την δύσκολη αυτή Τέχνη. Διότι πολλές φορές ο μέσος ακροατής δεν υποψιάζεται καν το πόσο υψηλή Τέχνη (και τεχνική) απαιτεί η ορθή απόδοση της Δημοτικής-Παραδοσιακής μας Μουσικής.

Το παρουσιαζόμενο έργο συνιστάται όχι μόνο στους πολυπληθείς φίλους του Σταύρου Μπόνια, αλλά και σε όσους θα ήθελαν να τον γνωρίσουν σε μια ώριμη δισκογραφική του κατάθεση. Δεν άντεξε τυχαία το σχοινί τον Σταύρο Μπόνια επί πενήντα σχεδόν χρόνια. Το ιδιαίτερο χρώμα της φωνής του και η ειλικρίνεια των ερμηνειών του τον καθιέρωσαν ως έναν από τους μελωδικότερους (μαζί με τον μεγάλο Βασίλη Σερμπέζη) εν ζωή τραγουδιστές της Σαρακατσάνικης δισκογραφίας. Πέραν τούτου ο χαρακτήρας του ΣΜπ αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το κοινό του, το οποίο τον αποκαλεί συχνά «Ο Σταύρος», αλλά και «Ο Σταυράκης». Και αυτό κάτι σημαίνει.


[i] Ο Γιάννης Βρύζας είναι (δικηγόρος, δρ Νομικής & ΔΜΣ ποινικού δικαίου , αλλά και) μουσικοσυνθέτης. Έγραψε τραγούδια πάνω σε ποίηση διαφόρων, αλλά και σε δικούς του στίχους. Συνεργάστηκε και ηχογράφησε με κορυφαίους μουσικούς και τραγουδιστές. Δημοσίευσε άρθρα και μελέτες του (σε εφημερίδες και νομικά περιοδικά), καθώς και ποιήματά του.
[ii] Ως λαότητα ορίζουμε ένα συγκεκριμένο σύνολο ανθρώπων με ιστορικά διαμορφωμένη γλωσσική, πολιτιστική, οικονομική και εδαφική κοινότητα.
[iii] Παραβίαση αυτού του «φυσικού» κανόνα (θα) είχε ολέθριες συνέπειες όπως π.χ. μαθαίνουμε από το τραγούδι «Αναθεμά σε παχνιστή». Δεν περιλαμβάνεται στον παρουσιαζόμενο δίσκο. Προτείνω να το ακούσετε στην ερμηνεία του +Κώστα Νάκα από την συλλογή του Σίμωνα Καρά «Τραγούδια Θεσσαλίας – μέρος 2ον».
[iv]  Γράφει σχετικά ο Μεν. Λουντέμης στο «Γλυκοχάραμά» του : «Α! ναι… Είναι χλιβερό το κατηφόρισμα. Η ψυχή όλου αυτού του κόσμου που κατεβαίνει είναι γιομάτη σύννεφα. Ο αέρας τους μπουκώνει τη φωτιά της ζωής τους, τους πιάνει την αναπνοή, τους παγώνει τις κλείδωσες».
[v]  Σύμφωνα με τον Μπόνια το τραγούδι του το παραχώρησε ο Θεόδωρος Γιαννιώτης, πρώτος πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Σ.
[vi] Σχετικά με την προβληματική του τί είναι «δικό μας» και τί όχι στις τοπικές παραδόσεις, βλ. και Κυριάκος Μωυσίδης, «Οι χοροί των Ποντίων, μια προσπάθεια αποσαφήνισης». Δημοσιεύτηκε στον ‘Ευξεινο Πόντο’, φύλλο 6-7/2022, σελ 8 επομ.
[vii]  Άξιου μαθητή του Γιώργου Κωτσίνη, ο οποίος μαθήτευσε στον τρόπο του μεγάλου Βασίλη Μπατζή. Κρίκοι μιας άρρηκτης, αλλά και εξελισσόμενης, μη στατικής, ανοιχτής, αλυσίδας η παράδοση και η Τέχνη. Ο παρουσιαζόμενος δίσκος αποτελεί και την πρώτη δισκογραφική συνεργασία του σολίστα με τον τραγουδιστή.
[viii] Το τραγούδι (κατά τον Μπόνια) προέρχεται από την συλλογή του Κώστα Τσούτσου.
[ix]  Καράβι Μπαρμπαρέζικο ξεβγαίν’ απο την Πόλη
Σέρει φλαμπούρια κόκκινα μπαϊράκια μεταξένια
Σέρει τους δούλους δώδεκα τους σκλάβους δεκαπέντε
Σέρει τον Γιάννη νιόγαμπρο δώδεκα Χρόνια σκλάβο
Κι αποψ’ είδε στον ύπνο του στον ύπνο απού κοιμάνταν
Παντρεύεται η αγάπη του και παίρνει τον οχτρό του
Κι ο Γιάννης αναστεναξε και στάθ’κε το καράβι</em
Καραβοκύρης φώναξε καραβοκύρης λέει
-Ποιός ηταν π’αναστέναξε και στάθ’κε το καράβι;
Κι αν ειν’ απο τους δούλους μου το βιό να τ αβγατίσω
Κι αν ειν’ απο τους σκλάβους μου για να τον ξεσκλαβώσω
– Εγώ ημαν π’ αναστέναξα και στάθ’κε το καράβι
Πέντε μερούλες νιόγαμπρος δώδεκα χρόνια σκλάβος
…..
Του δίνει εν’ άλογο ψαρί σαράντα πληιασμένο
Και τ’ αβγατίζει την ταή σαράντα μίνια κούπες
Κι οσο να τ’ πούν ώρα καλή πάει σαράντα μίλια
Κι όσο να τ’ πούν το έχε γειά παίρει σαράντα ράχες
Σαν πάει και την έλαβε σαν Παναϊά γραμμένη
Ν’ αγάλια αγάλια προσκυνά και τους φιλεί τα χέρια
Άλλος την κέρναγε φλουρί κι άλλος μαργαριτάρι
Κι ο Γιάννης το σκλαβόϊπουλο κερνάει την αρριβώνα.

 

Οι τόποι του καλοκαιριού

Exit mobile version