Υπήρξε μια εποχή, και δεν πάει τόσος πολύς καιρός, που το μολύβι είχε ακόμα μυρωδιά ξύλου και η πένα ακουμπούσε με δισταγμό πάνω στο χαρτί, λες και είχε συνείδηση του βάρους των λέξεων, που θα άφηνε πίσω της. Ήταν η εποχή που γράφαμε. Όχι πληκτρολογούσαμε. Όχι αποθηκεύαμε. Αλλά γράφαμε. Με το χέρι. Σε τετράδια, σε σημειωματάρια, σε μικρές καρτέλες ή στις πίσω σελίδες βιβλίων. Ήταν μια καθημερινή τελετουργία, αθόρυβη και εσωτερική, η οποία, χωρίς να το καταλάβουμε, γινόταν κάτι το ιερό.
Σήμερα, αυτό που άλλοτε ήταν αυτονόητο, έγινε σπάνιο. Έγινε «συνήθεια ρετρό». Έγινε, θα λέγαμε, φετίχ. Κάτι που κάποιοι εξακολουθούν να λατρεύουν και να το εφαρμόζουν, ενώ η πλειονότητα έχει απλώς σταματήσει να το χρησιμοποιεί. Τα παιδιά ακόμα γράφουν στα σχολεία, όχι πάντα με μολύβι, αλλά οι ενήλικες; Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος έγραψε ένα γράμμα, ένα ημερολόγιο ή απλώς μια λίστα με το χέρι;

Ο γραφικός χαρακτήρας: ένα είδος προς εξαφάνιση
Ο γραφικός χαρακτήρας, εκείνο το μοναδικό αποτύπωμα της ψυχής μας στο χαρτί, έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν είναι μόνο ότι δεν γράφουμε, αλλά ότι έχουμε ξεχάσει πώς γράφεται κάτι. Όχι από ορθογραφικής άποψης,αυτή είναι μια άλλη συζήτηση, αλλά από την άποψη της μορφής. Πόσοι νέοι ενήλικες σήμερα θα μπορούσαν να γεμίσουν μια σελίδα με καθαρό, ρέοντα χειρόγραφο λόγο χωρίς να κουραστούν, να διακόψουν ή να στραφούν τελικά στο πληκτρολόγιο;
Η γραφή με το χέρι απαιτεί χρόνο, χώρο και διάθεση. Είναι μια δραστηριότητα που σου ζητά να σταθείς, να σκεφτείς, να επιλέξεις τη λέξη σου και να την αφήσεις να κυλήσει απ’ το μυαλό σου στο χέρι σου, κι από εκεί στο χαρτί. Δεν προσφέρεται για την ταχύτητα της πληροφορίας. Αντιθέτως, είναι εγγενώς αργή. Κι ίσως γι’ αυτό σήμερα τη χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ.
Μια μεγάλη μου αγάπη: το χαρτί
Το χαρτί δεν είναι ουδέτερο. Κρατάει μνήμες, κρατάει μυρωδιές. Ένα παλιό τετράδιο έχει πάνω του τη σκόνη και τη νοσταλγία. Μια καρτ ποστάλ από ταξίδι έχει τη θέρμη της παλάμης που την έγραψε. Ένα γράμμα αγάπης, ένα σημείωμα χωρισμού, ακόμα κι μια λίστα γραμμένη για τα ψώνια στο ψυγείο έχει την προσωπική σφραγίδα εκείνου που την έγραψε. Και όλα αυτά τώρα σπανίζουν.
Τα τετράδια σήμερα πωλούνται κυρίως για αισθητικούς λόγους. Είναι όμορφα, με vintage εξώφυλλα, με σελίδες χρωματιστές ή «κραφτ», με σχεδιαστικά μοτίβα που παραπέμπουν περισσότερο σε lifestyle αξεσουάρ παρά σε εργαλεία έκφρασης. Αγοράζονται με την ίδια λογική που κάποιος αγοράζει ένα βινύλιο: για το τελετουργικό, για την αίσθηση, για το τι εκπροσωπεί, όχι για την καθημερινή χρήση.

Οι πένες και τα στυλό, ένα χάδι στην ψυχή
Η αγάπη για τις πένες δεν είναι μόδα. Είναι επιστροφή σε κάτι βαθύτερο. Όποιος έχει γράψει ποτέ με καλή πένα ξέρει πως υπάρχει κάτι σχεδόν μεταφυσικό στη ροή του μελανιού πάνω στο χαρτί. Δεν είναι απλώς γραφή, είναι χάραξη. Είναι η γλώσσα που αποκτά σάρκα.
Καθεμία πένα είναι μια μικρή αρχιτεκτονική ιδιοτροπία. Άλλες βαριές, με το βάρος να γέρνει προς το καπάκι σαν να σε προσκαλούν να γράψεις αργά και με σκέψη, άλλες ελαφριές, έτοιμες να χορέψουν πάνω στο χαρτί. Το πάχος της μύτης δεν είναι απλώς τεχνικό χαρακτηριστικό, είναι επιλογή χαρακτήρα. Λεπτές μύτες για ντροπαλές, σχεδόν ψιθυριστές λέξεις, φαρδιές μύτες για γενναίες δηλώσεις και γεμάτες σιωπές. Η ισορροπία της πένας στο χέρι, το πώς “κάθεται”, είναι υπόθεση εντελώς προσωπική, όπως το πιάσιμο ενός μουσικού οργάνου. Δεν είναι εργαλείο, είναι προέκταση του χεριού, και τελικά της σκέψης. Όποιος έχει βρει «την» πένα του, ξέρει ότι δεν αλλάζει εύκολα. Όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί η γραφή τότε παύει να ρέει με τον ίδιο τρόπο.
