Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που η σκηνή στήνεται χωρίς σκηνοθέτη, χωρίς πρόβα, χωρίς κοινό. Μια στιγμή ξαφνικά τα φώτα ανάβουν, το σώμα παίρνει τον πρώτο ρόλο και η ψυχή παγιδεύεται σε μια εσωτερική παράσταση τρόμου. Αυτή είναι η δική μου εμπειρία της κρίσης πανικού: μια δραματική έκρηξη που συμβαίνει στο πιο προσωπικό θέατρο, εκεί όπου πρωταγωνιστής και θεατής είναι το ίδιο πρόσωπο.
Αν όμως σταθούμε λίγο πιο πίσω, αν παρακολουθήσουμε την παράσταση από την πλατεία και όχι από τη σκηνή, θα δούμε πως οι κρίσεις πανικού δεν είναι μόνο ατομικά επεισόδια. Είναι εικόνες μιας κοινωνίας που μοιάζει κι αυτή σε διαρκή κατάσταση πανικού, μιας εποχής που παράγει άγχος, ανασφάλεια και φόβο με τον ίδιο ρυθμό που παράγει εικόνες και πληροφορίες. Όπως το θέατρο και ο κινηματογράφος συλλαμβάνουν και αποτυπώνουν τα αδιέξοδα της ύπαρξης, έτσι και οι κρίσεις πανικού είναι σημάδια ενός συλλογικού έργου που παίζεται μπροστά μας και μέσα μας.
Οι κρίσεις πανικού συνήθως περιγράφονται με ιατρικούς όρους: αιφνίδιες εκρήξεις άγχους που συνοδεύονται από σωματικά συμπτώματα, ταχυπαλμία, εφίδρωση, ζάλη, αίσθηση πνιγμού, φόβο θανάτου ή τρέλας. Οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι τις κατατάσσουν στις αγχώδεις διαταραχές, τις ερευνούν και τις θεραπεύουν. Όμως, αν αφήσουμε για λίγο το ιατρικό λεξιλόγιο και φορέσουμε τα γυαλιά ενός καλλιτέχνη, μπορούμε να δούμε τις κρίσεις πανικού ως μια δραματική παράσταση, που ανεβάζει το σώμα και η ψυχή, όταν η κοινωνία, οι ρόλοι μας και οι προσωπικές μας πιέσεις ξεπερνούν το όριο.
Με άλλα λόγια, οι κρίσεις πανικού δεν είναι μόνο ατομικές εμπειρίες. Είναι, όπως θα έλεγε ένας κοινωνιολόγος, «σύμπτωμα της εποχής». Ενός καιρού που συνθλίβει το άτομο ανάμεσα στην υπερπληροφόρηση, την ανασφάλεια, τον ατομικισμό και την ανάγκη για διαρκή επίδοση.
Το ψυχολογικό επίπεδο: το σώμα ως σκηνή
Στο ψυχολογικό επίπεδο, οι κρίσεις πανικού είναι το αποτέλεσμα μιας υπερδραστήριας «αμυγδαλής» – εκείνου του τμήματος του εγκεφάλου που πυροδοτεί την αντίδραση «μάχης ή φυγής». Σαν ένα κακό κουρδισμένο σκηνικό μηχάνημα, το οποίο ενεργοποιείται χωρίς λόγο, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πραγματική απειλή.
Ωστόσο, αν το δούμε θεατρικά, η κρίση μοιάζει με μια αυθόρμητη παράσταση του σώματος. Τα συμπτώματα δεν είναι τίποτα άλλο από σκηνικές οδηγίες:
- Η ταχυπαλμία σαν τύμπανο που ανεβάζει την ένταση.
- Ο ιδρώτας σαν προβολέας που καίει τον ηθοποιό.
- Η δυσκολία στην αναπνοή σαν φωνητική άσκηση που βγαίνει εκτός ελέγχου.
- Το σώμα, σαν απελπισμένος ηθοποιός, παίρνει τον λόγο για να πει: «Δεν αντέχω άλλο το ρόλο που μου φόρεσες».