Τα στυλό, τα μολύβια, τα πενάκια, οι γόμες, οι ξύστρες, όλα αυτά ήταν κάποτε αναπόσπαστο κομμάτι μιας καθημερινής σχέσης με τον γραπτό λόγο. Ήταν τα όργανα του εσωτερικού μας ήχου. Ήταν εκεί όταν γράφαμε τις πρώτες μας εκθέσεις, τις πρώτες μας επιστολές, τα πρώτα μας ποιήματα.
Σήμερα, υπάρχουν άνθρωποι που συλλέγουν πένες. Άλλοι που επιλέγουν κάθε χρόνο με ευλάβεια ένα σημειωματάριο για να γράφουν τις σκέψεις τους. Μερικοί κρατούν ακόμη ημερολόγιο με το χέρι, σαν μια άσκηση αντίστασης στην ταχύτητα και την επιτήρηση του ψηφιακού κόσμου.
Η γραφή και το βιβλίο: μια ερωτική σχέση
Η παραδοσιακή γραφή έχει στενή σχέση με τα βιβλία, όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και ως υλικό. Όπως το γράψιμο γίνεται «φετίχ», έτσι και το έντυπο βιβλίο, παρά τον ψηφιακό του ανταγωνιστή, παραμένει σύμβολο αντίστασης.
Το να διαβάζεις ένα φυσικό βιβλίο είναι εμπειρία ανάλογη με το να γράφεις με το χέρι. Περιλαμβάνει την αφή, τη μυρωδιά, τον ήχο του ξεφυλλίσματος, την ορατή φθορά του χρόνου. Κάθε βιβλίο που έχει διαβαστεί μοιάζει με πρόσωπο που κουβαλά σημάδια: σπασμένες ράχες, διπλωμένες γωνίες, σημειώσεις στο περιθώριο.
Η αγάπη για τη γραφή με το χέρι, για τα τετράδια, για τις πένες, δεν είναι απλώς νοσταλγία. Είναι ένστικτο επιβίωσης. Όπως το σώμα μας χρειάζεται φυσική κίνηση για να μείνει ζωντανό, έτσι και ο νους μας έχει ανάγκη την αργή, χειροποίητη γραφή για να θυμάται πως είναι κάτι περισσότερο από «μονάδα δεδομένων».
Μια παιδική ανάμνηση
Θυμάμαι τη μυρωδιά από τις καινούργιες κόλλες Α4 κάθε Σεπτέμβρη. Τη χαρά του να αγοράζεις ένα καινούριο τετράδιο με σκληρό εξώφυλλο και να σκέφτεσαι ότι ίσως, αυτή τη φορά, το γεμίσεις μέχρι τέλους. Τα πρώτα γράμματα, τα στραβά, που προσπαθούσες να τα κάνεις να μοιάζουν σαν τυπωμένα. Τα λάθη με το μπλάνκο και τις «δεύτερες ευκαιρίες» σε κάθε σελίδα.
Γράφαμε λίστες, γράφαμε στιχάκια, γράφαμε το όνομά μας με καλλιγραφικά γράμματα στις τελευταίες σελίδες. Γράφαμε «για να γράφουμε». Όχι για να δημοσιεύσουμε, όχι για να αρέσουμε. Αλλά γιατί είχαμε κάτι μέσα μας που έπρεπε να βγει.
Σήμερα, που η πληροφορία έχει γίνει βροντερή, η γραφή παραμένει ψίθυρος. Και οι ψίθυροι είναι συχνά πιο αληθινοί. Μπορεί να μη γράφουμε συχνά, αλλά όσοι το κάνουν, το κάνουν σαν να προσεύχονται. Η γραφή με το χέρι έχει γίνει τελετουργία. Ένα προσωπικό ιερό. Μια επιστροφή στην εσωτερικότητα, την ενσυναίσθηση, την παρουσία.
Και κάπως έτσι, η γραφή έγινε φετίχ. Όχι όμως με την επιφανειακή έννοια του όρου, αλλά ως αντικείμενο λατρείας, επανασύνδεσης, ίσως και λύτρωσης.
Δεν είναι ανάγκη να γυρίσουμε στο παρελθόν. Η τεχνολογία μάς προσφέρει ευκολίες που δεν αρνούμαστε. Όμως, μπορούμε να διατηρήσουμε την πράξη της γραφής ως άσκηση συνείδησης. Ένα σημειωματάριο δίπλα στον υπολογιστή, μια σκέψη την ημέρα στο χαρτί, μια μικρή επιστροφή στον εαυτό μας.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το μυστικό. Η γραφή δεν είναι πια εργαλείο, είναι στάση ζωής. Και για όσους το νιώθουν ακόμα, ένα κομμάτι μαγικού ρεαλισμού μέσα στην πιο ορθολογική εποχή της ανθρωπότητας.
Γιατί το χέρι θυμάται. Και το χαρτί δεν ξεχνά.
Φωτογραφία εξωφύλλου από το depositphotos.com
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