Το κοινωνιολογικό επίπεδο: η κοινωνία σε κρίση πανικού
Η κοινωνιολογία μας διδάσκει ότι τα ατομικά συμπτώματα συχνά αντανακλούν συλλογικές εντάσεις. Ζούμε σε μια εποχή που θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε σαν μια παγκόσμια σκηνή υπερδιέγερσης. Η οικονομία μας αφήνει διαρκώς σε ανασφάλεια: συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ανεργία, χρέη. Η τεχνολογία μας βομβαρδίζει με ειδοποιήσεις, απαιτώντας συνεχή παρουσία. Τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν μια ψευδαίσθηση σκηνής όπου όλοι είναι θεατές και ηθοποιοί ταυτόχρονα, υπό το βλέμμα των «likes». Η πολιτική και η κλιματική κρίση καλλιεργούν μια μόνιμη αίσθηση καταστροφής.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κρίση πανικού μοιάζει λιγότερο με παθολογία και περισσότερο με μια φυσιολογική αντίδραση σε έναν παράλογο κόσμο. Σαν η κοινωνία μας να βρίσκεται η ίδια σε συλλογική κρίση πανικού, με ταχύτητες, αντιφάσεις και φόβους που κανένα άτομο δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνο του.
Κινηματογραφικά παραδείγματα: το μοντάζ του άγχους
Ο κινηματογράφος, με τα εργαλεία του μοντάζ, του ήχου και της κάμερας, έχει αποδώσει πολλές φορές την εμπειρία της κρίσης πανικού.
Στην ταινία «Black Swan» (2010) της Ντάρεν Αρονόφσκι, η ηρωίδα της Νάταλι Πόρτμαν βυθίζεται σε ένα ψυχολογικό χάος όπου η πίεση της τελειότητας και οι κοινωνικές προσδοκίες οδηγούν σε παραληρηματικά επεισόδια. Το άγχος γίνεται εικόνα: καθρέφτες που ραγίζουν, σώματα που μεταμορφώνονται, μουσική που σφίγγει τον θεατή σαν κλοιός.
Στο «Melancholia» (2011) του Λαρς φον Τρίερ, η Κατρίν Ντένεβ βυθίζεται σε μια κατάθλιψη που θυμίζει κρίση πανικού σε κοσμικό επίπεδο. Ολόκληρος ο πλανήτης απειλείται από μια σύγκρουση με τον πλανήτη Μελαγχολία, κι όμως η ηρωίδα φαίνεται πιο «ήρεμη» από τους «λογικούς», ξεσπά με σιωπή ή με φωνές. Σαν να λέει ο Τρίερ ότι ο πανικός δεν είναι πάντα παράλογος, είναι ίσως η μόνη λογική αντίδραση μπροστά στην καταστροφή.
Σε μια πιο ρεαλιστική γραμμή, η ταινία «Silver Linings Playbook» (2012) δείχνει τον Μπράντλεϊ Κούπερ να παλεύει με εκρήξεις άγχους, θυμού και ψυχικής αστάθειας, αποτυπώνοντας με ακρίβεια το πώς η κρίση πανικού δεν είναι απλώς στιγμιαία, αλλά μέρος μιας καθημερινής μάχης για ισορροπία.
Από σκηνοθετικής πλευράς, οι κρίσεις πανικού κινηματογραφούνται με close-ups, με σπασμωδικό μοντάζ, με ήχους που εντείνονται. Σαν ο θεατής να μπαίνει μέσα στον νου του πάσχοντος, βιώνοντας την αποσύνθεση της πραγματικότητας.
Θεατρικές αναλογίες: το δράμα του αοράτου
Στο θέατρο, το άγχος και ο πανικός δεν έχουν πάντα κυριολεκτική απεικόνιση. Όμως πολλά έργα αγγίζουν το βίωμα της ασφυξίας:
Ο Μπέκετ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» δίνει μορφή στο υπαρξιακό άγχος μέσα από την ατέρμονη αναμονή. Δεν υπάρχει καμία «κρίση» στο ιατρικό νόημα, όμως ολόκληρη η παράσταση είναι μια μεταφορά για την ανθρώπινη αγωνία.
Στον «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσί Ουίλιαμς, η Λόρα βιώνει κοινωνικό άγχος τόσο έντονο που μοιάζει με κρίση πανικού: η αδυναμία της να βγει από το σπίτι, η αποστροφή της στα βλέμματα, η ανάγκη για καταφύγιο στα γυάλινα ζωάκια της.
Ο Σαρτρ στο «Κεκλεισμένων των Θυρών» παρομοιάζει την κόλαση με το να σε παρακολουθούν οι άλλοι συνεχώς. Μια κοινωνιολογική αλληγορία για τη διαρκή πίεση που βιώνουμε – ακριβώς όπως η κοινωνική «σκηνή» των social media.
Το θέατρο μάς δείχνει ότι οι κρίσεις πανικού, ακόμα κι αν δεν ονομάζονται έτσι, είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας από παλιά: φόβος, καταπίεση, αίσθηση εγκλωβισμού.
Από το ατομικό στο συλλογικό
Οι κρίσεις πανικού, αν ιδωθούν κοινωνιολογικά, μας μιλούν για το πνεύμα της εποχής. Στην προνεωτερική κοινωνία, οι άνθρωποι ζούσαν σε κοινότητες με σταθερούς ρόλους. Άγχος υπήρχε, αλλά ήταν περισσότερο δεμένο με τη θρησκεία ή τη φύση. Στη νεωτερική κοινωνία, η βιομηχανική πρόοδος έφερε ανασφάλεια, αλλά και ελπίδα για έλεγχο. Στη μετανεωτερική κοινωνία –την εποχή μας– η ταυτότητα είναι ρευστή, η εργασία επισφαλής, η πληροφόρηση ασταμάτητη. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση πανικού μοιάζει με τη φωνή ενός ατόμου που λέει: «Δεν μπορώ να αντέξω άλλες πιθανότητες, άλλες επιλογές, άλλη αβεβαιότητα». Με έναν τρόπο, η κρίση πανικού είναι η πιο ειλικρινής αντίδραση στην «κρίση νοήματος» της εποχής μας.
Η τέχνη ως καθρέφτης και ως καταφύγιο
Εδώ βρίσκεται και η δύναμη της τέχνης: να κάνει ορατό το αόρατο. Μια ταινία ή μια παράσταση μπορεί να αποδώσει αυτό που οι λέξεις δυσκολεύονται να περιγράψουν. Για τον θεατή που έχει βιώσει κρίση πανικού, η αναγνώριση της εμπειρίας στη σκηνή ή στην οθόνη μπορεί να λειτουργήσει καθαρτικά. Για εκείνον που δεν την έχει ζήσει, είναι ένα μάθημα ενσυναίσθησης.
Η τέχνη, επομένως, δεν είναι μόνο αντανάκλαση της εποχής αλλά και πιθανή θεραπεία. Όχι με τον ιατρικό όρο, αλλά με την έννοια της κοινής εμπειρίας, η σκηνή γίνεται τόπος όπου το άτομο δεν είναι πια μόνο.
Οι κρίσεις πανικού δεν είναι απλώς ένα προσωπικό πάθημα που συμβαίνει σε κάποιους «ευάλωτους». Είναι η φωνή μιας εποχής που παλεύει με την υπερβολή, την αβεβαιότητα, την αποξένωση. Η ψυχολογία μάς δίνει τα εργαλεία να τις αντιμετωπίσουμε, η κοινωνιολογία να τις κατανοήσουμε, το θέατρο και ο κινηματογράφος να τις απεικονίσουμε.
Ίσως, λοιπόν, η επόμενη φορά που κάποιος βρεθεί μπροστά σε κρίση πανικού, δική του ή άλλου, να μην τη δει μόνο ως βλάβη, αλλά και ως μήνυμα. Σαν το σώμα να ανεβάζει μια παράσταση διαμαρτυρίας, φωνάζοντας: «Αλλάξτε το έργο, αλλάξτε το σκηνικό, αλλάξτε την εποχή».
Κι εκεί ίσως βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση, να μην περιοριστούμε στη θεραπεία των συμπτωμάτων, αλλά να αναρωτηθούμε πώς θα χτίσουμε μια κοινωνία λιγότερο επιρρεπή στο συλλογικό άγχος, πιο ανεκτική στην αδυναμία και πιο ανοιχτή στο να δώσει χώρο στον άνθρωπο να αναπνέει.
Φωτογραφία από το depositphotos.com
Διαβάστε όλα τα τελευταία νέα | Ενημερωθείτε
